Αρθούρος Ρεμπώ | Ένας Ανυπότακτος αλήτης· ποιητής


...

| Αρθούρος Ρεμπώ |

Ένας Ανυπότακτος αλήτης· ποιητής

| Ο Αρθούρος Ρεμπώ υπήρξε από εκείνους τους ανθρώπους
που η ζωή τους μοιάζει με ποίημα γραμμένο
από κάποιο στοιχείο πιο αρχαίο από τη γλώσσα |


Ο νεαρός από τη Σαρλβίλ των Αρδεννών, που στα δεκαεπτά του προφήτευσε τη διάλυση όλων των αισθήσεων, δεν έζησε απλώς την εποχή του αλλά την ξεπέρασε, σπάζοντας τα όρια ανάμεσα στην τέχνη και την εμπειρία. Γεννημένος το 1854, γιος μιας αυστηρής μητέρας και ενός στρατιωτικού πατέρα που συνέχεια απουσίαζε, γνώρισε από νωρίς την ασφυκτική ζωή της επαρχίας και βρήκε καταφύγιο στα βιβλία και στη φαντασία. Από μαθητής έδειξε πως η γνώση, για εκείνον, δεν ήταν δρόμος προς την κοινωνική ένταξη, αλλά μέσο απόδρασης. Στα δεκαπέντε του δημοσιεύει το πρώτο του ποίημα· λίγο αργότερα, εγκαταλείπει το σπίτι και παίρνει τον δρόμο για το Παρίσι, τη στιγμή που η Κομμούνα εξεγείρεται και το μέλλον της Ευρώπης θρυμματίζεται μέσα στους δρόμους.

Στην πρωτεύουσα της παρακμής και των επαναστάσεων, γνωρίζει τον Πωλ Βερλαίν, προκαλεί την αμηχανία των παρνασσιστών, σκανδαλίζει τα σαλόνια, γράφει, μεθά, αγαπά, περιπλανιέται. Ζει με τον ρυθμό ενός ανθρώπου που δεν αντέχει την ακινησία. Η ποίησή είναι μια διαρκής ανατίναξη. Η «Εποχή στην κόλαση» και οι «Εκλάμψεις» είναι οι δύο πυρκαγιές που άναψαν και έκαψαν ταυτόχρονα τον ποιητή. Είναι εκείνα τα έργα που εγκαινιάζουν τη νεωτερικότητα, απελευθερώνοντας τον στίχο από το μέτρο και τη σκέψη από την πειθαρχία. Η γλώσσα γίνεται όραμα, η πρόζα γίνεται όνειρο, η ζωή μετατρέπεται σε πεδίο αναζήτησης του αγνώστου.

«Έμαθα να μεταφράζω τη νύχτα, να αναγνωρίζω το άγνωστο μέσα στη γνώριμη σιωπή·
είδα να λάμπουν οι φλόγες του ήλιου στο βάθος των ματιών μου.»
(από τις Εκλάμψεις)


Coin de table, ο. 1872, λάδι σε μουσαμά, 1.6×2.25 μ., Μουσείο Ορσέ, Παρίσι.
Πίνακας του Ανρί Φαντέν-Λατούρ. Διακρίνεται ο Πολ Βερλαίν (πρώτος από αριστερά)
και δίπλα του ο Αρθούρος Ρεμπώ (δεύτερος από αριστερά).[wiki/File:Henri_Fantin-Latour_005.jpg]

Η ζωή του Ρεμπώ είναι το ίδιο του το έργο. Μετά τον χωρισμό από τον Βερλαίν, εγκαταλείπει τη λογοτεχνία για να ζήσει όπως έγραφε — περιπλανώμενος, ανυπότακτος, χωρίς διεύθυνση. Από τη Μασσαλία ως τη Στουτγκάρδη, από το Μιλάνο και τη Λιβόρνο ως την Κύπρο, από την Υεμένη ως το Χαράρ της Αιθιοπίας, ο Ρεμπώ γίνεται μισθοφόρος, έμπορος, εργάτης, εξερευνητής. Όμως, ακόμη και τότε που δεν γράφει πια, συνεχίζει να βιώνει την ποίηση με τον πιο κυριολεκτικό τρόπο: μέσα στην άμμο, στα λιμάνια, στα ξένα σώματα και στις πόλεις που αλλάζουν ονόματα. Η περιπλάνησή του είναι εξέγερση απέναντι στον τρόπο με τον οποίο η Δύση αντιλαμβάνεται τη σταθερότητα. «Δεν μπορώ να σας δώσω μια διεύθυνση», γράφει στους δικούς του το 1884 από το Άντεν, «γιατί αγνοώ πού θα παρασυρθώ την επόμενη φορά». Εκεί συνοψίζεται όλη η ηθική του δρόμου: το άρρητο δικαίωμα να μην ανήκεις πουθενά.

Η ποίηση του Ρεμπώ κατεδαφίζει την παλιά τάξη της γλώσσας, αλλά ταυτόχρονα συγκροτεί μια νέα ηθική. Ο ποιητής παύει είναι απλός δημιουργός και γίνεται «προφήτης» που βλέπει με μάτια απορυθμισμένα, ικανά να αντικρίσουν την άλλη όψη της πραγματικότητας. Η «απορρύθμιση των αισθήσεων» δεν είναι κάλεσμα στην ακολασία, αλλά μέθοδος γνώσης, ένας δρόμος προς μια οικουμενική γλώσσα, όπου η αλήθεια παύει να υπακούει στην εξουσία της λογικής.

«Ο ποιητής γίνεται προφήτης μέσα από μια μακρά, απέραντη
κι ελεγχόμενη απορρύθμιση όλων των αισθήσεων·
γιατί μέσα από αυτήν βλέπει το άγνωστο,
και όταν το γνωρίσει, θα το εκφράσει με λόγια που κανείς δεν έχει ακούσει.»
(από την Επιστολή του Μάντη, 1871)

Η σύντομη ζωή του, που έκλεισε στα τριάντα επτά του χρόνια σε ένα νοσοκομείο της Μασσαλίας, μοιάζει να συνοψίζει το αρχέτυπο του ανυπότακτου ανθρώπου που αναμετρήθηκε με τον εαυτό του ως όριο. Ο Ρεμπώ πλήρωσε ακριβά την αλήθεια που ανακάλυψε, αλλά άφησε πίσω του έναν τρόπο ύπαρξης που θα σημάδευε τον εικοστό αιώνα. Οι υπερρεαλιστές τον είδαν ως πρόδρομο, ο Μπρετόν τον αποκάλεσε «σουρεαλιστή στην πράξη και αλλού», οι μπητ ποιητές αναζήτησαν στα γράμματά του τη μέθοδο της περιπλάνησης, ο Καμύ τον χαρακτήρισε «ποιητή της εξέγερσης». Η γενιά του ’68 κράτησε τα λόγια του σαν συνθήματα, η ροκ κουλτούρα τα μετέτρεψε σε στάση ζωής. Από την Πάτι Σμιθ ως τον Μπομπ Ντίλαν, από τον Τζιμ Μόρισον ως τον Κερτ Κομπέιν, ο Ρεμπώ έμεινε παρών στο βλέμμα όλων όσοι πίστεψαν πως η τέχνη είναι ένας τρόπος να ζεις επικίνδυνα.

«Το χέρι που κρατάει το φανάρι δεν γνωρίζει το σκοτάδι·
εγώ όμως έσπασα το φανάρι και άφησα το φως να τρέξει μέσα μου.»
(από το Μια εποχή στην Κόλαση)

Η ποίησή του, παρότι σύντομη σε έκταση, άνοιξε τις πύλες της νεωτερικότητας, γιατί απέδειξε ότι η γλώσσα μπορεί να μεταμορφώσει τον κόσμο όταν σταματήσει να τον περιγράφει. Η αγωνία του δεν ήταν πως γράψει ωραίαμ αλλά να αλλάξει τη ζωή. Και γι’ αυτό, πάνω από έναν αιώνα μετά τον θάνατό του, εξακολουθεί να εμπνέει όσους δεν χωρούν στα μέτρα της εποχής τους, όσους πιστεύουν ότι η τέχνη δεν υπάρχει για να καθησυχάζει, αλλά για να ταράζει τα νερά της συνείδησης.

Η μορφή του επιμένει να επιστρέφει κάθε φορά που η γλώσσα δείχνει να κουράζεται από τον εαυτό της. Ίσως γιατί ο Ρεμπώ, αν και έπαψε νωρίς να γράφει, δεν έπαψε ποτέ να σημαίνει την αναγκαιότητα της ποίησης. Το βλέμμα του από τις φωτογραφίες του Καρζά, εκείνη η αυθάδεια των δεκαεπτά χρόνων, συνεχίζει να θυμίζει πως η ζωή είναι η πιο επικίνδυνη τέχνη. Και πως κάθε ανυπότακτος ποιητής είναι, στην ουσία, ένας άνθρωπος που δεν συμβιβάστηκε με το σύμπαν των άλλων.

«Πρέπει να είμαστε απολύτως σύγχρονοι.
Κι εγώ που καίγομαι, κι εγώ που χάνομαι, είμαι αυτός που θα επιστρέψει με το φως.»
(τελευταίος στίχος από τις Εκλάμψεις)

 

 

————————————————————————————————————————-

Πηγές κειμένου: Πηγές; news247.gr, poetryfoundation.org, poets.org, newyorker.com, newcriterion.com, Larousse Le Siécle, Rebelle, wiki
Πηγές φωτογραφιών: wiki, fractalart.gr
——–————————————————
Επιμέλεια: Lef.T