Λευτέρης Τηλιγάδας
Αγρίνιο 1909 | Φως, νερό και προπαγάνδα
Ο Μπέλλος με σύμμαχο το φιλοβασιλικό ΣΚΡΙΠ
μετατρέπει τα τεχνικά έργα σε πολιτικό όπλο κατά του προκατόχου του
Η πόλη βράζει στον Αυγουστιάτικο ήλιο, μα ο Βασίλης Μπέλλος, ετοιμάζεται να τραβήξει το Αγρίνιο στον δρόμο του εκσυγχρονισμού. Δύο έργα βρίσκονται στο τραπέζι — φωτισμός και ύδρευση — κι αν οι τεχνικές λεπτομέρειες μοιάζουν ψυχρές, η πολιτική πίσω τους μόνο τέτοια δεν είναι. Στις 24 Αυγούστου, η εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, βγήκε δυναμικά μπροστά για να προπαγανδίσει μια απόφαση που πήρε το δημοτικό συμβούλιο Αγρινίου στις 17 Αυγούστου, η οποία αφορούσε τον φωτισμό της πόλης με ασετιλίνη. Με ένα δίστηλο άρθρο υπερασπίστηκε τις επιλογές του Μπέλλου, που ήταν εκείνη την εποχή δήμαρχος της πόλης, και έκανε λόγο για μεγάλα «έργα προόδου».
Για τον φωτισμό, το Αγρίνιο είχε χρόνια ολόκληρα κουβέντες και σχέδια που έμεναν στα χαρτιά, αναφέρει. Τις προηγούμενες μέρες, ένας ξένος επισκέπτης, ο Αλφόνσο Μακ από τη Μασσαλία, έφτασε στην πόλη ως εκπρόσωπος μεγάλης γαλλικής εταιρείας, συνοδευόμενος από τον υφηγητή Χημείας Ματθιόπουλο με στόχο να αναλάβει το έργο. Ο Μπέλλος δεν έκρυψε πως μελέτησε σοβαρά τον ηλεκτρικό φωτισμό — την τεχνολογική «πρόκληση» εκείνης της εποχής. Όμως το υπερβολικό κόστος και οι τεχνικές δυσκολίες ήταν αξεπέραστα εμπόδια για τα οικονομικά του δήμου. Η ασετιλίνη, αντίθετα, έδινε δυνατό, σταθερό φως, με μεγαλύτερη διάρκεια και, κυρίως, μπορούσε να εφαρμοστεί άμεσα. Το οινόπνευμα απορρίφθηκε επίσης, αφού το φως του ήταν εξαιρετικά αδύναμο, μπροστά στην ασετιλίνη.
Το έργο δεν ήταν απλώς τεχνική επιλογή. Ήταν μια δήλωση πολιτικής αυτονομίας από τον προκάτοχο Ιωάννη Μπαϊμπά. Η ασετιλίνη μπορεί να μην έφερνε το εκτυφλωτικό κύρος του ηλεκτρισμού, αλλά πρόσφερε κάτι πολύτιμο για τον Μπέλλο: απτό αποτέλεσμα, σε χρόνο που μετρούσε πολιτικά. Το προσύμφωνο είχε υπογραφεί και, όπως διαβεβαίωνε η εφημερίδα, το τελικό συμφωνητικό ήταν θέμα ημερών.
«Ορίστε λοιπόν, λαέ του Αγρινίου», έγραφε ο συντάκτης, «που ανυπομονείς και αγανακτείς κατά του δημάρχου σου. Ο φωτισμός έρχεται». Και αμέσως μετά η σκληρή σφήνα: ο Μπέλλος «εύρε τον δήμον μας ρακένδυτον και πειναλέο» εξαιτίας της «παντελούς κακοδιοικήσεως» του προκατόχου του. Ο ΣΚΡΙΠ έστηνε σκηνικό αντιπαράθεσης, ξεκάθαρα υπέρ του δημάρχου.
Όταν η συζήτηση έφτασε στην ύδρευση, ο Μπέλλος ήταν κατηγορηματικός: θα προχωρήσει, όσο κι αν αντιδρούν κάποιοι σύμβουλοι. Και δεν ήταν μικρό πράγμα. Σε μια εποχή που το καθαρό νερό σήμαινε λιγότερες επιδημίες και καλύτερη ζωή, η ύδρευση είχε ακόμη μεγαλύτερη απήχηση από τον φωτισμό. Πολιτικά, ήταν έργο-σημαία, ικανό να ανεβάσει ή να ρίξει δημάρχους. Και εδώ ο ΣΚΡΙΠ έριχνε λάδι στη φωτιά: «Δεν μας λέτε, κύριοι σύμβουλοι, γιατί να μην πίνουμε και εμείς, με μικρή δαπάνη, νερό που έρχεται δεύτερο στην Ελλάδα κατά ποιότητα, και να το πίνουν οι λύκοι και τα τσακάλια της ερημιάς;»
Και η ειρωνεία γινόταν «δηλητήριο» στην κατακλείδα: «Ίσως να είναι νοστιμότερο το νερό των πηγαδιών, τα οποία καθημερινά γεμίζουν από διάφορα σκυλιά και γάτες!» Έτσι, μέσα από τις σελίδες του Τύπου, το τεχνικό γινόταν πολιτικό, και το πολιτικό γινόταν προσωπικό, όπως μέχρι σήμερα. Ο δημοσιογράφος δεν ήταν ουδέτερος καταγραφέας. αλλά παίκτης στην αρένα. Κι ο 20ός αιώνας που μόλις ξεκινούσε έδειχνε από νωρίς πόσο ισχυρός θα γινόταν αυτός ο ρόλος.


