...
| Ένα γεγονός |

Η «Εαρινή Επίθεση» του Μουσολίνι
| Η ιταλική εαρινή επίθεση του Μαρτίου 1941
αποτέλεσε την τρίτη και τελευταία φάση του ελληνοϊταλικού πολέμου
Μετά την πρώτη φάση της σύγκρουσης, όταν οι ιταλικές δυνάμεις προσπάθησαν χωρίς επιτυχία να προελάσουν στο ελληνικό έδαφος, ακολούθησε η ελληνική αντεπίθεση που ξεκίνησε στις 14 Νοεμβρίου 1940 και εξελίχθηκε σε εκτεταμένη προέλαση μέσα στη Βόρεια Ήπειρο. Μέχρι τα τέλη εκείνης της χρονιάς ο ελληνικός στρατός είχε καταλάβει σχεδόν ολόκληρη την περιοχή και είχε ανατρέψει πλήρως τα αρχικά σχέδια της Ρώμης, δημιουργώντας ένα νέο στρατιωτικό και πολιτικό σκηνικό στο βαλκανικό μέτωπο.
Η κατάληψη της Κλεισούρας στις 10 Ιανουαρίου 1941 σφράγισε ουσιαστικά την ελληνική προέλαση και σταθεροποίησε το μέτωπο σε μια εκτεταμένη γραμμή που ξεκινούσε από το Πόγραδετς, κοντά στη λίμνη Αχρίδα, και κατέληγε στο Ιόνιο Πέλαγος βόρεια της Χειμάρρας. Ολόκληρος ο χειμώνας πέρασε με σκληρές συνθήκες στο μέτωπο χωρίς σημαντικές μεταβολές, ενώ στην ιταλική πλευρά η αποτυχία της εκστρατείας είχε ήδη μετατραπεί σε σοβαρό πλήγμα για το κύρος του καθεστώτος. Ο Μπενίτο Μουσολίνι είχε ξεκινήσει τον πόλεμο θεωρώντας ότι επρόκειτο για μια εύκολη στρατιωτική επιχείρηση, σχεδόν ένα σύντομο «στρατιωτικό πικ-νικ», όμως η πραγματικότητα τον είχε εκθέσει τόσο απέναντι στους Γερμανούς συμμάχους του όσο και στο εσωτερικό της ίδιας της φασιστικής Ιταλίας.
Η ανάγκη για μια εντυπωσιακή επιτυχία έγινε επιτακτική. Ο Μουσολίνι επιχείρησε αρχικά να μεταθέσει την ευθύνη της αποτυχίας στον διοικητή των ιταλικών δυνάμεων στην Αλβανία, στρατηγό Σόντου, τον οποίο αντικατέστησε με τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου, στρατάρχη Ούγκο Καβαλέρο. Ταυτόχρονα διέταξε την εκπόνηση σχεδίων για μια μεγάλη ιταλική αντεπίθεση, την οποία σκόπευε να διευθύνει προσωπικά. Η απόφαση αυτή είχε και ευρύτερη στρατηγική σημασία, καθώς ο Μουσολίνι γνώριζε ότι ο Χίτλερ είχε ήδη αποφασίσει την επίθεση εναντίον της Ελλάδας με το Σχέδιο «Μαρίτα» και επιθυμούσε να προηγηθεί ώστε η κατάληψη της χώρας να αποδοθεί στην Ιταλία. Μια τέτοια εξέλιξη θα ενίσχυε τον έλεγχο του Άξονα στα Βαλκάνια και θα επέτρεπε στη Γερμανία να εξοικονομήσει δυνάμεις για την επικείμενη εισβολή στη Σοβιετική Ένωση.
Στο πλαίσιο αυτής της προετοιμασίας η Ιταλία ενίσχυσε σημαντικά τις δυνάμεις της στην Αλβανία. Λίγο πριν από την έναρξη της επίθεσης οι ιταλικές μεραρχίες είχαν φτάσει τις είκοσι πέντε, ενώ η Ελλάδα μπορούσε να αντιπαρατάξει περίπου δώδεκα. Παρά την αριθμητική υπεροχή των Ιταλών, το ελληνικό Γενικό Στρατηγείο υπό τον αρχιστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο διέθετε σαφή εικόνα για τις προετοιμασίες του αντιπάλου χάρη στις πληροφορίες που παρείχε η βρετανική Intelligence Service. Η ελληνική πλευρά δεν είχε τη δυνατότητα να ενισχύσει περαιτέρω το μέτωπο της Αλβανίας επειδή έπρεπε να κρατήσει σημαντικές δυνάμεις στη Μακεδονία ενόψει της αναμενόμενης γερμανικής επίθεσης. Η ελληνική στρατιωτική ηγεσία υπολόγιζε κυρίως στο υψηλό ηθικό των στρατιωτών που είχαν ήδη πετύχει σημαντικές νίκες τους προηγούμενους μήνες.
Στις 2 Μαρτίου 1941 ο Μουσολίνι έφτασε αεροπορικώς από το Μπάρι στα Τίρανα με σκοπό να αναλάβει προσωπικά την επίβλεψη της μεγάλης επίθεσης που έλαβε την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Πριμαβέρα». Τις επόμενες ημέρες επισκέφθηκε μονάδες του μετώπου, συνομίλησε με αξιωματικούς και στρατιώτες και προσπάθησε να ενισχύσει το ηθικό τους επισημαίνοντας ότι μια νίκη θα είχε τεράστια σημασία για τη δόξα και το γόητρο της Ιταλίας. Τα ξημερώματα της 9ης Μαρτίου βρέθηκε στο προκεχωρημένο παρατηρητήριο της Ρεχόβα, πολύ κοντά στη γραμμή των συγκρούσεων, αποφασισμένος να παρακολουθήσει από κοντά την εξέλιξη της επιχείρησης. Στις 6:30 το πρωί δόθηκε το σήμα της επίθεσης με μαζικό βομβαρδισμό των ελληνικών θέσεων σε όλο το μήκος του μετώπου, ενώ λίγες ώρες αργότερα ξεκίνησε η κύρια προσπάθεια διάσπασης στη διάβαση της Κλεισούρας. Σε ένα στενό μέτωπο πέντε περίπου χιλιομέτρων οι Ιταλοί επιτέθηκαν με επτά μεραρχίες, υποστηριζόμενες από 156 πυροβόλα και περίπου τετρακόσια αεροσκάφη. Η διάρρηξη της ελληνικής άμυνας σε αυτό το σημείο θα δημιουργούσε ένα μεγάλο ρήγμα στο μέτωπο και θα άνοιγε τον δρόμο προς τα Ιωάννινα.
Οι μάχες που ακολούθησαν ήταν ιδιαίτερα σκληρές. Σε πολλές περιπτώσεις οι συγκρούσεις διεξάγονταν σε μικρή απόσταση με χειροβομβίδες και ξιφολόγχες, ενώ οι ιταλικές επιθέσεις εναντίον των στρατηγικών υψωμάτων γύρω από την Κλεισούρα αποκρούονταν επανειλημμένα από τις ελληνικές μονάδες. Ο Μουσολίνι επέμενε να ρίχνει στη μάχη νέες δυνάμεις για να αντικαταστήσει τις μονάδες που είχαν υποστεί βαριές απώλειες, επιδιώκοντας με κάθε τρόπο μια διάσπαση του μετώπου. Παρά την ένταση των επιθέσεων και την ισχυρή υποστήριξη πυροβολικού και αεροπορίας, οι ιταλικές προσπάθειες δεν κατάφεραν να επιτύχουν τον στόχο τους.
Ιδιαίτερα σκληρές συγκρούσεις σημειώθηκαν στο ύψωμα 731 του όρους Τρεμπεσίνα, όπου οι άνδρες του 5ου Συντάγματος Πεζικού υπερασπίζονταν μια θέση στρατηγικής σημασίας. Από τις 9 έως τις 19 Μαρτίου οι ελληνικές δυνάμεις δέχθηκαν αλλεπάλληλες επιθέσεις που ξεπέρασαν τις δεκαοκτώ. Οι συνεχείς βομβαρδισμοί μεταμόρφωσαν την πλαγιά του βουνού, γεμάτη καστανιές, σε ένα κατεστραμμένο τοπίο γεμάτο κρατήρες και ερείπια. Παρά τις απώλειες και τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, οι υπερασπιστές του υψώματος κράτησαν τις θέσεις τους και στο τέλος απώθησαν τους επιτιθέμενους με αντεπιθέσεις που πραγματοποιήθηκαν με τη γνωστή πολεμική κραυγή των Ελλήνων στρατιωτών.
Καθώς οι ημέρες περνούσαν γινόταν ολοένα και πιο φανερό ότι η επιχείρηση είχε αποτύχει. Στις 21 Μαρτίου 1941 ο Μουσολίνι αντιλήφθηκε ότι η επίθεση δεν μπορούσε πλέον να αποδώσει και αποφάσισε να εγκαταλείψει το μέτωπο. Σε συνομιλία με τον στρατηγό Πίκολο εξέφρασε την έντονη δυσαρέσκειά του για την εξέλιξη των επιχειρήσεων και κατηγόρησε τους αξιωματικούς του ότι τον είχαν εξαπατήσει, επειδή παρά τις μεγάλες απώλειες δεν είχε επιτευχθεί καμία ουσιαστική προέλαση. Την ίδια ημέρα ο υπουργός Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας Άντονι Ίντεν απέστειλε συγχαρητήριο τηλεγράφημα στον Έλληνα πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κορυζή για τη σημαντική ελληνική επιτυχία. Στις 22 Μαρτίου ο Ιταλός δικτάτορας αναχώρησε για τη Ρώμη έχοντας αφήσει πίσω του έναν στρατό που είχε υποστεί βαριές απώλειες, περίπου δώδεκα χιλιάδες νεκρούς και τρεις χιλιάδες τραυματίες, ενώ οι ελληνικές απώλειες υπολογίζονταν σε περίπου χίλιους διακόσιους νεκρούς και τέσσερις χιλιάδες τραυματίες.
Το τέλος του ελληνοϊταλικού πολέμου δεν προήλθε από μια νέα αποφασιστική σύγκρουση ανάμεσα στους δύο αντιπάλους. Η έκβαση της σύγκρουσης καθορίστηκε τελικά από τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα που άρχισε στις 6 Απριλίου 1941. Η ταχεία προέλαση των γερμανικών στρατευμάτων προκάλεσε ανησυχία στο ελληνικό Γενικό Επιτελείο, το οποίο στις 12 Απριλίου διέταξε την υποχώρηση των ελληνικών δυνάμεων από το αλβανικό μέτωπο. Οι ιταλικές μονάδες επανήλθαν τότε στις περιοχές που είχαν χάσει, καταλαμβάνοντας την Κορυτσά στις 14 Απριλίου και φτάνοντας στις Πρέσπες λίγες ημέρες αργότερα. Μετά τη συνθηκολόγηση της 20ης Απριλίου οι ιταλικές δυνάμεις πέρασαν σε ελληνικό έδαφος τρεις ημέρες αργότερα, γεγονός που επέτρεψε στον Μουσολίνι να παρουσιάσει την εξέλιξη αυτή ως δικαίωση της ιταλικής πολιτικής και να επαναλάβει τους ισχυρισμούς του για την ιταλική κυριαρχία στη Μεσόγειο.
————————————————————————————
Πηγή: https://www.sansimera.gr/ | Επιμέλεια: Lef.T


