.
Λευτέρη Τηλιγάδα
Πρώτη μέρα της δίκης
των Κόκιου και Ζέμα
Ήταν ένα έγκλημα στο οποίο πρωταγωνίστησαν
«κουμπουροφόροι» της εποχής
Στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα το Αγρίνιο συνέχιζε να μαστίζεται από μια κατάσταση που έσερνε μαζί της παλιές αντιπαλότητες και μια κουλτούρα «παλικαριάς» που δεν έλεγε να σβήσει. Αρκετοί αργόσχολοι τύποι που γύριζαν στα καφέ αμάν και στα ταβερνεία, είχαν «λυμένο το ζωνάρι τους» για καυγάδες στο παζάρι και η πόλη είχε μάθει να ζει μέσα σε επεισόδια και απειλές, σε σημείο που οι φιλήσυχοι νοικοκυραίοι να το σκέφτονται διπλά να κυκλοφορήσουν μόνοι τους στα σκοτεινά στενά μόλις έπεφτε η νύχτα.
Ο Ευάγγελος Παπαστράτος, μιλώντας για τον φόνο του Επαμεινώνα Παναγόπουλου, δίνει το κλίμα ωμά: άνθρωποι που οπλοφορούσαν ελεύθερα με μαχαίρια και κουμπούρια, που για το παραμικρό τραβούσαν το όπλο όταν νόμιζαν ότι τους μίλησαν άσκημα ή τους πρόσβαλαν και που σκότωναν χωρίς δεύτερη σκέψη, αφού είχαν πάντα την πεποίθηση ότι με τις πολιτικές πλάτες που διέθεταν θα γλιτώσουν. Οι πολιτικοί της εποχής, όπως αναφέρει, κολάκευαν τα κακοποιά στοιχεία που τρόμαζαν τον κοσμάκη και έπαιζαν ρόλο στις εκλογές.
Μέσα σε τέτοια ήθη η δολοφονία δεν ήταν εξαίρεση, ήταν κάτι που μπορούσε να συμβεί, και μαζί με τον Παναγόπουλο μπαίνουν στην ίδια αλυσίδα η δολοφονία του καθηγητή Αγγελίδη που τάραξε την πόλη, αλλά και ο φόνος των καπνεμπόρων Κατσιμπίνη και Κουζέλη κοντά στον Αχελώο, υπόθεση που πήρε τεράστιες διαστάσεις επειδή ως ηθικός αυτουργός κατηγορήθηκε ο πρώην δήμαρχος Αγρινίου Βασίλης Μπέλλος, με το έγκλημα να γίνεται το 1924 και τη δίκη να σέρνεται σε αναβολές μέχρι να φτάσει η τρίτη δικάσιμος τον Μάρτη του 1926. Το ενδιαφέρον ήταν τέτοιο που το ΣΚΡΙΠ την παρακολούθησε μέρα μέρα και άφησε πίσω του ένα υλικό που δεν είναι μόνο δικαστικό αλλά και κοινωνιολογικό, γιατί εκεί μέσα φαίνεται η ατμόσφαιρα της εποχής, ο φόβος, οι υπεκφυγές, οι διαπλοκές, οι φήμες που λειτουργούν σαν δεύτερη δικαιοσύνη.
Όπως αναφέρει λοιπόν το ΣΚΡΙΠ, τη Δευτέρα 1 Μαρτίου 1926 η δίκη αρχίζει στο στρατοδικείο της Πάτρας και στο εδώλιο κάθονται ο Κόκιος και ο Ζέμας. Ο πρώτος συνελήφθη σχεδόν τυχαία λίγο μετά τον φόνο και πάνω του βρέθηκε ένα όπλο μάλιγχερ με ίχνη αίματος που η ανάλυση έδειξε πως ήταν ανθρώπινο και ανήκε στον Β. Μπέλλο. Ο Ζέμας κρατούνταν στο τμήμα Αγρινίου μαζί με τον Γαλανόπουλο, άνθρωπο της υπηρεσίας του Μπέλλου, που είχε συλληφθεί ως ύποπτος για τη δολοφονία και βρέθηκε μυστηριωδώς δολοφονημένος μέσα στο κρατητήριο, ενώ εξ ίσου μυστηριώδης ήταν και η δολοφονία του σκοπού χωροφύλακα που φύλαγε το κρατητήριο τη νύχτα εκείνη. Στο στρατοδικείο επίσης παρίσταντο και τα παιδιά των δολοφονημένων καπνεμπόρων ως πολιτική αγωγή με συνηγόρους τον τοπικό δικηγόρο Μαυρομμάτη και τους Αθηναίους Νικ. Γερακάρη και Βασίλη Μεϊμαράκη. Η διαδικασία είχε ήδη αναβληθεί πριν από δεκαπέντε ημέρες λόγω απουσίας βασικών μαρτύρων, όμως αυτή τη φορά θεωρούνταν πιθανό ότι θα ολοκληρωνόταν, καθώς είχε διαταχθεί η βίαιη προσαγωγή όσων δεν είχαν εμφανιστεί.
Πρώτη κατέθεσε η Βούλα Αντωνοπούλου, σύζυγος πρωτοδίκη και κόρη του δολοφονημένου Κατσιμπίνη. Περιέγραψε ότι το πρωί της Δευτέρας, στις 5, ξεκίνησαν με αυτοκίνητο για επιθεώρηση, αφού είχε ειδοποιηθεί το πρακτορείο. Κατά τη διαδρομή σταμάτησαν στη θέση «Ρασέϊκα» (Ρουσέϊκα), ήπιαν κάτι και συνέχισαν. Σε μια στροφή του δρόμου αναγκάστηκαν να σταματήσουν, καθώς μεγάλες πέτρες είχαν τοποθετηθεί κατά μήκος του οδοστρώματος και υπήρχε κίνδυνος ανατροπής. Τότε ακούστηκε ένας πυροβολισμός και αμέσως μετά ομοβροντία. Το αυτοκίνητο ξεκίνησε απότομα, με τον οδηγό πανικόβλητο να αναπτύσσει ταχύτητα, αφήνοντας πίσω τον πατέρα της και τον βοηθό του οδηγού. Η μάρτυρας τόνισε ότι ο πατέρας της ήταν φιλήσυχος άνθρωπος και δήλωσε πως δεν μπορούσε να εξηγήσει τον λόγο της δολοφονίας.
Ακολούθησε η κατάθεση του βοηθού του οδηγού, Βενιζέλου Αλέξη. Τη στιγμή των πυροβολισμών, είπε, ο Κατσίμπαλης φώναξε «σοφέρ, προχώρα ολοταχώς», αλλά δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του· έπεσε νεκρός από τις σφαίρες. Τραυματίστηκε και ο Κουζέλης, τον οποίο ο μάρτυρας παρότρυνε να κατευθυνθεί προς τον Αχελώο για να σωθεί. «Φεύγα, δεν βλέπεις πως μας σκοτώνουν;» του απάντησε εκείνος. Ο Αλέξης έτρεξε προς το ποτάμι και, από απόσταση περίπου ενός χιλιομέτρου, διέκρινε μόνο ένα άτομο να κατεβαίνει προς το σημείο όπου κείτονταν το πτώμα.
Ο διευθυντής του πρακτορείου αυτοκινήτων, Τοζάνης, απέδωσε το έγκλημα περισσότερο σε πράξη εκδίκησης, άποψη που —όπως είπε— συμμεριζόταν μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης στο Αγρίνιο, θεωρώντας ως ηθικό αυτουργό τον Μπέλλο.
Στη συνέχεια κατέθεσε ο κτηματίας Ρούσης, στο κτήμα του οποίου είχαν παραμείνει για λίγο οι καπνέμποροι λίγες ώρες πριν από τη δολοφονία. Παραδέχθηκε ότι διατηρούσε στενές σχέσεις με τον Μπέλλο και τον συναντούσε καθημερινά. Όταν ρωτήθηκε αν τον είχε δει την παραμονή του εγκλήματος, απάντησε ότι δεν θυμάται. Ο πρόεδρος τον πίεσε έντονα, λέγοντάς του ότι δεν μπορεί να επικαλείται επιλεκτική μνήμη. Σε αντιπαράσταση, άλλοι μάρτυρες επέμειναν ότι η συνάντηση είχε πράγματι γίνει.
Η συνεδρίαση διακόπηκε το μεσημέρι και συνεχίστηκε το απόγευμα. Ο Οδυσσέας Πέππας κατέθεσε ότι βρισκόταν στον δρόμο από το Σοροβίγλι προς το Αγρίνιο, παράλληλα με τον ποταμό, όταν άκουσε πυροβολισμούς στο 17ο χιλιόμετρο. Είδε ένα αυτοκίνητο να τρέχει με μεγάλη ταχύτητα και λίγο μετά έναν άνθρωπο να κατευθύνεται προς το ποτάμι. Δεν είδε άλλον να κατεβαίνει από τον βράχο. Πλησίασαν τον άνθρωπο θεωρώντας τον ύποπτο, αλλά διαπίστωσαν ότι ήταν παιδί, που ζητούσε βοήθεια και τους αφηγήθηκε την επίθεση και τη δολοφονία του Κατσιμπίνη.
Σε αντιπαράσταση, ο Αλέξης τροποποίησε προηγούμενη κατάθεσή του, λέγοντας ότι δεν βρισκόταν σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από τον τόπο του εγκλήματος όταν είδε τον δράστη, αλλά περίπου 300 μέτρα. Ο στρατοδίκης Πολίτης τον ρώτησε από πόσα όπλα μπορεί να προήλθαν οι πυροβολισμοί — «από δύο ή τρία», απάντησε — και αν το έγκλημα έγινε για ληστεία ή εκδίκηση. Η απάντηση ήταν σαφής: «Δεν χρειάζονταν να σκοτώσουν για να ληστέψουν».
Μάρτυρες από τα γύρω χωριά περιέγραψαν τις πέτρες που είχαν τοποθετηθεί επίτηδες στον δρόμο. Ο Γρηγόριος Σόλος κατέθεσε ότι, δύο ώρες πριν ξημερώσει, ξεκίνησε με κάρο και σούστα από την Όχτια προς το Αγρίνιο. Λίγο πριν φτάσουν στο σημείο του εγκλήματος, είδαν δύο πέτρες στη “ροδιά” του δρόμου και τις παραμέρισαν για να περάσουν. Παραδέχθηκε ότι το μαστίγιο που βρέθηκε αργότερα στον βράχο ήταν δικό του και πιθανόν του έπεσε εκείνη τη στιγμή. Πιστεύει ότι οι δράστες επανέφεραν τις πέτρες στη θέση τους αφού εκείνοι απομακρύνθηκαν.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν και άλλες καταθέσεις. Πολλοί ανέφεραν ότι στο χωριό λεγόταν πως το έγκλημα το διέπραξε ο Κόκιος, όχι για ληστεία, αλλά κατ’ εντολή του Μπέλλου, ο οποίος είχε πολιτικές διαφορές με τα θύματα. Υποστήριξαν ακόμη ότι ο Μπέλλος έπαιρνε μαζί του τον Κόκιο ως σωματοφύλακα όταν επισκεπτόταν το Σοροβίγλι. Τόνισαν ότι στην περιοχή δεν δρούσαν ληστές και πως κανείς δεν φοβόταν επιθέσεις τέτοιου είδους. Ο Ανδρέας Γατέλλης χαρακτήρισε τον Κόκιο «όχι καλό άνθρωπο» και ανέφερε ότι λίγες ημέρες πριν είχε σκοτώσει τον Μακρυπίδη για έναν σάκο φύλλα αραβοσίτου. Άλλοι μάρτυρες επανέλαβαν ότι ο Κόκιος κυκλοφορούσε χωρίς φόβο μετά από εκείνο το έγκλημα, «γιατί είχε πλάτες».
Καθώς η ημέρα ολοκληρωνόταν, οι καταθέσεις συνέχιζαν να ενισχύουν την άποψη ότι δεν επρόκειτο για ληστεία αλλά για πράξη με πολιτικό υπόβαθρο. Η συνεδρίαση διακόπηκε για να συνεχιστεί την επόμενη ημέρα, μέσα σε κλίμα έντασης και με την τοπική κοινωνία να παρακολουθεί κάθε εξέλιξη με κομμένη την ανάσα.
Φωτογραφία: Σκίτσο από την αίθουσα του στρατοδικείου
——————————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον
και όχι για να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον


