...
Το κάστρο της Βόνιτσας
Το κάστρο της Βόνιτσας απέχει από το Αγρίνιο περίπου 69,6 χλμ.
Ο χρόνος που απαιτείται για τη διαδρομή με αυτοκίνητο
είναι 53 λεπτά της ώρας ανάλογα με τις κυκλοφοριακές συνθήκες
και την ακριβή διαδρομή που θα επιλέξετε.

| Με click στον χάρτη σε μεγέθυνση η διαδρομή|
Ατενίζοντας τον Αμβρακικό
Επιβλητικό και καλοδιατηρημένο, σε περίοπτη και στρατηγική θέση,
ατενίζοντας τον Αμβρακικό, το Ιόνιο και την Ήπειρο,
είναι ένα από τα κορυφαία ακαρνανικά μνημεία και αποτελεί σήμα κατατεθέν της Βόνιτσας
Επιμέλεια: Λ. Τηλιγάδας
Στη Βόνιτσα, πάνω σε ένα ύψωμα που βρέχεται από τα ήρεμα νερά του Αμβρακικού κόλπου, δεσπόζει το επιβλητικό κάστρο, το οποίο αποτελεί το πιο αναγνωρίσιμο σημείο της περιοχής και ένα από τα σημαντικότερα οχυρωματικά σύνολα της δυτικής Ελλάδας. Το φρούριο, που έχει χαρακτηριστεί με Βασιλικό Διάταγμα του 1922 ως «προέχον βυζαντινόν μνημείον», συνδέεται με τις πρώτες μαρτυρίες για την ύπαρξη της βυζαντινής πόλης ήδη από τα τέλη του 10ου αιώνα, ενώ η ανέγερσή του τοποθετείται στον 11ο αιώνα, περίπου το 1070, επί Κομνηνών, όταν οι Ενετοί έλαβαν από το Βυζάντιο το προνόμιο να οικοδομήσουν το φρούριο και, ουσιαστικά, να αξιοποιήσουν εμπορικά το λιμάνι που έλεγχε την είσοδο στον Αμβρακικό.
Μετά το 1204, όταν η βυζαντινή αυτοκρατορία διαλύθηκε από τη Δ΄ Σταυροφορία, η Βόνιτσα εντάχθηκε στο Δεσποτάτο της Ηπείρου, ενώ το 1294 παραχωρήθηκε στον πρίγκιπα του Τάραντα ως μέρος της προίκας της κόρης του Δεσπότη της Ηπείρου, γεγονός που αποτυπώνει τη σημασία της ως διαπραγματευτικό και γεωπολιτικό χαρτί. Το 1362 περιήλθε στον οίκο των Τόκκων της Κεφαλλονιάς και το 1448 επανήλθε στους Βενετούς, οι οποίοι αντιλαμβάνονταν ότι τα φρούρια της Βόνιτσας και της Ναυπάκτου αποτελούσαν κρίσιμους κόμβους για την οικονομική και στρατιωτική τους πολιτική στο Ιόνιο, καθώς μαζί με τα οχυρά της Πρέβεζας και της Αγίας Μαύρας, δηλαδή της σημερινής Λευκάδας, συγκροτούσαν μια αλυσίδα ελέγχου στην είσοδο του Αμβρακικού, υπό την εποπτεία Ενετού Προβλεπτή.
Το 1479, μετά τη λήξη του Α΄ Τουρκοβενετικού πολέμου, οι Οθωμανοί κατέλαβαν τη Βόνιτσα, εγκαινιάζοντας μια μακρά περίοδο εναλλαγών κυριαρχίας, καθώς οι Ενετοί επανήλθαν το 1684 υπό τον Φραγκίσκο Μοροζίνι και κατέλαβαν το κάστρο, ενώ οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν για δεκαπέντε ακόμη χρόνια μέχρι τη συνθήκη του Κάρλοβιτς το 1699, με την οποία η Βόνιτσα κατοχυρώθηκε επίσημα στη Βενετία. Το 1714 ξέσπασε νέος Ενετοτουρκικός πόλεμος και οι Οθωμανοί ανέκτησαν το φρούριο, όμως το φθινόπωρο του 1717 ισχυρή ενετική δύναμη το πολιόρκησε και, ύστερα από σφοδρές μάχες, το κατέλαβε εκ νέου, με αποτέλεσμα η Βόνιτσα να παραμείνει ενετική κτήση έως το 1797, όταν η κατάλυση της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας από τον Ναπολέων Βοναπάρτης έθεσε τέλος στην ενετική κυριαρχία. Κατά την περίοδο αυτή διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό η τελική μορφή του κάστρου, καθώς οι Ενετοί, αλλά και οι Οθωμανοί σε προηγούμενες φάσεις, προχώρησαν σε εκτεταμένες επεμβάσεις.
Το 1797 το κάστρο πέρασε για σύντομο διάστημα στους Γάλλους, οι οποίοι το έχασαν τον επόμενο χρόνο από τον Αλή Πασάς, ο οποίος εκείνη την εποχή ενίσχυε συστηματικά την οχυρωματική παρουσία του στην ευρύτερη περιοχή. Κατά την Επανάσταση του 1821 οι Έλληνες κατέλαβαν το φρούριο, χωρίς όμως να το διατηρήσουν σταθερά υπό τον έλεγχό τους, καθώς αναφέρεται ότι παρέμεινε σε αυτό μικρή τουρκική δύναμη, ενώ η οριστική αποχώρηση των Οθωμανών σημειώθηκε το 1828, όταν οι δυνάμεις του Γιουσούφ πασά που είχαν συγκεντρωθεί στην περιοχή ηττήθηκαν από τον Μάρκος Μπότσαρης, και η επίσημη ενσωμάτωση της Βόνιτσας στο Ελληνικό Κράτος πραγματοποιήθηκε στις 17 Απριλίου 1832 μαζί με την υπόλοιπη Ακαρνανία.
Ανάμεσα στα ιστορικά γεγονότα που συνδέονται με την καστροπολιτεία ξεχωρίζει ο θάνατος του Νορμανδού κατακτητή της Σικελίας Ροβέρτος Γυισκάρδος το 1085, αν και η επικρατέστερη άποψη τον θέλει να πεθαίνει στο Ληξούρι, γεγονός που δείχνει ότι η περιοχή βρέθηκε ήδη από τον 11ο αιώνα στο επίκεντρο ευρωπαϊκών ανταγωνισμών.
Ως προς τη δομή και την αρχιτεκτονική του, το κάστρο εκτείνεται σε 105 στρέμματα και το ανώτατο σημείο του φθάνει τα 65 μέτρα πάνω από τη θάλασσα, ενώ ακολουθεί την τυπική τριμερή διάταξη των μεσοβυζαντινών καστροπολιτειών, καθώς αποτελείται από την άνω ακρόπολη, την κάτω ακρόπολη και τη Χώρα, δηλαδή την οχυρωμένη κάτω πόλη που λειτουργούσε ως κέντρο του αστικού, οικονομικού και θρησκευτικού βίου. Ο περίβολος της ακρόπολης, με ακανόνιστο ατρακτοειδές σχήμα μήκους 265 και πλάτους 150 μέτρων, περικλείει έκταση 34 στρεμμάτων και προσανατολίζεται από βορειοδυτικά προς νοτιοανατολικά, ενώ στο βορειοδυτικό τμήμα υψώνεται σχεδόν κυκλικό κτίσμα που σήμερα λειτουργεί ως ναός αφιερωμένος στην Αγία Σοφία, κοντά στο οποίο διατηρείται κτίριο με εσωτερική στήριξη σε τόξα, το οποίο πιθανότατα χρησιμοποιήθηκε ως αποθήκη.
Το μεγαλύτερο μέρος των οχυρώσεων και των σωζόμενων κτισμάτων σχεδιάστηκε από ενετούς μηχανικούς επάνω στα παλαιότερα, ερειπωμένα βυζαντινά τείχη, ενώ οι εκτεταμένες προσθήκες και μετασκευές του 17ου και του 18ου αιώνα κάλυψαν σε μεγάλο βαθμό τα αρχικά στοιχεία και προσέδωσαν στο φρούριο τη μορφή που διατηρεί σήμερα. Παρατηρώντας κανείς προσεκτικά τη διάταξη των τειχών διαπιστώνει ότι ο αρχιτέκτονας αξιοποίησε όλες τις φυσικές ανωμαλίες του βράχου, εντάσσοντάς τες στο σχέδιο με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ο έλεγχος τόσο της στεριάς όσο και της θάλασσας, με αποτέλεσμα το κάστρο να καθίσταται ιδιαίτερα δυσπρόσιτο ακόμη και όταν το υπερασπιζόταν μικρή φρουρά.





