...
| Λευτέρης Τηλιγάδας |
«…δολοφονικώ τω τρόπω…»
| «Την 28ήν Φεβρουαρίου 1944:
Αναρχικοί εντός της πόλεως Αγρινίου, δολοφονικώ τω τρόπω,
ρίψαντες 2 χειροβομβίδας εναντίον 10μελούς περιπόλου μας,
ετραυμάτισαν ελαφρώς τον λοχίαν περιπολάρχην και 7 εύζωνας.
Οι συλληφθέντες τρεις πρωταίτιοι εξετελέσθησαν» |
(Γεώργιος Τολιόπουλος)
Στα τέλη του 1998, όπως έχουμε ξαναγράψει, σε μια συγκυρία που η ελληνική κοινωνία έμοιαζε να πιστεύει πως είχε πια αποκτήσει την ιστορική απόσταση και την πολιτική ωριμότητα να κοιτάξει κατάματα το παρελθόν της, η Διεύθυνση Ιστορίας του Γενικό Επιτελείο Στρατού προχώρησε σε μια κίνηση με βαρύ συμβολισμό: έδωσε στη δημοσιότητα, και στη διάθεση της πολιτικής και επιστημονικής έρευνας, τα αρχεία που αφορούσαν την περίοδο της Κατοχής, του Εμφυλίου και της πρώτης μετεμφυλιακής εποχής. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, έγγραφα που είχαν παραμείνει σφραγισμένα, φρουροί μιας επίσημης εκδοχής της ιστορίας, άρχισαν να κυκλοφορούν σε χέρια ιστορικών, ερευνητών, δημοσιογράφων, αλλά και ανθρώπων που αναζητούσαν απαντήσεις για τις ζωές και τους θανάτους των δικών τους.
Η κίνηση αυτή, ωστόσο, αποδείχθηκε βραχύβια. Πολύ σύντομα τα αρχεία αποσύρθηκαν, με μια αιτιολόγηση που αποκάλυπτε πόσο εύθραυστη παρέμενε η σχέση της χώρας με το παρελθόν της: αρκετοί από τους πρωταγωνιστές βρίσκονταν ακόμη εν ζωή και η δημοσιοποίησή τους, υποστήριξε το Γ.Ε.Σ., κινδύνευε να αναζωπυρώσει «αμαρτωλά πάθη του παρελθόντος». Η επίσημη μνήμη υποχώρησε μπροστά στον φόβο της σύγκρουσης, αφήνοντας ξανά τη σιωπή να καλύψει γεγονότα που είχαν ήδη χαραχτεί ανεξίτηλα στη συλλογική εμπειρία.
Χρειάστηκε να περάσουν οκτώ ολόκληρα χρόνια για να εκδοθούν ξανά αυτά τα αρχεία. Ανάμεσά τους βρισκόταν και ένα από τα πιο σκοτεινά και αποκαλυπτικά τεκμήρια της Κατοχής στη Δυτική Ελλάδα: η έκθεση του αρχιταγματασφαλίτη, τότε ταγματάρχη, Γεωργίου Τολιόπουλου, ενός προσώπου που η τοπική και ιστορική μνήμη έχει φορτώσει με τα παρανόμια «σφαγέας του Αγρινίου» και «Κτηνάνθρωπος». Το πρώτο συνδέεται άμεσα με την εκτέλεση των «120» Αιτωλοακαρνάνων και Πρεβεζάνων που κρατούνταν στις φυλακές της Αγίας Τριάδας τον Απρίλη του 1944· το δεύτερο με την απάνθρωπη, κτηνώδη συμπεριφορά του κατά τις ανακρίσεις δεκάδων συλληφθέντων κατοίκων της ευρύτερης περιοχής του Αγρίνιο, οι οποίοι θεωρήθηκαν ύποπτοι για συμμετοχή στην Αντίσταση.
Μία τεράστια απόδειξη αυτής της συμπεριφοράς βρίσκουμε στη σελίδα 29 της αναφοράς Τολιόπουλου, στην οποία διαβάζουμε: «Την 28ήν Φεβ/ρίου 1944: Αναρχικοί εντός της πόλεως Αγρινίου, δολοφονικώ τω τρόπω, ρίψαντες 2 χειροβομβίδας εναντίον 10μελούς περιπόλου μας, ετραυμάτισαν ελαφρώς τον λοχίαν περιπολάρχην και 7 εύζωνας. Οι συλληφθέντες τρεις πρωταίτιοι εξετελέσθησαν». Η φράση μοιάζει λιτή και δήθεν αυτονόητη, αποκρύπτει όμως περισσότερα απ’ όσα αποκαλύπτει. Ποιοι ήταν οι «πρωταίτιοι»; Πώς συνελήφθησαν; Και, κυρίως, πώς και από ποιον εκτελέστηκαν;
Πράγματι, εκείνες τις ημέρες εκτελέστηκαν τρία άτομα: ο Κώστας Κορόζης από το Τροβάτο Ευρυτανίας και οι Χριστόφορος Καραχρήστος και Μενέλαος Μητιλιός από το Αγρίνιο. Σύμφωνα με προσωπικές μαρτυρίες, η εκτέλεση ήταν μια σκληρή πράξη τρομοκρατίας. Όπως αναφέρει, ο Βασίλης Πατρώνης στη μελέτη του για τον «σκληρό Απρίλητου 1944»[1] και τη δράση του Τάγματος Ασφαλείας Αγρινίου, ο ίδιος ο Τολιόπουλος, εξ επαφής, με το περίστροφό του, μπροστά στους υπόλοιπους κρατούμενους της αποθήκης Παναγόπουλου, έδωσε το τελειωτικό χτύπημα, όχι μόνο στα σώματα των τριών, αλλά και στο ηθικό όσων παρακολουθούσαν, σε μια επίδειξη εξουσίας, εκφοβισμού και παραδειγματισμού.
Οι ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, ψυχρές και αυτές, καταγράφουν ότι «ο θάνατος κατά την πιστοποίησιν του ιατρού Ευαγγέλου Παπαλάμπρου, ιατρού του Τάγματος, επήλθεν εκ τραύματος του κρανίου δια πυροβόλου όπλου». Ο Καραχρήστος, μάλιστα, είχε τραυματιστεί ελαφρά από τη ρίψη των χειροβομβίδων και εκτελέστηκε όπως ήταν, τραυματίας. Για τους άλλους δύο, τον Κορόζη και τον Μητιλιό, δεν είναι καν βέβαιο ότι συμμετείχαν στη συγκεκριμένη επίθεση.
agriniostories - lixiarchikes thanatou 28.2.1944
Εδώ ακριβώς ανοίγει το ρήγμα ανάμεσα στην επίσημη αναφορά και τη βιωμένη εμπειρία. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, οι δύο από τους τρεις επιτιθέμενους κατάφεραν να διαφύγουν μέσα στη σύγχυση που προκάλεσαν οι εκρήξεις και ο τραυματισμός των ταγματασφαλιτών. Ο Τολιόπουλος, ανίκανος να εντοπίσει τους φυσικούς αυτουργούς και επιδιώκοντας άμεση αντεκδίκηση, επέλεξε να εφαρμόσει τη θεωρία της «συλλογικής ευθύνης και ενοχής»: μαζί με τον Καραχρήστο εκτέλεσε δύο κρατούμενους με αριστερή οικογενειακή παράδοση και δράση, παρουσιάζοντάς τους ως ηθικούς αυτουργούς της επίθεσης και παραποιώντας, για ακόμη μια φορά, την πραγματικότητα στην αναφορά του. Μαρτυρίες από το συγγενικό περιβάλλον των θυμάτων μιλούν για σύλληψή τους σε χρόνο προγενέστερο της επίθεσης, ενώ άλλες μαρτυρίες τοποθετούν την εκτέλεση όχι τη Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου, αλλά την Κυριακή 27, γεγονός που επιβεβαιώθηκε αργότερα και από τα στοιχεία του Ληξιαρχείου Αγρινίου.
Οι αποθήκες Παναγόπουλου δεν υφίστανται πλέον ως υλικό αποτύπωμα εκείνης της εποχής. Κατεδαφίστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’90, σε μια περίοδο κατά την οποία η πόλη άλλαζε πρόσωπο, επεκτεινόταν πολεοδομικά και απομάκρυνε, χωρίς ιδιαίτερη περίσκεψη, από το ορατό της τοπίο κτίρια φορτισμένα με δύσκολες και επώδυνες μνήμες. Ο χώρος όπου στρατωνίστηκε το Τάγμα Ασφαλείας Αγρινίου και όπου κρατήθηκαν και εκτελέστηκαν οι συλληφθέντες δεν υπάρχει πια. Η φυσική του απουσία λειτουργεί σχεδόν συμβολικά, καθώς συμπίπτει χρονικά με μια περίοδο κατά την οποία τα αρχεία άνοιγαν και ξαναέκλειναν και η επίσημη πολιτεία ταλαντευόταν ανάμεσα στη διαφάνεια και τη σιωπή. Την ώρα που τα ντοκουμέντα για την Κατοχή και τον Εμφύλιο μετακινούνταν από τα ράφια των στρατιωτικών υπηρεσιών στα χέρια των ερευνητών – και συχνά επέστρεφαν ξανά – ο τόπος της κράτησης και της εκτέλεσης εξαφανιζόταν από τον αστικό ιστό του Αγρινίου.
Η κατεδάφιση των αποθηκών Παναγόπουλου ήταν μια σιωπηρή μετατόπιση της μνήμης από το πραγματικό πεδίο, στο πεδίο της αφήγησης. Από τη στιγμή που ο χώρος χάθηκε, η ιστορία του επιβιώνει μόνο μέσα από μαρτυρίες, ληξιαρχικές πράξεις και δημοσιεύσεις. Kι ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της μεταπολιτευτικής διαχείρισης του παρελθόντος: οι τόποι της βίας χάνονται, τα αρχεία ανοίγουν και κλείνουν, αλλά τα ερωτήματα παραμένουν. Και όσο παραμένουν, η ανάγκη για έρευνα, τεκμηρίωση και δημόσιο λόγο γύρω από εκείνη την περίοδο δεν μπορεί να θεωρηθεί αναμόχλευση «αμαρτωλών παθών», αλλά στοιχειώδης πράξη ιστορικής αυτογνωσίας.
———————————————————————————————————————————————————-
Πηγή: Βασίλη Πατρώνη, Ο «σκληρός Απρίλης» του 1944, αρχείον Αγρινίου, τεύχος 5, σελίδα 5
Φωτογραφία: Γιώργος Τολιόπουλος
——————————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον
και όχι για να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν


