Το τέλος ως αρχή | Doors: «The End»


...

| Doors – «The End» |

Το τέλος ως αρχή

| Πώς ένα τραγούδι των Doors έγινε τελετουργία,
εξομολόγηση και πολιτισμικό ορόσημο |


Το The End  είναι μια εμπειρία, κάτι ανάμεσα σε τελετουργία, ψυχεδελικό ταξίδι και ωμή εξομολόγηση. Όταν ξεκινά, δεν σου υπόσχεται ρεφρέν, δεν σου χαϊδεύει το αυτί. Σε προειδοποιεί από την πρώτη φράση: «»This is the end, beautiful friend σου λέει καθαρά ότι μπαίνεις σε έδαφος επικίνδυνο, εσωτερικό, χωρίς επιστροφή. Η ιστορία του τραγουδιού ξεκινά απλά. Ο Jim Morrison το γράφει αρχικά ως μπαλάντα χωρισμού. Ένα τέλος μιας σχέσης, τίποτα περισσότερο. Όμως το κομμάτι δεν έμεινε εκεί. Με τις ζωντανές εμφανίσεις των Doors στο Whisky a Go Go, το τραγούδι άρχισε να «ανοίγει», να μακραίνει, να σκοτεινιάζει, να αποκτά αυτοσχεδιασμούς, παύσεις, εκρήξεις. Κάθε βράδυ ήταν και διαφορετικό. Και κάθε βράδυ, ο Morrison έσπρωχνε λίγο πιο πέρα και τα δικά του όρια και του κοινού.

Μουσικά, το The End είναι χτισμένο πάνω σε μια μονότονη επανάληψη. Η κιθάρα του Robbie Krieger δεν επιτίθεται· αιωρείται, τα πλήκτρα του Ray Manzarek είναι σαν μακρόσυρτοι καπνοί, το τύμπανο του John Densmore κρατά έναν ρυθμό σχεδόν τελετουργικό. Δεν υπάρχει βιασύνη. Για να το διασχίσεις ολόκληρο πρέπει να διασχίσεις ζωντανός μια έρημο έντεκα λεπτών με όχημα τη σιγανή και ύπουλη φωνή του Morrison. Και τι λέει; Εδώ αρχίζει το πραγματικά δύσκολο κομμάτι. Το The End δεν αφηγείται μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Είναι μια ροή εικόνων: δρόμοι, φίδια, βασίλεια, παιδιά που χάνονται, πατέρες που πρέπει να «σκοτωθούν». Η περίφημη οιδιπόδεια ενότητα: «»Father, I want to kill you | Mother, I want to…, έπεσε σαν βόμβα το 1967. Σόκαρε. Απαγορεύτηκε. Έκλεισε πόρτες. Αλλά ταυτόχρονα καθόρισε ότι το rock δεν είναι απλά διασκέδαση, αλλά μια βουτιά στο ασυνείδητο.

Ο Morrison δεν τραγουδά· απαγγέλλει, ψιθυρίζει, ουρλιάζει. Θυμίζει ποιητή σε έκσταση, σαμάνο, άνθρωπο που στέκεται στο όριο ανάμεσα στη σκηνή και σε κάτι αρχέγονο. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί μιλούν για τελετουργικό χαρακτήρα. Το The End δεν ακούγεται παθητικά. Σε τραβά μέσα του, είτε το θέλεις είτε όχι.

Η ηχογραφημένη εκδοχή του τραγουδιού κλείνει το ντεμπούτο άλμπουμ The Doors. Και το κλείνει με τρόπο απόλυτο. Μετά απ’ αυτό, δεν υπάρχει «άλλη πλευρά». Είναι σαν να κατεβάζει την αυλαία με θόρυβο. Και όμως, αυτό το τέλος ήταν και αρχή. Το συγκρότημα καθιερώθηκε αμέσως ως κάτι διαφορετικό, πιο σκοτεινό, πιο επικίνδυνο από τους περισσότερους συνοδοιπόρους του στην ψυχεδελική σκηνή των sixties.

Χρόνια αργότερα, το The End θα αποκτήσει και δεύτερη ζωή. Όταν ακούγεται στην εναρκτήρια σκηνή του Apocalypse Now, πάνω από τις εικόνες της καμένης ζούγκλας και του πολέμου στο Βιετνάμ, το τραγούδι μοιάζει να βρίσκει το απόλυτο οπτικό του ισοδύναμο. Εκεί καταλαβαίνεις πόσο διαχρονικό είναι. Δεν μιλά μόνο για έναν χωρισμό ή μια οικογενειακή σύγκρουση. Μιλά για το τέλος της αθωότητας, για την κατάρρευση των βεβαιοτήτων, για το χάος που καραδοκεί πίσω από την πρόοδο.

 

 

Το The End παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο απαιτητικά τραγούδια στην ιστορία του ροκ. Δεν το βάζεις «στο background». Θέλει χρόνο, σιωπή, διάθεση. Και ίσως γι’ αυτό αντέχει. Γιατί δεν προσπάθησε ποτέ να γίνει εύκολο. Είναι ένα κομμάτι που σε κοιτάζει στα μάτια και σου λέει: «αν θες, έλα. Αλλά να ξέρεις, δεν θα βγεις ίδιος».

Ένα τέλος, που, όσο περνούν τα χρόνια, μοιάζουν όλο και περισσότερο με αρχή.

 

 

Όσα έγιναν στην τελευταία συναυλία των Doors

Κατά τη διάρκεια του τελευταίου τραγουδιού,
του «The End», ο Μόρισον «τα έχασε»
και άρχισε να σπάει τη βάση του μικροφώνου στην σκηνή

Πριν από 56 χρόνια, ο Τζιμ Μόρισον έδωσε την τελευταία συναυλία του με τους Doors, μία συναυλία καταστροφική, χαώδη, που γέννησε εκατοντάδες μύθους και φήμες, και τελικά σηματοδότησε το τέλος του Μόρισον και του συγκροτήματος. Μετά από πέντε μόλις χρόνια μουσικής πορείας, ίσως το πιο επιδραστικό και παράλληλα αμφιλεγόμενο συγκρότημα των 60s διαλύθηκε, λόγω του αλκοολισμού του Μόρισον.

Ήταν τον Δεκέμβριο του 1970, κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης του “L.A. Woman” του τελευταίου άλμπουμ των Doors με τον Μόρισον, που προσπάθησαν να κάνουν μερικές συναυλίες για να προμοτάρουν την νέα τους δουλειά, που ο frontman του συγκροτήματος έχασε κάθε έλεγχο.

Μεθυσμένος, ο Τζιμ Μόρισον ανέβηκε στη σκηνή του Warehouse -ενός συναυλιακού χώρου στην Νέα Ορλεάνη- και σύντομα άρχισε να ξεχνά τους στίχους των πιο κλασικών τραγουδιών των Doors, να φωνάζει τα λόγια του “St James Infirmary Blues” σε κάθε τραγούδι που έπαιζαν, να λέει προσβλητικά αστεία που δεν έβγαζαν νόημα και γενικότερα να “χάνει” το κοινό.

«Στη μέση της συναυλίας η ενέργειά του, η ουσία του, η ζωτικότητά του απλά τον εγκατέλειψαν. Νόμιζα ότι είδα το πνεύμα του να αφήνει το κορμί του» έγραψε ο Ρέι Μάνζαρεκ των Doors στην αυτοβιογραφία του το 1998.

Μάλιστα, σύμφωνα με μαρτυρίες κάποια στιγμή ο Μόρισον κατέρρευσε στη σκηνή και αρνήθηκε να σηκωθεί. Προς το τέλος της συναυλίας λέγεται ότι ήταν σωριασμένος πάνω από το μικρόφωνό του. Άλλοι λένε ότι κάθισε πάνω στα ντραμς του Τζον Ντένσμορ, ο οποίος αναγκάστηκε να τον σπρώξει διακριτικά με το πόδι του προς την κατεύθυνση του μικροφώνου για να τραγουδήσει.

Το φινάλε της συναυλίας όμως ήταν και το πιο συγκλονιστικό. Κατά τη διάρκεια του τελευταίου τραγουδιού, του «The End», ο Μόρισον «τα έχασε» και άρχισε να σπάει τη βάση του μικροφώνου στην σκηνή, κάνοντας το κομμάτια, δημιουργώντας μία τρύπα στη σκηνή. Τότε αποχώρησε από τον χώρο. Αυτό ήταν το τέλος της τελευταίας συναυλίας που έδωσε ποτέ ο Τζιμ Μόρισον με τους Doors, και η αρχή του τέλους για το ίδιο το συγκρότημα.

 

————————————————————
Επιμέλεια: Lef.T

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *