...
| Λευτέρης Τηλιγάδας |
Τα Πετροχημικά, η ένταξη στην ΕΟΚ
και το ξένο κεφάλαιο
| Η συζήτηση κατά τη διάρκεια του συνεδρίου «Η βιομηχανία στην Ελλάδα»,
που διοργάνωσε το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος στο Ευγενίδειο Ίδρυμα |
Έντονες αντιδράσεις προκάλεσε η κυβερνητική απόφαση για την εγκατάσταση πετροχημικού εργοστασίου στην περιοχή του Νεοχωρίου, στις εκβολές του Αχελώου. Οι κάτοικοι της περιοχής δήλωσαν αποφασισμένοι να αγωνιστούν με κάθε μέσο για να αποτρέψουν την εγκατάστασή του. Αυτό υπογράμμισε ο γεωπόνος Τάκης Μακρής, πρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου Νεοχωρίου, κατά τη διάρκεια του συνεδρίου «Η βιομηχανία στην Ελλάδα», που διοργάνωσε το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος στο Ευγενίδειο Ίδρυμα στις αρχές Φεβρουαρίου του 1981
Η υπόθεση της εγκατάστασης εργοστασίου πετροχημικών στο Νεοχώρι Μεσολογγίου αποτέλεσε ένα από τα πιο αποκαλυπτικά παραδείγματα της σύγκρουσης ανάμεσα στον κρατικό αναπτυξιακό σχεδιασμό και την κοινωνική πραγματικότητα. Δεν επρόκειτο για ένα τεχνικό λάθος ή για μια μεμονωμένη αστοχία, ήταν το αποτέλεσμα μιας ολόκληρης λογικής που αντιμετώπιζε τον χώρο ως κενό πεδίο και τους κατοίκους ως παράγοντα που έπρεπε απλώς να «πειστεί» ή να παρακαμφθεί. Το ίδιο συμβαίνει σήμερα με την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν έχει μετατοπιστεί καθόλου από το μακρινό 1981 η κρατική πολιτική για τέτοιου είδους επενδύσεις.
Η κυβερνητική απόφαση για την εγκατάσταση του εργοστασίου είχε ληφθεί τότε χωρίς ουσιαστική διαβούλευση, χωρίς χωροταξικό σχεδιασμό και χωρίς αξιόπιστη μελέτη επιπτώσεων. Το Νεοχώρι δεν επιλέχθηκε επειδή διέθετε τις κατάλληλες παραγωγικές ή περιβαλλοντικές προϋποθέσεις αλλά επειδή βρισκόταν μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα και, θεωρητικά, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Η λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, ένας από τους πιο ευαίσθητους υδροβιότοπους της χώρας, αντιμετωπίστηκε ως «παράπλευρη απώλεια» στο όνομα της βιομηχανικής επέκτασης.
Η αντίδραση των κατοίκων υπήρξε άμεση και μαζική. Αγρότες, ψαράδες, εργαζόμενοι και τοπικοί φορείς συγκρότησαν ένα αυθόρμητο μέτωπο άρνησης, όχι από γενική εχθρότητα προς τη βιομηχανία, αλλά από επίγνωση του τι σήμαινε ένα πετροχημικό εργοστάσιο για τον τόπο τους. Η τοπική κοινωνία διέθετε ήδη μια οικονομία βασισμένη στη γεωργία, την αλιεία και τη μικρής κλίμακας μεταποίηση. Η εγκατάσταση μιας βαριάς χημικής βιομηχανίας απειλούσε να διαλύσει αυτό το παραγωγικό πλέγμα, χωρίς να εγγυάται σταθερή και ποιοτική απασχόληση.
Από την πλευρά της ΕΛΒΜΕ, ο χημικός μηχανικός δρ. Β. Λέκας παραδέχθηκε ότι η αντίδραση και η κινητοποίηση των κατοίκων δεν επέτρεψαν μέχρι σήμερα την προσέγγιση των συνεργείων στην περιοχή που έχει επιλεγεί. Υποστήριξε, μάλιστα, ότι αν τελικά δεν εγκατασταθεί το πετροχημικό εργοστάσιο στο Νεοχώρι, δεν υπάρχει άλλη περιοχή στην οποία να μπορεί να χωροθετηθεί. Παράλληλα, διαβεβαίωσε ότι έχει εξεταστεί και διασφαλιστεί πως το εργοστάσιο δεν πρόκειται να βλάψει τους κατοίκους.
Στο σημείο αυτό παρενέβη ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών Δ. Παπαμαντέλος, ο οποίος τόνισε ότι οι αποφάσεις για τη χωροθέτηση του πετροχημικού εργοστασίου λαμβάνονται με πρόχειρο τρόπο και πως μόνο η αντίδραση των κατοίκων μπορεί να τις ανατρέψει. Όπως επισήμανε, αρχικά είχε αποφασιστεί η εγκατάσταση του εργοστασίου στην Καβάλα, στη συνέχεια στο Κρυονέρι, στον Γαλατά και τελικά στο Νεοχώρι, με την κυβέρνηση να κρίνει κάθε φορά ότι η εκάστοτε περιοχή είναι «κατάλληλη».
Σύμφωνα με τον ίδιο, το πετροχημικό εργοστάσιο οφείλει να εγκατασταθεί σε περιοχή που θα κριθεί κατάλληλη ύστερα από λεπτομερή μελέτη των επιπτώσεων στους κατοίκους, τους εργαζόμενους και το περιβάλλον και, οπωσδήποτε, εντός πλήρως οργανωμένης βιομηχανικής ζώνης. Διαφορετικά, οι καταστροφές θα είναι εκτεταμένες, όπως κατέδειξε και η εισήγηση με τίτλο «Πετροχημική βιομηχανία και περιβάλλον», που παρουσιάστηκε στο συνέδριο από ομάδα εργασίας αποτελούμενη από τους Α. Μπαράκο, Δ. Παπαμαντέλο, Β. Στιβανάκη και Χ. Στρεμένο. Με συγκεκριμένα στοιχεία, η εισήγηση ανέδειξε τις καταστροφικές επιπτώσεις των πετροχημικών εργοστασίων στη Ραβένα και ιδιαίτερα στο Κάλιαρι, περιοχή με περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά παρόμοια με εκείνα του Μεσολογγίου και του Αχελώου.
Στο συνέδριο του ΤΕΕ επισημάνθηκε ότι η κυβερνητική στάση απέναντι στο Νεοχώρι δεν διέφερε από άλλες παρόμοιες περιπτώσεις: όταν οι αντιδράσεις κορυφώνονταν, το έργο «μετακινούνταν» σε άλλη περιοχή, χωρίς να αμφισβητείται η ίδια η επιλογή του τύπου της βιομηχανίας ή η λογική της εγκατάστασής της. Έτσι μια πλειάδα περιοχών της περιφέρειας μετατράπηκαν σε πιθανούς «δέκτες» ενός προβλήματος, που κανείς δεν ήθελε δίπλα του.
Το Νεοχώρι ανέδειξε και κάτι ακόμη πιο κρίσιμο: την απουσία κοινωνικού ελέγχου στον αναπτυξιακό σχεδιασμό. Οι τεχνικές μελέτες παρουσιάζονταν αποσπασματικά, οι κίνδυνοι υποβαθμίζονταν και οι υποσχέσεις για θέσεις εργασίας διογκώνονταν. Όπως υπογραμμίστηκε στο συνέδριο, ακόμη και αν το εργοστάσιο πληρούσε τους στοιχειώδεις τεχνικούς όρους, το πραγματικό ερώτημα παρέμενε αναπάντητο: ποιος επωφελείται και ποιος πληρώνει το κόστος;
Η περίπτωση του Νεοχωρίου λειτούργησε τελικά ως προειδοποίηση. Έδειξε ότι η βιομηχανική ανάπτυξη χωρίς χωροταξικό σχεδιασμό, χωρίς περιβαλλοντική μέριμνα και χωρίς συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών δεν οδηγεί σε πρόοδο, αλλά σε κοινωνικές ρήξεις και παραγωγικά αδιέξοδα. Ανέδειξε, επίσης, ίσως πιο καθαρά από κάθε άλλη περίπτωση, ότι η περιφέρεια αντιμετωπιζόταν ως αποθήκη επικίνδυνων δραστηριοτήτων, στο περιθώριο των κεντρικών αποφάσεων. Για πολλούς συνέδρους του ΤΕΕ, το Νεοχώρι δεν ήταν απλώς ένα «παράδειγμα προς αποφυγή», ήταν η απόδειξη ότι το ζήτημα της ελληνικής βιομηχανίας δεν μπορεί να λυθεί με μετακινήσεις εργοστασίων στον χάρτη, αλλά μόνο με ρήξη με το μοντέλο ανάπτυξης που θυσιάζει τόπους και κοινωνίες στο όνομα της κερδοφορίας.
Οι άλλες περιοχές
Σε ό,τι αφορά τη χωροθέτηση και τα μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος που οφείλουν να λαμβάνουν οι βιομηχανίες, τονίστηκε ότι το κόστος αποτελεί συχνά το βασικό εμπόδιο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της βιομηχανίας ΣΕΚΟΒΕ στη Βόρεια Ελλάδα, η οποία, έπειτα από διαγωνισμό, προχώρησε στη μελέτη εγκαταστάσεων επεξεργασίας των αποβλήτων της. Η μελέτη κατέδειξε ότι το κόστος των εγκαταστάσεων αυτών ισοδυναμούσε με το κόστος ολόκληρης της βιομηχανικής επένδυσης.
Ως μοναδική λύση προτάθηκε η εγκατάσταση μικρών και μεσαίου μεγέθους βιομηχανιών σε σωστά οργανωμένες βιομηχανικές περιοχές. Ιδιαίτερα σημαντική χαρακτηρίστηκε η συνεδρίαση κατά την οποία παρουσιάστηκαν τα συμπεράσματα των προσυνεδρίων που είχε οργανώσει το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος σε ολόκληρη τη χώρα. Μεταξύ άλλων, επισημάνθηκαν τα εξής: Στη Θεσσαλία, οι δείκτες εγκατεστημένης ισχύος και απασχόλησης στη βιομηχανία παραμένουν εξαιρετικά χαμηλοί, περίπου στα ίδια επίπεδα με την προπολεμική περίοδο. Οι προοπτικές βιομηχανικής ανάπτυξης, στο πλαίσιο της ΕΟΚ, περιορίζονται σε ελαφρές βιομηχανίες, συχνά έντονα ρυπαντικού και επικίνδυνου χαρακτήρα.
Στη Δυτική Μακεδονία, η βιομηχανική ανάπτυξη περιορίζεται στην περιοχή Κοζάνης–Πτολεμαΐδας και βασίζεται αποκλειστικά στην εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου από κρατικούς φορείς. Στις υπόλοιπες περιοχές, ο βαθμός βιομηχανικής ανάπτυξης παραμένει ιδιαίτερα χαμηλός. Τονίστηκε ότι η αξιοποίηση της τέφρας των ορυχείων για την παραγωγή τσιμέντου, σε συνδυασμό με την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη θέρμανση των πόλεων Κοζάνης και Πτολεμαΐδας. Παράλληλα, επισημάνθηκε ότι η ανάπτυξη αυτή συνοδεύεται από σοβαρά προβλήματα, όπως ρύπανση, αναγκαστική μετακίνηση οικισμών και άναρχη αστική ανάπτυξη.
Για την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, διαπιστώθηκε ότι η βιομηχανική ανάπτυξη δεν έχει μέχρι σήμερα προωθηθεί ουσιαστικά. Μόλις πρόσφατα, με τον νόμο 289/78 περί κινήτρων, άνοιξαν κάποιες δυνατότητες, ωστόσο έως τον Ιούνιο του 1980 μόνο το 10% των εγκεκριμένων επενδύσεων είχε προχωρήσει σε υλοποίηση. Τα αίτια εντοπίζονται στην απουσία προγράμματος περιφερειακής ανάπτυξης, στην πολιτική γεωγραφία της περιοχής, στην έλλειψη υποδομών, στην αντιφατικότητα των κινήτρων και, κυρίως, στην εξάρτηση της τοπικής οικονομίας από την Αθήνα.
Στην Κεντρική Μακεδονία διαπιστώθηκε η ύπαρξη μεγάλου αριθμού αντιπαραγωγικών βιομηχανικών μονάδων, όλων των μεγεθών, οι οποίες αντιμετωπίζουν οξύτατα προβλήματα τεχνολογικής υστέρησης και προσαρμοστικότητας στα νέα δεδομένα. Τονίστηκε ιδιαίτερα ότι η ένταξη στην ΕΟΚ αναμένεται να έχει δυσμενέστατες επιπτώσεις για αυτές τις μονάδες, ενώ επισημάνθηκε πως η παρέμβαση του ξένου κεφαλαίου στη βιομηχανία δεν εξυπηρετεί, στις περισσότερες περιπτώσεις, τα συμφέροντα της χώρας.
Τέλος, για τη Μαγνησία υπογραμμίστηκε η ανάγκη προώθησης των έργων του λιμανιού και της επέκτασης του σιδηροδρομικού δικτύου, σε συνδυασμό με την εφαρμογή της μελέτης εξηλεκτρισμού. Ιδιαίτερα εκείνη την εποχή, που ο Βόλος καλούνταν να διαδραματίσει βασικό ρόλο στις εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ Ευρώπης και Μέσης Ανατολής.
——————————————————————————————————————————————————————–
Πηγή: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 7.2.1981, σελ. 5
Φωτογραφία: Τα γραφεία του Αγροτικού Συνεταιρισμού Νεοχωρίου
και όρθιος μπροστά, ο πρόεδρος Τάκης Μακρής
——————————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον
και όχι για να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν


