Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος
Περιπέτειες προτομής
«Έστησαν την προτομή στο επάνω μέρος της πλατείας, έγιναν πανηγυρικά τ’ αποκαλυπτήρια,
έγραψαν οι εφημερίδες, όλα πήγαν καλά. Το Αγρίνιο είχε τιμήσει, και στον κατάλληλο τόπο,
και με τον προσήκοντα τρόπο, τον σημαντικώτερο πνευματικό ήρωά του.»
Υπάρχουν πολυάριθμα θέματα, που περιμένουν τη σειρά τους στη στήλη μου[1]. Μερικά, με το πέρασμα του καιρού, ακυρώνονται και απομένουν ανεπεξέργαστα. Άλλα έχουν τόση διάρκεια μέσα τους, που μπορούν να αναβάλλωνται χωρίς να παλιώνουν. Αλλά να! Πώς να προσπεράσει κανείς εκδηλώσεις, που δείχνουν τόση πολιτιστική ανωριμότητα, ώστε αυτές και μόνες είναι ικανές να προδιαγράψουν, κατά ένα σημαντικό ποσοστό, τα πεπρωμένα ενός τόπου;
Το Αγρίνιο είναι μια πολιτεία που ανεβαίνει. Χτισμένο σε πλουτοφόρα απλωσιά, σε σταυροδρόμι, ανάμεσα στη βορεινή και στη μεσημβρινή Ελλάδα, πέρασμα για το Καρπενήσι από τη μια μεριά, για την Ήπειρο και την Κέρκυρα από την άλλη, ολοένα και με γοργότερο ρυθμό μεγαλώνει. Συναγωνίζεται την Αθήνα σε οικοδομικό οργασμό, αν κρατηθούν, φυσικά, οι αναλογίες. Κάθε μέρα και περισσότεροι συρρέουν εκεί, όσοι εγκαταλείπουν την ύπαιθρο γη. Χωριό άλλοτε, κωμόπολη αργότερα, λογαριάζεται σήμερα με σαράντα χιλιάδες ψυχές. Μαζί με τη Λαμία, που τόσο ικανοποιητικά, αναπτύσσεται, πάει να σχηματίση τη δίδυμη καρδιά της Ρούμελης. Αλλ’ ενώ η Λαμία είναι μια όμορφη πολιτεία, το Αγρίνιο μένει ακόμα ένα μεγάλο χωριό. Η ρυμοτομία του εκφράζει το χάος. Και όχι κατά τον τρόπο που δημιουργεί τη γραφικότητα. Η κεντρική του πλατεία είναι ένας ανοιχτός χώρος απεριποίητος. Κι αν έλειπε το «πάρκο Παπαστράτου», στην έξοδο της πολιτείας, προς το βοριά, δε θα έβρισκε κανείς πού ν’ αποθέση τη ρεμβαστική του διάθεση.
Αυτό σημαίνει, πως πρέπει να γίνουν πολλά. Και ο πόθος δεν λείπει. Λείπουν τα μέσα. Και όπου υπάρχουν τα μέσα απουσιάζει ο σωστός προσανατολισμός. Στο βάθος, πρόκειται για εκείνο το «Μη χάνεσαι!», σύμβολο του νεοελληνικού κόσμου και πρώτα και τώρα, που υπήρξε το θέμα ενός προγενέστερού μου άρθρου.
Πρόκειται για την αέναη ροπή προς την αναβολή, που απαλλάσσει από την άμεση ευθύνη, και για την αποθέωση της εκκρεμότητας. Όλα στον τόπο τούτο, και όχι μόνο στο Αγρίνιο, και αν όχι όλα, για να είμαστε δίκαιοι, τα περισσότερα εκκρεμούν. Τα σχέδια γίνονται με πολλή ευκολία. Οι πραγματοποιήσεις αργοπορούν. Είμαστε ένας λαός αναποφάσιστος, όταν μάλιστα πρόκειται να εξυπηρετηθούν γενικώτερα συμφέροντα. Ο ένας αναθέτει το βάρος της ευθύνης στον άλλο.

Το Αγρίνιο και η ολόγυρη περιοχή έχει προσφέρει στην εθνική μας ιστορία σημαντικές προσωπικότητες. Ανάμεσά τους την πρώτη θέση, φυσικά, κατέχει ο Κώστας Χατζόπουλος, ο ποιητής, ο πεζογράφος, ο μελετητής, ο μεταφραστής σημαντικών ξένων έργων, αυτή η άγρυπνη συνείδηση, που έφερε κάτι από τον αέρα του άλλου κόσμου στα γράμματά μας. ήταν πολύ φυσικό να θελήσουν να τιμήσουν τον Κώστα Χατζόπουλο οι Αγρινιώτες, ευθύς μόλις ένιωσαν ότι το χωριό, το Αγρίνιο, μεταμορφωνόταν σε πολιτεία και ότι ακόμη «πολιτεία» δεν θέλει να πη πολλά σπίτια, αλλά και κάτι πολύ περισσότερο. Μερικοί καλλιεργημένοι άνθρωποι ίδρυσαν ένα επώνυμο σύλλογο, με πρόεδρο αναντικατάστατο τον κ. Γ. Μπούκαρη, λαμπρό επιστήμονα και καλοπροαίρετο επίκουρο κάθε αγαθής προσπάθειας.
Ο σύλλογος συμμάζωξε στους «κόλπους» του, έτσι έγραφαν άλλοτε, τους άξιους να δημιουργήσουν πνευματική κίνηση. Ωργάνωσε διαλέξεις. Έφερε κι από την Αθήνα να μιλήσουν. Αισθάνομαι πολλή συγκίνηση, όταν αναπολώ τις θερμές ώρες, που πέρασα μπροστά σε πυκνά και πρόθυμα ακροατήρια, εκείνη την ψυχική επαφή ανάμεσα στον ομιλητή και στα ευρύτερα στρώματα του κοινού της πολιτείας, που την αποκαθιστούσε η πρώτη ματιά, η πρώτη λέξη. Βρήκα ένα κόσμο ικανό να γευθή τις υψηλότερες χαρές του στοχασμού και της καλλιτεχνικής δημιουργίας, ένα κόσμο που φλέγεται για το καλύτερο. Έτσι περίπου συμβαίνει σ’ ολόκληρη την Ελλάδα. Αλλά το φαινόμενο παρουσιάζεται σε κάποιους τόπους εντονώτερο. Στους τόπους τούτους πρέπει να συγκαταριθμούμε, χωρίς καμμιά πρόθεση φιλοφρονήματος, και το Αγρίνιο.
Έγινε ο σύλλογος, έκαμαν και μια καλή προτομή του Κώστα Χατζόπουλου, έργο του Κλ. Λουκόπουλου. Πάνε χρόνια από τότε. Το δημοτικό συμβούλιο στοχάσθηκε, πως έπρεπε να τη στήση σε τόπο συνδεόμενο με τη μνήμη του τιμώμενου. Πολύ σωστά. Μπροστά στο σπίτι, όπου έζησαν οι Χατζόπουλοι και όπου, ας σημειωθή και τούτο, δεν εγεννήθηκε ο Κώστας Χατζόπουλος, ανοίγεται πλατεία μακρόστενη και αρκετά ευρύχωρη. Έστησαν την προτομή στο επάνω μέρος της πλατείας, έγιναν πανηγυρικά τ’ αποκαλυπτήρια, έγραψαν οι εφημερίδες, όλα πήγαν καλά. Το Αγρίνιο είχε τιμήσει, και στον κατάλληλο τόπο, και με τον προσήκοντα τρόπο, το σημαντικώτερο πνευματικό ήρωά του. Αλλ’ αργότερα, το δημοτικό συμβούλιο στοχάσθηκε πάλι, πως έπρεπε να φροντίση και για την ανακούφιση των ταλαιπωρημένων περαστικών. Πολύ σωστά επίσης. Και βάλθηκε να κατασκευάση βεσπασιανή[2] στην πλατεία Χατζοπούλου. Και άνοιξε την κάθοδό της τσίμα – τσίμα στη ράχη της προτομής.
Βέβαια, είναι πολύ προχωρημένο βήμα πολιτισμού ν’ αναθέτωνται τα λεπτά καθήκοντα φρουρού των βεσπασιανών σε πνευματικούς ανθρώπους. Μήπως τα ίδια καθήκοντα δεν έχει αναλάβει και στην Αθήνα, στην οδό Κυδαθηναίων, ο Δ. Γρ. Καμπούρογλου; Αλλ’ εκείνος ήταν τόσο φιλαθήναιος, ώστε είναι φυσικό ν’ αποδέχεται τα πάντα, αρκεί ν’ ανήκουν στην Αθήνα και στους Αθηναίους, με καλοπροαίρετη διάθεση.
Ως προς το Αγρίνιο όμως τα πράγματα πήραν άλλο δρόμο. Γιατί έφτασε από τη Στοκχόλμη ένα καλοκαίρι, είπαμε, βρισκόμαστε στην Ελλάδα, στην αιώνια Ελλάδα, πράγμα που θέλει να πη, πως εδώ πέρα τα πάντα διαιωνίζονται, η κυρία Σέντα Σλέερ, μόνη κόρη, μόνη απόγονος του Κώστα Χατζόπουλου, πρόσωπο με ανεπτυγμένη ευαισθησία και υψηλή καλλιέργεια. Είδε την προτομή, είδε και τη βεσπασιανή κ’ έφριξε, κ’ έβαλε τις φωνές, κ’ έφερε το θέμα στον τύπο, κ’ έγραψαν κ’ οι αθηναϊκές εφημερίδες πολλά και όλοι είπανε, πως πρέπει κάπου αλλού να μεταφερθή η προτομή. Θα έλεγε κανείς, πως αυτό το αυτονόητο έχει συμβή.
Επιθυμώ να πληροφορήσω όχι όσους αγαπούν το έργο του Χατζόπουλου, όσους επιθυμούν να σπουδάσουν τη νεοελληνική πραγματικότητα σ’ έν’ από τα χαρακτηριστικώτερα φανερώματά της, πως δεν έγινε τίποτε! Το δημοτικό συμβούλιο άρχισε να συνεδριάζη και να μην παίρνη, φυσικά, απόφαση γιατί τότε το συμβούλιο θα ήταν, με θέμα τη μεταφορά της προτομής και την εξεύρεση του νέου κατάλληλου χώρου.
Βέβαια, η ανάγκη της μεταφοράς δεν αντιμετώπισε πολλές αντιρρήσεις, μολονότι μερικοί, καθώς έμαθα, υποστήριξαν, πως διατηρείται τόσο καθαρή η βεσπασιανή, ώστε δεν είχε να πάθη τίποτε η προτομή. Άλλωστε, είναι γυρισμένη με τη ράχη, όχι με τη μύτη προς την κάθοδό της!
Ο νέος κατάλληλος χώρος δυσκόλεψε πολύ περισσότερο τα πράγμα-τα. Σχηματίσθηκε ειδική επιτροπή, από τον κ. Κλ. Λουκόπουλο, τον υπο-γραφόμενο και άλλα αρμόδια πρόσωπα.
Η επιτροπή έπρεπε να συνεδριάση στο δημαρχιακό κατάστημα, στο Αγρίνιο. Αναβολή στην αναβολή. Γιατί πώς να συμπέσουν εκεί και τα πρόσωπα, που κατοικούν στην Αθήνα; Τέλος, έγινε τη βδομάδα της Λαμπρής η συνεδρίαση της επιτροπής. Έλειπε μόνο ο γλύπτης, που είχε στείλει στο αναμεταξύ γραπτή τη γνώμη του.
Η λύση και ήταν και είναι αυτονόητη: η προτομή πρέπει να μεταφερθή στο «πάρκο Παπαστράτου». Ρωτήθηκε μάλιστα και ο κ. Ευάγγελος Παπαστράτος, αν θα είχε αντίρρηση, και, καθώς ήταν επόμενο εγκολπώθηκε την πρόταση μ’ ενθουσιασμό. Πού αλλού παρά σ’ ένα μεγάλο και λαμπρό περιβόλι έχει τη θέση του ένας ποιητής; Έτσι δε γίνεται και στην Αθήνα, όπου και τώρα δα η προτομή του Moreas, έξοχο έργο του Bour-delle, στυλώθηκε μέσα στον Εθνικό κήπο; Έτσι δεν κάνουν στα Γιάννινα, όπου ίδρυσαν το άλσος των ποιητών; Οι πνευματικοί άνθρωποι της Ιταλίας δε βρίσκονται στους κήπους του Πίντσιο;
Είπε ο κ. Ανδρικόπουλος, δημοτικός σύμβουλος και συγγενής του Χατζόπουλου, πως η προτομή πρέπει να πάη στο πάρκο. Όταν ήρθε η σειρά μου να μιλήσω, ένιωσα πως η ατμόσφαιρα δεν ήταν ευνοϊκή. Άλλος ένας απελπισμένος αγώνας. Δεν πειράζει! Τα περισσότερα μέλη της επιτροπής προτιμούσαν την ανατοποθέτηση της προτομής στην άλλη άκρη της πλατείας, για να μην απομακρυνθή από τα πατρικό του σπίτι ο Χατζόπουλος, ένα σπίτι που ήδη γκρεμίστηκε και ξαναχτίζεται.
Είναι και οι περίοικοι, κάπου εκατόν εξήντα, που ζητούν με αναφορά τους να μη φύγη η προτομή από την πλατεία. Δεν ξέρω, αν αυτοί οι εκατόν εξήντα έχουν τόσο στοχαστικά εγκύψει στη σπουδή του έργου του Χατζόπουλου, ώστε δεν εννοούν ν’ αποχωριστούν τον αγαπημένο τους πνευματικό άνθρωπο. Το πιθανώτερο είναι, πως αντιστέκονται για λόγους «τοπικισμού». Γιατί ο «ρεζιοναλισμός» δε αναπτύσσεται, καθώς φαίνεται, μόνο σε μια περιοχή, μια επαρχία, μια πολιτεία, αλλά και σε μια πλατεία.
Να πάη λοιπόν στην άλλη άκρη η προτομή! Αλλά στην άλλη άκρη υπάρχει περίπτερο. Και ένας Θεός ξέρει, πότε μπορεί να μετακινηθή ένα περίπτερο. Γιατί η Ελλάδα, για να δείξη την ευγνωμοσύνη της προς όσους πρόσφεραν την αρτιμέλειά τους στους πολέμους της, δεν υιοθέτησε κανένα από τους σεμνούς τρόπους, που βρήκαν όλα τα έθνη του κόσμου, πολιτισμένα και απολίτιστα. Αλλά τους έκαμε πουλιά κατοικίδια, τους έκλεισε σε κλουβιά και τους έστησε στα πεζοδρόμια, κεντρικά και απόκεντρα, ώστε η Αθήνα, ας πούμε, να είναι καταδικασμένη να εμφανίζη την όψη ανατολίτικου παζαριού και η κυκλοφορία στα κεντρικά σημεία, ολοένα και περισσότερο να δυσχεραίνεται.
Ένα από τα μέλη της επιτροπής έκανε την παρατήρηση, πως μόλις μετακινηθή το περίπτερο, θα είναι καλά να μπη ο Χατζόπουλος, γιατί σε λίγο η πλατεία θα καταστή αφετηρία των υπεραστικών λεωφορείων κ’ έτσι ο κόσμος θα περνάη, θα τον βλέπη και θα τον μαθαίνη.
Αντιπαρατήρησα, πως ίσια – ίσια αυτός είναι ένας λόγος ακόμη, που δικαιολογεί τη μεταφορά της προτομής στο πάρκο. Γιατί δεν είδα σε κανένα μέρος του κόσμου να στήνουν μαρμαρωμένους τους πνευματικούς ανθρώπους στις αφετηρίες των λεωφορείων (εκτός αν κάποιοι είχαν εκεί από χρόνια βρεθή και δεν μπορούσε διαφορετικά, αλλά δεν νομίζω, πως υπάρχει τέτοια περίπτωση). Και γιατί οι αναθυμιάσεις του πετρελαίου και της βενζίνης και οι φωνασκίες των οδηγών και των εισπρακτόρων και τα καλάθια των επιβατών και ο ποικίλος πάταγος που είναι τόσο συνηθισμένος σε τέτοιους τόπους, δεν είναι το αρμόδιο πλαίσιο για τον άνθρωπο που έγραψε «Τα τραγούδια της ερημιάς».
Τέλος πάντων! Πολλή είναι η ταλαιπωρία της προτομής του Χατζόπουλου!
Στο αναμεταξύ η κυρία Σλέερ μου γράφει και μου ξαναγράφει από τη Στοκχόλμη. Της αποκρίνομαι, πως δεν έχω χάσει κάθε ελπίδα. Βέβαια, υπάρχουν οι εκατόν εξήντα περίοικοι, δηλαδή οι εκατόν εξήντα ψηφοφόροι. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Και τους παρακαλώ να κάμουν άλλη «αναφορά στο δήμαρχο» και να του πουν, πως αναθεώρησαν τις απόψεις τους και βρήκαν, πως η τοποθέτηση της προτομής στο πάρκο είναι προτιμότερη από κάθε άλλη λύση. Κι όταν απομακρυνθή, με το καλό, το περίπτερο, δηλαδή ύστερα από ένα αιώνα ή κάτι λιγώτερο, ο δήμαρχος της εποχής εκείνης θα φροντίση να στήση στη θέση, όπου θα έμπαινε η προτομή, ένα μικρό πλαστικό σύμπλεγμα, για να μην απομείνη κανένας παραπονεμένος.
Οι περιπέτειες της προτομής του Χατζόπουλου είναι χαρακτηριστικές. Και συλλογίζομαι: είναι τόσο δύσκολο να πάρη, μια και καλή, σ’ ένα τέταρτο, αύριο μεθαύριο, το δημοτικό συμβούλιο την απόφαση να μεταφέρη την προτομή στο πάρκο, να εγκρίνη τη μικρή δαπάνη της μεταφοράς και να την πραγματοποιήση χωρίς χρονοτριβή; Μέσα σε μια βδομάδα θα μπορούσε να λήξη αυτή η υπόθεση και να μείνη και το περίπτερο στη θέση του. Αλλά λησμόνησα: τέτοιος ρυθμός είναι ριζικά ανθελληνικός. Κι αν έλειπαν οι εκκρεμότητες, θα μπορούσε να κινδυνεύση ολόκληρη αυτή η πελώρια εκκρεμότητα, που είναι η Ελλάδα.
——————————————————————————————————————————————————————–
Υποσημείωση: Οι χρονολογίες που καταγράφονται πριν την 16η Φεβρουαρίου 1923 είναι σύμφωνες με την χρονολόγηση των πηγών. Για την αντιστοίχιση με τη σημερινή χρονολόγηση πρέπει στην αντίστοιχη χρονολογία να προστεθούν 13 μέρες
Παραπομπές: 1. Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, 26/5/1963, στη στήλη «Ο στοχασμός και ο λόγος». Διατηρήθηκε η ορθογραφία με εξαίρεση το πολυτονικό.| 2. Βεσπασιανές: Δημόσιες τουαλέτες στη Ρώμη, με χρήση έναντι αντίτιμου.
Φωτογραφία:30 Σεπτεμβρίου 1956: αποκαλυπτήρια προτομής Κωνσταντίνου Χατζόπουλου.
Αριστερά της προτομής η κόρη του ποιητή Σέντα Χατζοπούλου (Πηγή: Σοφία Λαχανά – Πατρώνη)
———————————————————————————————————————————–
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον
και όχι για να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν


