Όταν η «κανονικότητα» συγκρούεται με την επιβίωση


...

| Λευτέρης Τηλιγάδας |

Όταν η «κανονικότητα» συγκρούεται με την επιβίωση

| Τα αιτήματα της αγροτιάς αποκαλύπτουν το όριο της κυβερνητικής πολιτικής
Ένα κράτος διαχείρισης που επικαλείται την ΚΑΠ και τη δημοσιονομική πειθαρχία,
την ώρα που ο πρωτογενής τομέας παλεύει να σταθεί όρθιος|


Το χάσμα ανάμεσα στα αιτήματα των αγροτών και την κυβερνητική απάντηση δεν είναι πρόβλημα «κακής επικοινωνίας», είναι μια καθαρή πολιτική σύγκρουση για το ποιος καθορίζει τους όρους επιβίωσης στον πρωτογενή τομέα. Από τη μία πλευρά βρίσκεται ένας κόσμος παραγωγής που πιέζεται ασφυκτικά από το κόστος, τις τιμές, το χρέος και την ενεργειακή αγορά κι από την άλλη, ένα κράτος που εμφανίζεται ως διαχειριστής κανόνων που έχουν ήδη αποφασιστεί αλλού: στις Βρυξέλλες, στις αγορές ενέργειας, στους δημοσιονομικούς περιορισμούς.

Τα αιτήματα των αγροτών είναι απτά, απλά, σχεδόν ωμά: κατώτατες τιμές, φθηνό ρεύμα, έλεγχος εισαγωγών, σύνδεση επιδότησης με παραγωγή, προστασία από τις καταστροφές. Οι αγρότες δεν μιλάνε τη γλώσσα της στρατηγικής, μιλούν τη γλώσσα της επιβίωσης. Αντίθετα, η κυβερνητική απάντηση μιλά με τη γλώσσα της συμμόρφωσης, η οποία περικλείεται στις φράσεις: «δεν προβλέπεται», «δεν επιτρέπεται από την ΚΑΠ», «δεν είναι δημοσιονομικά εφικτό». Η αγορά και η Κοινή Αγροτική Πολιτική παρουσιάζονται ως φυσικά φαινόμενα, σχεδόν ως νόμοι της φύσης, απέναντι στους οποίους η πολιτική απλώς προσαρμόζεται.

Έτσι όμως το πολιτικό ερώτημα μετατοπίζεται. Δεν συζητάμε αν οι αγρότες μπορούν να ζήσουν από τη δουλειά τους, αλλά αν τα αιτήματά τους «χωρούν» στο πλαίσιο που υφίσταται. Και όταν το πλαίσιο είναι δεδομένο και αδιαπραγμάτευτο, τότε κάθε κοινωνική διεκδίκηση μετατρέπεται αυτομάτως σε υπερβολή. Οι κατώτατες εγγυημένες τιμές βαφτίζονται στρέβλωση της αγοράς, η αναπλήρωση χαμένου εισοδήματος «διπλή ενίσχυση», ο έλεγχος των εισαγωγών «ανελεύθερη πρακτική». Με άλλα λόγια, ό,τι προστατεύει τον παραγωγό θεωρείται παρέμβαση και ό,τι τον εκθέτει στον ανταγωνισμό θεωρείται κανονικότητα.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η στάση απέναντι στην ενέργεια. Οι αγρότες δεν ζητούν πολυτέλειες· ζητούν να μπορούν να ποτίσουν και να παράγουν. Το κράτος, όμως, δεν αμφισβητεί ούτε για μια στιγμή τη χρηματιστηριακή λογική της ενέργειας. Υπόσχεται απλώς «βελτιωμένες τιμές» και «τεχνικές λύσεις», αποδεχόμενο ως δεδομένο ότι το βασικό μέσο παραγωγής θα συνεχίσει να καθορίζεται από τις αγορές. Η πολιτική, εδώ, αντί να συγκρουστεί με το πρόβλημα, προσπαθεί να το διαχειριστεί με όρους αγοράς.

Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται στην κτηνοτροφία και στην ευλογιά. Οι απώλειες αποζημιώνονται, οι πληρωμές παγώνουν, οι κανονισμοί προσαρμόζονται. Όμως δεν τίθεται ποτέ το ερώτημα γιατί ολόκληρες περιοχές και κλάδοι βρίσκονται ένα βήμα πριν την κατάρρευση με κάθε κρίση. Η πολιτεία έχει επιλέξει να αποζημιώνει με παυσίπονα τον πόνο και να μην θεραπεύει την αιτία που τον δημιουργεί. Με άλλα λόγια, κάνει τα πάντα για να διασώσει το παρόν και όχι να επενδύσει στο μέλλον.

Στην πραγματικότητα, η σύγκρουση δεν είναι ανάμεσα σε «ρεαλισμό» και «λαϊκισμό», όπως συχνά παρουσιάζεται. Είναι ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την αγροτική παραγωγή. Η μία τη βλέπει ως οικονομική δραστηριότητα που οφείλει να προσαρμοστεί στους κανόνες της αγοράς, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει εγκατάλειψη, συγκέντρωση και εξάρτηση από επιδοτήσεις. Η άλλη τη βλέπει ως κοινωνική αναγκαιότητα, ως όρο διατροφικής επάρκειας και περιφερειακής ζωής, που χρειάζεται προστασία, σχέδιο και πολιτική βούληση.

Όσο το κράτος επιλέγει να στέκεται ως θεματοφύλακας της αγοράς και όχι ως αντίβαρό της, τα αγροτικά αιτήματα θα επιστρέφουν ξανά και ξανά. Όχι επειδή οι αγρότες «δεν καταλαβαίνουν», αλλά επειδή το μοντέλο που τους ζητείται να υπηρετήσουν δεν τους χωρά. Και αυτό, όσο κι αν καλύπτεται με αριθμούς, πίνακες και ευρωπαϊκές αναφορές, παραμένει βαθιά πολιτικό ζήτημα.

 

————————————————————————-
Πηγή φωτογραφίας: 902.gr