...
Ο Μιχάλης Σφακιανάκης
για το Εθνικό Απολυτήριο και την Παιδεία
Παρέμβαση στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων
του Προέδρου της Επιτροπής του Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία
για έναν μακρόπνοο, συναινετικό μετασχηματισμό του εκπαιδευτικού συστήματος
Μιλώντας στη Βουλή των Ελλήνων, στο πλαίσιο της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων, ο Μιχάλης Σφακιανάκης, με την ιδιότητα του Προέδρου της Επιτροπής του Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία, τοποθέτησε εξαρχής τη συζήτηση σε ένα πεδίο ευθύνης που ξεπερνά τη διαχείριση ενός συστήματος, υπογραμμίζοντας ότι ο μετασχηματισμός της εκπαίδευσης συνιστά συλλογική και μακρόπνοη πρόκληση, η οποία προϋποθέτει ευρεία συναίνεση, θεσμική σταθερότητα και σταδιακή εφαρμογή, προκειμένου να οικοδομηθεί ένα σχολείο που δεν εξαντλείται στη μετάδοση γνώσεων, αλλά λειτουργεί ως ζωντανός χώρος καλλιέργειας κριτικής σκέψης, δημιουργικότητας, δεξιοτήτων, χαρακτήρα και υπευθυνότητας, μέσα σε ένα περιβάλλον χωρίς αποκλεισμούς, στο οποίο κάθε παιδί βρίσκει θέση και προοπτική, ενώ η μετάβαση από το σημερινό μοντέλο σε ένα νέο πλαίσιο γίνεται με ξεκάθαρο ορίζοντα, κανόνες και κριτήρια που αντέχουν στον χρόνο.
Στο επίκεντρο της παρέμβασής του έθεσε τη βαθύτερη διάσταση της εκπαιδευτικής αλλαγής, εξηγώντας ότι η παιδεία αφορά τον τρόπο με τον οποίο η Πολιτεία συνοδεύει τα παιδιά στη μετάβασή τους από το σχολείο στην ενήλικη ζωή, γεγονός που καθορίζει τις πραγματικές δυνατότητες της επόμενης γενιάς και, κατ’ επέκταση, τη συνοχή και την ανθεκτικότητα της κοινωνίας, στοιχείο που καθιστά αναγκαίο έναν διάλογο απαλλαγμένο από προειλημμένες αποφάσεις, θεμελιωμένο στην τεκμηρίωση και στον σεβασμό των ιδιαιτεροτήτων κάθε σχολικής κοινότητας, ώστε οι επιλογές που θα γίνουν να διαθέτουν διάρκεια, δικαιοσύνη και κοινωνική νομιμοποίηση.
Αναπτύσσοντας το πλαίσιο των αρχών που, όπως σημείωσε, οφείλουν να καθοδηγούν κάθε σοβαρή μεταρρύθμιση, περιέγραψε πρώτα τη συναίνεση και τη θεσμική συνέχεια ως προϋπόθεση σταθερότητας, μέσα από τη συνεργασία των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που επιτρέπει στην παιδεία να οικοδομείται χωρίς αιφνιδιασμούς και ανατροπές, στη συνέχεια ανέδειξε την ανάγκη μιας δίκαιης και αξιόπιστης αξιολόγησης, η οποία υπηρετεί τη μάθηση αποτιμώντας τη συνολική προσπάθεια, την πρόοδο και την κριτική ικανότητα του μαθητή, ενώ μετατοπίζει το βάρος από την πίεση της εξέτασης στη διαδρομή της βελτίωσης, για να σταθεί κατόπιν στο κοινό δικαίωμα στη μόρφωση, που προϋποθέτει ισότιμη πρόσβαση και ουσιαστική στήριξη ανεξαρτήτως τόπου ή αφετηρίας, με ποιότητα που δεν μετριέται μόνο σε επιδόσεις αλλά και στον τρόπο με τον οποίο βιώνεται η σχολική ζωή, καθώς και στον καθοριστικό ρόλο του εκπαιδευτικού, ο οποίος, ως κεντρικός παιδαγωγικός πυλώνας, χρειάζεται σαφή ρόλο, κοινές αναφορές και πραγματική υποστήριξη, ώστε να μπορεί να καθοδηγεί, να εμπνέει και να αξιολογεί με συνέπεια.
Κλείνοντας, έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην έννοια της παιδείας ουσίας, επισημαίνοντας ότι το Εθνικό Απολυτήριο αποκτά αξία μόνο όταν πιστοποιεί με αξιοπιστία τη γνώση, τις δεξιότητες και την ικανότητα εφαρμογής τους σε πραγματικές συνθήκες, χωρίς όμως να εξαντλεί εκεί τον σκοπό του σχολείου, αφού ο απόφοιτος οφείλει να ολοκληρώνει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως συγκροτημένος και υπεύθυνος άνθρωπος, ικανός να εργάζεται, να κρίνει και να συμμετέχει ενεργά στα κοινά, ανεξαρτήτως της πορείας που θα επιλέξει, υπογραμμίζοντας ότι η παρούσα συζήτηση αποτελεί την αφετηρία ενός ουσιαστικού διαλόγου, δεδομένου ότι η παιδεία δεν αντέχει αποσπασματικές απαντήσεις ούτε πρόχειρες βεβαιότητες, αλλά χρειάζεται αρχές, διάρκεια και κοινό έδαφος, με ευθύνη απέναντι στα παιδιά και στο μέλλον της χώρας.



