...
| Έλλη Σουγιουλτζόγλου- Σεραϊδάρη |

Nelly’s | Το γυμνό ως καθρέφτης
| Από την Ακρόπολη του Μεσοπολέμου και το σκάνδαλο της Mona Paeva
έως τους «Παραλληλισμούς» και τη διεθνή της πορεία,
η Νelly διαμόρφωσε μια αισθητική που συνέδεσε το αρχαίο ιδεώδες
με τη νεωτερική ελληνική ταυτότητα|
Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία της ελληνικής τέχνης που η αισθητική πράξη συναντά την πολιτική ένταση και η καλλιτεχνική τόλμη μετατρέπεται σε δημόσιο γεγονός. Τα γνωστά γυμνά της Nelly’s, δηλαδή της Έλλη Σουγιουλτζόγλου-Σεραϊδάρη, ανήκουν ακριβώς σε αυτή την κατηγορία. Οι δύο φωτογραφίσεις – της Mona Paeva το 1928 και της Nikolska το 1929 – υπήρξαν δύο παρεμβάσεις στον ίδιο τον πυρήνα της μεσοπολεμικής ελληνικής ταυτότητας, σε μια Αθήνα που προσπαθούσε να συμφιλιώσει το αρχαίο της παρελθόν με τη νεωτερικότητα, τον προσφυγικό της πόνο με την εθνική αυτοπεποίθηση, τον συντηρητισμό με τις αβάν γκαρντ αναζητήσεις.
Η Nelly’s, γεννημένη στο Αϊδίνι το 1899 και μεγαλωμένη στη Σμύρνη πριν η Μικρασιατική Καταστροφή διαλύσει τον κόσμο της, κουβαλούσε μέσα της την εμπειρία της προσφυγιάς και της απώλειας, αλλά και μια βαθιά ευρωπαϊκή παιδεία. Στη Δρέσδη βρέθηκε για να σπουδάσει ζωγραφική, αλλά μαθήτευσε τελικά στη φωτογραφία κοντά στους Hugo Erfurth και Franz Fiedler, αφομοιώνοντας την πικτοριαλιστική τεχνική, την έμφαση στο φως, τη γλυπτικότητα των όγκων, την κλασική ισορροπία. Επιστρέφοντας στην Αθήνα το 1924, άνοιξε το εργαστήριό της στην οδό Ερμού και άρχισε να φωτογραφίζει πορτρέτα – πρόσφυγες, αστούς, διανοούμενους όπως ο Κωστής Παλαμάς και πολιτικούς όπως ο Ελευθέριος Βενιζέλος – αλλά και τα μνημεία της Ακρόπολης, με τρόπο που θύμιζε τη διαμνημειακή προσέγγιση του Walter Hege. Το φυσικό φως γινόταν εργαλείο αποκάλυψης μιας σχέσης ανάμεσα στην αρχιτεκτονική κλίμακα και το ανθρώπινο μέτρο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο γεννήθηκαν τα περίφημα γυμνά. Η πρώτη φωτογράφιση, με τη Ρωσίδα μπαλαρίνα Mona Paeva της Opera Comique, προέκυψε σχεδόν τυχαία. Η Nelly’s είχε εξασφαλίσει άδεια από τον διευθυντή της Ακρόπολης, Αλέξανδρο Φιλαδελφέα, για μια καλλιτεχνική λήψη με αρχαϊκά πέπλα, μετά το πέρας του επισκεπτηρίου. Όταν όμως, μέσα στο μικρό φυλάκιο και στο λοξό φως του δειλινού, είδε τη χορεύτρια ολόγυμνη, ένιωσε – όπως αργότερα αφηγήθηκε – ότι έβλεπε μπροστά της την ενσάρκωση του πνεύματος των αρχαίων μαρμάρων. Ρώτησε αν θα μπορούσε να ποζάρει γυμνή· η απάντηση ήταν θετική, με τον όρο να μην υπάρξει δημοσίευση. Η χορεύτρια, κρατώντας μόνο ένα κλωνάρι ελιάς, κινήθηκε μέσα στον Παρθενώνα, και η φωτογράφος, με την παλιά της Leica, κατέγραφε τις φάσεις μιας χορογραφίας που έμοιαζε να συνομιλεί με τις κολόνες και τα αετώματα.
Όταν μία από τις εικόνες δημοσιεύτηκε στο γαλλικό περιοδικό L’ Illustration de Paris, η αθηναϊκή κοινωνία αντέδρασε έντονα. Ο Τύπος μίλησε για «βεβήλωση» του Ιερού Βράχου, για προσβολή της ιστορίας, για ασέβεια. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που σοκάριζε δεν ήταν το γυμνό – η καλλιτεχνική φωτογράφηση του σώματος δεν ήταν άγνωστη – αλλά ο χώρος: η Ακρόπολη ως σύμβολο ενός ολόκληρου πολιτισμού, ως ταμπού. Η Nelly’s είχε αγγίξει τον πυρήνα μιας κοινωνίας που, ενώ διεκδικούσε την αρχαιότητα ως θεμέλιο της εθνικής της ταυτότητας, δυσκολευόταν να αποδεχθεί τη ζωντανή, σωματική της διάσταση.
Τη δημόσια υπεράσπισή της ανέλαβε ο Παύλος Νιρβάνας, από τις στήλες της εφημερίδας Ελεύθερο Βήμα, τον Μάιο του 1929, με εκείνη τη χαρακτηριστική φράση περί «Ολυμπίων θεών» που λατρεύονταν γυμνοί στους ναούς τους. Η υπεράσπιση αυτή δεν ήταν μόνο αισθητική· ήταν και ιδεολογική. Υπενθύμιζε ότι το κλασικό ιδεώδες δεν ταυτίζεται με τη σεμνοτυφία, αλλά με την αρμονία, το μέτρο, την ελευθερία του σώματος ως φορέα πνευματικότητας.
Έναν χρόνο αργότερα, η Nelly’s επανήλθε με τη φωτογράφιση της Ουγγαρέζας χορεύτριας Nikolska. Αυτή τη φορά, παρότι εξασφάλισε ξανά άδεια από τον Φιλαδελφέα, έντυσε το μοντέλο με πέπλα, επιδιώκοντας να αποφύγει νέες εκρήξεις. Το ανδρικό μοντέλο που συμμετείχε σε σχετικές λήψεις ήταν ο σπουδαίος αθλητής και μετέπειτα πρόεδρος του Πανιωνίου Δημητρός Καραμπάτης, στοιχείο που ενίσχυε ακόμη περισσότερο τη σύνδεση σώματος, άθλησης και αρχαιοελληνικού ιδεώδους. Οι εικόνες αυτές, λίγα χρόνια αργότερα, μετατράπηκαν σε αφίσες και παρουσιάστηκαν στο ελληνικό περίπτερο της Διεθνούς Έκθεσης του Παρισιού το 1936, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση μιας εξαγώγιμης εικόνας της Ελλάδας: αρχαιότητα, φως, γυμνό σώμα, αισθητική καθαρότητα.
Η υπόθεση των γυμνών δεν μπορεί να αποσπαστεί από το πολιτικό κλίμα του Μεσοπολέμου. Η Ελλάδα της δεκαετίας του ’30 αναζητούσε μια συνεκτική εθνική αφήγηση· η δικτατορία του Μεταξά θα μιλούσε λίγο αργότερα για «Τρίτο Ελληνικό Πολιτισμό», αντλώντας – συχνά επιφανειακά – από το αρχαιοελληνικό παρελθόν. Στη σειρά «Παραλληλισμοί», η Nelly’s φωτογράφισε βοσκούς και χωριατοπούλες δίπλα σε κούρους και κόρες, επιχειρώντας να αποδείξει τη φυλετική συνέχεια των Ελλήνων· μια επιλογή που κάποιοι κριτικοί θεώρησαν αφελή ή ιδεολογικά επικίνδυνη, ιδίως σε μια εποχή όπου η Ευρώπη γνώριζε την άνοδο του ναζισμού. Κι όμως, για την ίδια, επρόκειτο για μια αισθητική και συναισθηματική ανάγκη: να γεφυρώσει το παρελθόν με το παρόν, να δώσει μορφή στη δική της, προσφυγική αίσθηση συνέχειας.
Το 1939, όταν το Υπουργείο Τύπου και Τουρισμού της ανέθεσε τη διακόσμηση του ελληνικού περιπτέρου στη Διεθνή Έκθεση της Νέας Υόρκης, χρησιμοποίησε ακριβώς αυτές τις εικόνες, δημιουργώντας ένα γιγαντιαίο κολλάζ. Ο πόλεμος τη βρήκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου έμεινε σχεδόν 27 χρόνια. Στη Νέα Υόρκη κατέγραψε την «Easter Parade» και τους «Δρόμους», αποδεικνύοντας ότι μπορούσε να δώσει μια νέα ανάγνωση της σύγχρονης αρχιτεκτονικής και της αστικής κίνησης, πέρα από την εκτέλεση παραγγελιών. Είχε ήδη φωτογραφίσει τις Δελφικές Γιορτές του Άγγελου Σικελιανού και της Εύας Πάλμερ το 1927 και το 1930, αλλά και τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου το 1936, αποτυπώνοντας τη σχέση τελετουργίας, σώματος και ιδεολογίας.
Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα το 1966 και εγκαταστάθηκε στη Νέα Σμύρνη με τον σύζυγό της Άγγελο Σεραϊδάρη, μετέτρεψε το διαμέρισμά της σε μικρό φωτογραφικό μουσείο, δημοσίευσε την αυτοβιογραφία της το 1989 και δώρισε το μεγαλύτερο μέρος του έργου της στο Μουσείο Μπενάκη. Τιμήθηκε με το παράσημο του Ταξιάρχη του Φοίνικα και με βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Πέθανε το 1998, έχοντας ζήσει σχεδόν έναν αιώνα γεμάτο μετατοπίσεις, μεταναστεύσεις, ιδεολογικές θύελλες.
Αν κάτι συνοψίζει την πορεία της, είναι εκείνη η στιγμή στο ημίφως του φυλακίου της Ακρόπολης, όταν το βλέμμα της συνάντησε το γυμνό σώμα και διέκρινε σε αυτό όχι πρόκληση, αλλά συνέχεια. Τα γυμνά της Nelly’s δεν ήταν απλώς εικόνες· ήταν μια πρόταση για το πώς μπορεί το παρελθόν να κατοικεί στο παρόν, πώς το σώμα μπορεί να γίνει γέφυρα ανάμεσα στον μύθο και την Ιστορία, και πώς μια καλλιτέχνιδα, πρόσφυγας και κοσμοπολίτισσα μαζί, τόλμησε να μετατρέψει τον ιερότερο βράχο της χώρας σε σκηνή ενός διαλόγου που ακόμη και σήμερα δεν έχει πάψει να μας αφορά.
———————————————————————————————————————–
Πηγές φωτογραφιών: Μουσείο Μπενάκη | Φωτογραφικά Αρχεία
——–————————————————
Επιμέλεια: Lef.T










