Ματαράγκα | Η πιο πλούσια «ρίζα» της Μακρυνείας



Ματαράγκα

Η Ματαράγκα απέχει από το Αγρίνιο περίπου 17,4 χλμ.
Ο χρόνος που απαιτείται για τη διαδρομή με αυτοκίνητο είναι 21 λεπτά περίπου.


| Με click στον χάρτη σε μεγέθυνση η διαδρομή|

Η πιο πλούσια «ρίζα» της Μακρυνείας

Η Ματαράγκα είναι ένα κεφαλοχώρι στην Αιτωλοακαρνανία
Ανήκει στη δημοτική ενότητα Αρακύνθου του δήμου Αγρινίου
Σύμφωνα με την απογραφή του 2021, ο πληθυσμός του είναι 1.283 κάτοικοι,
από 1.334 κατοίκους που είχε κατά την απογραφή του 2011

Επιμέλεια: Λ. Τηλιγάδας


Η Ματαράγκα, φωλιασμένη στο κέντρο της παλιάς επαρχίας Αρακύνθου, μοιάζει με ρίζα βαθιά και σιωπηλή, που δεν θορυβεί μα αιμοδοτεί τον τόπο γύρω της, κρατώντας τον ενωμένο με το χώμα, τον χρόνο και τις εποχές. Δεν είναι απλώς ένα χωριό που διαγράφεται στον χάρτη, είναι μια μικρή πατρίδα που απλώνεται στα πενήντα τετραγωνικά χιλιόμετρα σαν φωνή που απαντά στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, άλλοτε τρυφερά και άλλοτε επιτακτικά. Στην ανατολή συναντά την Αγία Μαρίνα, παλιά Χασάναγα, με τον Μπογλάστη να κυλά ανάμεσα και να γίνεται σύνορο, μνήμη και νερό. Στη δύση φτάνει μέχρι τις Παπαδάτες, εκεί όπου σήμερα στέκει το κέντρο «Το Σύνορο». Στον βορρά κατηφορίζει απαλά προς τον κάμπο, όπου η Τριχωνίδα καθρεφτίζει βουνά και παρελθόν και στο νότο ανεβαίνει στις πρώτες πλαγιές του Αράκυνθου, σιωπηλά, σχεδόν δειλά, ως το λιτό ξωκλήσι της Παναγίας, που στέκει εκεί σαν χαμηλόφωνη ευλογία. Τα σπίτια που δεν αγγίζουν τον κεντρικό δρόμο, χάνονται μέσα σε φυλλώματα και σκιές, σαν να έχουν επιλέξει να γνωρίζει την ύπαρξη τους μόνο γη και  οι αέρηδες.

Η ιστορία του τόπου δεν αποκαλύπτεται αμέσως, δεν εκβιάζει την αναγνώριση, ούτε διαλαλεί την παρουσία της. Αντίθετα, εμφανίζεται σιγά, μέσα από θραύσματα και σκιές, όπως τα ονόματα που απουσιάζουν από τα παλιά μοναστηριακά αρχεία ή τις πρώτες γραπτές μαρτυρίες που εμφανίζονται μονάχα στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν ο περιηγητής Διονύσιος Πύρρος καταγράφει την ύπαρξη του οικισμού. Η Ματαράγκα δεν αναφέρεται στον κώδικα του Καταφυγίου, δεν δηλώνει παρούσα στα κατάστιχα του 18ου αιώνα· ωστόσο, ξεπηδά ξαφνικά μέσα στις πρώτες επίσημες καταστάσεις των προσόδων του 1829, φανερώνοντας με τη σιωπή της έναν οικισμό που πιθανόν γεννήθηκε από ανάγκη, από καταφυγή, από φυγή. Κατά την παράδοση, οι πρώτοι κάτοικοι ήρθαν από τα ορεινά χωριά του Ζυγού, κυρίως από τον Παλαιοπλάτανο, κυνηγημένοι από την αβεβαιότητα και τον φόβο των χρόνων, ψάχνοντας τα στοιχειώδη: λίγη εύφορη γη, νερό και ουρανό, έναν τόπο ανοιχτό για να στεριώσει η ζωή και να ανθίσει το αύριο.

Ο πρώτος χάρτης του νέου ελληνικού κράτους περιλαμβάνει τη Ματαράγκα με εβδομήντα πέντε κατοίκους· μικρή κουκίδα, αλλά ήδη παρούσα. Μια παρουσία που αργότερα υπογράφει επιστολές προς τον Καποδίστρια με γλώσσα μετρημένη και ύφος ταπεινό, σε έναν τόνο υπακοής και πίστης, μα και ανάγκης για προστασία. Μέσα σε εκείνη την ταραγμένη περίοδο, οι άνθρωποι του χωριού εντάσσονται στον ευρύτερο αγώνα για σταθερότητα, αποδοκιμάζοντας ταραχοποιούς και επιβεβαιώνοντας την αφοσίωσή τους στον κυβερνήτη. Όμως πίσω από το ήπιο αυτό προσωπείο, διαφαίνεται ένας πληθυσμός δραστήριος, ικανός να οργανώνεται, να συγκροτεί κοινότητα, να διεκδικεί χώρο και μέλλον.

Οι πρώτοι που κατοίκησαν τη Ματαράγκα δεν έφεραν μόνο την εργατικότητά τους αλλά και μνήμη. Ανάμεσά τους οι Τραγουλαίοι, με τον θρύλο του Γεώργιου Τραγουλιά να επιβιώνει σαν παραμύθι, καθώς λέγεται ότι έζησε μέσα στην κουφάλα ενός τεράστιου πλατάνου που είχε μεταμορφώσει σε κατοικία. Λίγο αργότερα, στα χρόνια της Επανάστασης, ο καπετάνιος Γιάννης Τραγουλιάς, γεννημένος στον Παλαιοπλάτανο, δρα στην περιοχή, πολεμάει και συντονίζεται με τους πολιορκημένους του Μεσολογγίου. Η παράδοση τον θέλει να χτυπά κυπριά για να παραπλανήσει τους Τουρκοαιγυπτίους, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση πως έρχεται στρατός, ένας ήχος που σμίγει με την αγωνία, τη λύπη και την ελπίδα.

Όταν, δεκαετίες αργότερα, ξεσπά η Μικρασιατική Καταστροφή, η Ματαράγκα ανοίγει ξανά την αγκαλιά της στους κυνηγημένους πρόσφυγες, που φέρνουν μαζί τους άλλους ρυθμούς, άλλες παραδόσεις, άλλο χρώμα· στήνουν συλλόγους, διδάσκουν ήθος, οργανώνουν εργάτες, ζωντανεύουν το χωριό, το μεταμορφώνουν. Κάποιοι όμως ενοχλούνται από τη δύναμή τους. Η τοπική εξουσία ανησυχεί, αντιδρά, απομονώνει και τελικά διώχνει. Η πληγή που μένει είναι βουβή, αλλά παραμένει ανοιχτή. Η Ματαράγκα χάνει τότε μια ευκαιρία για πρόοδο που άλλες κοινότητες, όπως ο Άγιος Κωνσταντίνος Αγρινίου, αξιοποίησαν με όραμα και διορατικότητα.

Παρά τις πληγές, το χωριό συνεχίζει να μεγαλώνει. Έως το 1940 αποτελεί το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο της Μακρυνείας, κυρίως χάρη στο καπνεμπόριο. Η φήμη του ανταγωνίζεται ακόμη και το Αγρίνιο, όμως ο πόλεμος καταφτάνει σαν σκιά βαριά. Τα σπίτια επιτάσσονται, οι δρόμοι σφραγίζονται με σύρματα και το καλοκαίρι του 1943, οι κατακτητές μαζί με τους ντόπιους συνεργάτες τους καίνε τα χωριά του Αρακύνθου. Η Ματαράγκα καίγεται και αυτή και οι κάτοικοι τρέπονται σε φυγή. Το βουνό γίνεται ξανά το καταφύγιο.

Μετά την Κατοχή, το χωριό ξαναβρίσκει ρυθμό. Η ζωή επιστρέφει, η αγορά ζωντανεύει, όμως η δεκαετία του ’60 φέρνει την εσωτερική μετανάστευση. Πολλοί φεύγουν· λίγοι επιστρέφουν· κι όμως, η Ματαράγκα στέκει ακόμη· σήμερα μετρά περίπου δύο χιλιάδες κατοίκους· διατηρεί σχολεία, υπηρεσίες, συνεταιρισμούς, καταστήματα· η ζωή της πυκνή, σφιχτή, λιτή· όπως πάντα· όπως ταιριάζει σε έναν τόπο που επέζησε όχι με θορύβους αλλά με διάρκεια.

Οι γιορτές της, και πιο πολύ τα Λαζάρια, φέρνουν στο φως έναν άλλο χρόνο. Οι Λαζαράδες, με κύπρια και βάγια, χτυπούν τον αέρα στο νεκροταφείο, καλούν τον Λάζαρο, αφυπνίζουν τους προγόνους. Η τελετή μοιάζει με ξόρκι, με κραυγή και προσφώνηση μαζί. Γύρω από τις γιορτές, οι εκκλησίες του χωριού, τα ξωκλήσια στις πλαγιές, οι πηγές που ξεδιψούν ακόμη, οι εικόνες που σώθηκαν από τον χρόνο, οι ναοί που χτίστηκαν και γκρεμίστηκαν και ξαναχτίστηκαν, συνθέτουν ένα μυστικό τοπίο πίστης, που δεν μοιάζει με έκθεση αλλά με σιωπηλή αφοσίωση.

 

Η Ματαράγκα δεν έχει μεγαλουπόλεις να συναγωνιστεί, δεν έχει λιμάνια, ούτε βιομηχανίες· έχει όμως έναν χαρακτήρα πεισματάρικο, έναν ρυθμό ταπεινό, μια μνήμη που δεν σβήνει. Δεν έχει ανάγκη να αποδείξει τίποτα, απλώς στέκε… Σ’ έναν κάμπο που κάποτε ήταν βάλτος, κάτω από πλατάνια που κουβαλούν ιστορίες, δίπλα σε νερά που κάποτε έδιναν το όνομά τους στα ασκιά των ταξιδιωτών… Γιατί μπορεί όλα να αλλάζουν, μα η ρίζα της Ματαράγκας, θαμμένη βαθιά μέσα στο σώμα του τόπου, επιμένει να κρατά την ισορροπία ανάμεσα στο τότε και το τώρα.

—–—————————————————————————————-
Με πληροφορίες από http://gym-matar.ait.sch.gr | https://el.wikipedia.org/