...
| Κάρλ Γιούνγκ |

«Δεν είμαι αυτό που μου συνέβη»
| «Για να κατανοήσει κανείς τη ζούγκλα,
δε μπορεί να παραμείνει στη στεριά»|
Ο Κάρλ Γκούσταβ Γιουνγκ γεννήθηκε στις 26 Ιουλίου 1875 στην Κέσβιλ, ένα μικρό ελβετικό χωριό, μέσα σε μια οικογένεια όπου η θρησκεία, η πνευματικότητα και μια παράξενη αίσθηση εσωτερικής αναζήτησης διαμόρφωναν το κλίμα της καθημερινότητας. Ήταν το δεύτερο παιδί, καθώς το πρώτο είχε πεθάνει λίγο μετά τη γέννησή του, ενώ αργότερα γεννήθηκε μια μικρότερη αδελφή, αρκετά χρόνια νεότερή του. Ο πατέρας του, ο Γιόχαν Πολ Άχιλς Γιουνγκ, διδάκτορας φιλοσοφίας και προτεστάντης ιερέας, ζούσε σε έναν κόσμο βαθιά θρησκευτικό, με αποτέλεσμα η οικογένεια να μετακινείται συχνά εξαιτίας της ενοριακής του υπηρεσίας μέχρι που εγκαταστάθηκαν στο Κλάιν-Χένινγκεν. Παρότι ο Γιουνγκ δεν γνώρισε ποτέ τον παππού του από την πατρική πλευρά, τον επίσης Κάρλ Γκούσταβ Γιουνγκ, η μορφή του είχε αποκτήσει σχεδόν μυθικές διαστάσεις μέσα στην οικογενειακή μνήμη, καθώς επρόκειτο για γιατρό, πρύτανη του Πανεπιστημίου της Βασιλείας και εξέχουσα προσωπικότητα της ελβετικής κοινωνίας, έναν άνθρωπο που ίδρυσε το «Νοσοκομείο των Πολιτών» και δημιούργησε το ίδρυμα «Ελπίδα» για παιδιά με νοητική υστέρηση. Από την άλλη πλευρά της οικογένειας βρισκόταν ο Σάμιουελ Πρίσβεκ, ιερέας και ηγούμενος του προτεσταντικού κλήρου, ενώ στη μητρική γραμμή υπήρχε μια παράδοση έντονης διαίσθησης και εσωτερικής ευαισθησίας που, σύμφωνα με μαρτυρίες, κληρονόμησε και ο ίδιος ο Γιουνγκ, ο οποίος συχνά περιγραφόταν ως άνθρωπος με ασυνήθιστη διορατικότητα.
Τα παιδικά του χρόνια χαρακτηρίστηκαν από μοναχικότητα, εσωστρέφεια και έντονες εσωτερικές εμπειρίες. Ήταν παιδί που προτιμούσε να παίζει μόνο του, απορροφημένο στον δικό του κόσμο, ενώ αγαπούσε ιδιαίτερα τις πέτρες, τις οποίες συνήθιζε να βάφει ή να χαράζει σαν να έκρυβαν μέσα τους κάποιο μυστικό νόημα. Όταν μπήκε στο γυμνάσιο της Βασιλείας το 1886, η οικογένεια ζούσε μέσα σε οικονομικές δυσκολίες και ο ίδιος παρουσίασε νευρικές κρίσεις και λιποθυμικά επεισόδια που τον ανάγκασαν για ένα διάστημα να εγκαταλείψει το σχολείο, ώσπου με ισχυρή προσωπική θέληση κατάφερε να ξεπεράσει την κρίση. Η σκέψη του επηρεάστηκε βαθιά από τον Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε, τον οποίο θεωρούσε πνευματικό του πατέρα, ενώ αργότερα θα τον συγκλονίσουν και τα έργα του Φρίντριχ Νίτσε, ιδιαίτερα το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα». Το 1895 πέρασε στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας για να σπουδάσει ιατρική και, παρά τις οικονομικές δυσκολίες που ακολούθησαν τον θάνατο του πατέρα του το 1896, κατάφερε με τη βοήθεια συγγενών να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Σύντομα βρέθηκε στη Ζυρίχη, εργαζόμενος στην ψυχιατρική κλινική υπό τον Eugen Bleuler, όπου ήρθε σε επαφή με την ψυχιατρική έρευνα και άρχισε να διαμορφώνει τις πρώτες του ιδέες.
Την ίδια εποχή γνώρισε τη μελλοντική του σύζυγο, την Έμμα Ρόζενμπαχ, με την οποία παντρεύτηκε το 1903 και απέκτησε πέντε παιδιά. Παράλληλα οι έρευνές του τον οδήγησαν στη μελέτη των συναισθηματικά φορτισμένων συμπλεγμάτων και στην ανάπτυξη της δικής του θεωρίας, της Αναλυτικής Ψυχολογίας. Σημαντική υπήρξε και η σχέση του με τον Σίγκμουντ Φρόυντ, τον οποίο εκτιμούσε βαθιά αλλά με τον οποίο διαφώνησε σε βασικά ζητήματα, κυρίως στη μονοδιάστατη έμφαση που έδινε ο Φρόυντ στη σεξουαλικότητα. Ο Γιουνγκ ανέπτυξε τη θεωρία του συλλογικού ασυνειδήτου, μίλησε για αρχέτυπα όπως η σκιά, η persona, η anima και ο animus και εισήγαγε τους ψυχολογικούς τύπους του εσωστρεφούς και του εξωστρεφούς ανθρώπου. Μετά το 1914 εγκατέλειψε την πανεπιστημιακή καριέρα και αφοσιώθηκε στην έρευνα, ταξιδεύοντας, μελετώντας αλχημικά κείμενα, ανατολικές φιλοσοφίες και σύμβολα της ανθρώπινης ψυχής.
Στα επόμενα χρόνια έζησε δημιουργώντας, διδάσκοντας και γράφοντας, ενώ το 1922 έκτισε έναν πέτρινο πύργο στο Μπόλινγκεν, έναν χώρο περισυλλογής και πνευματικής εργασίας. Μελετούσε το Ι Τσινγκ, ταξίδεψε στην Αφρική και την Ινδία αναζητώντας βαθύτερη κατανόηση του ανθρώπινου ψυχισμού και τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις, ανάμεσά τους το λογοτεχνικό βραβείο της Ζυρίχης το 1932. Στα βαθιά του γεράματα η υγεία του κλονίστηκε, ενώ ο θάνατος της συζύγου του το 1955 τον συγκλόνισε βαθιά. Παρ’ όλα αυτά συνέχισε να εργάζεται και να στοχάζεται μέχρι το τέλος της ζωής του. Πέθανε στις 6 Ιουλίου 1961 αφήνοντας πίσω του μια σκέψη που επηρέασε βαθιά την ψυχολογία, τη φιλοσοφία και τον σύγχρονο τρόπο κατανόησης της ανθρώπινης ψυχής. Στον τάφο του χαράχτηκε το ρητό που τον συνόδευε σε όλη του τη ζωή: «Επικαλούμενος ή μη, ο Θεός θα είναι παρών».
Σε πρώτο πρόσωπο
«Δεν είμαι αυτό που μου συνέβη.
Είμαι αυτό που επέλεξα εγώ να γίνω.»
Όποιος θέλει να γνωρίσει την ανθρώπινη ψυχή
«Όποιος θέλει να γνωρίσει την ανθρώπινη ψυχή, να αποχαιρετήσει τις μελέτες του και να περιπλανηθεί στον κόσμο με ανοικτή καρδιά. Στη φρίκη των φυλακών, στα ψυχιατρικά άσυλα και τα νοσοκομεία, στις σκοτεινές ταβέρνες των προαστίων, στα πορνεία και τα χαρτοπαικτικά καταγώγια, στα κοσμικά σαλόνια, στο χρηματιστήριο, στις σοσιαλιστικές συγκεντρώσεις, στις εκκλησίες, μέσα από την αγάπη και το μίσος, την εμπειρία των παθών κάθε μορφής στο δικό του σώμα, θα δρέψει πλουσιότερες σοδειές γνώσης από αυτές που μπορούν να του προσφέρουν τα βιβλία και θα γνωρίσει πώς να συμπεριφέρεται ως γιατρός στον ασθενή, με αληθινή γνώση της ανθρώπινης ψυχής»
Για τους όχλους σε εποχές κρίσης
Κάθε ανθρώπινο ον έχει μια «σκιά». «Όλοι κλείνουμε μέσα μας έναν –στατιστικό- εγκληματία, όπως και έναναντίστοιχο τρελό ή άγιο». Η φύση του εντός μας θηρίου είναι η «πανίσχυρη τάση για κυριαρχία». Αυτή η τάση, είναι υπαρκτή σε όλα τα ανθρώπινα όντα. Επειδή αναγνωρίζεται μέσα μας και αντίκειται των νόμων του κράτους και της θρησκείας, την αρνούμαστε και την απωθούμε από τη συνείδησή μας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι με αυτό τον τρόπο «ξεμπερδέψαμε». Απεναντίας, αυτή η ανώριμη στάση απέναντι στη μοχθηρή όψη του εαυτούμας –η άρνησή της- έχει ως επικίνδυνη συνέπεια, να «βλέπουμε στον αντίπαλο, τα δικά μας σφάλματα μεγαλωμένα σε απίστευτο βαθμό». Αυτό δεν σημαίνει ότι οι άλλοι είναι άγιοι και εμείς οι κακοί αλλά ότι ο καθένας προβάλει στον άλλο τη σκιά του.
Όπως στη Γερμανία του Β’ Παγκοσμίου πολέμου έτσι και σε κάθε λαό, «η ήττα και η κοινωνική καταστροφή αυξάνουν το αγελαίο ένστικτο». Η «έλλειψη προσανατολισμού στο συνειδητό, αντισταθμίζεται με το αρχέτυπο της τάξης στοασυνείδητο». Μέσα σε συνθήκες απόγνωσης, πανικού και φόβου, ελκόμαστε από σύμβολα τάξης, από «φύρερ», από «σωτήρες», από μοντέλα «ολοκληρωτικού κράτους», που «θα αναλάβει την ευθύνη»
-για λογαριασμό μας. Αν όμως «τα σύμβολα της τάξης δεν αφομοιωθούν από το συνειδητό, οι δυνάμεις που εκφράζονται μέσα από αυτά, θασυσσωρευτούν σε επικίνδυνο σημείο». Στις συνθήκες, διάχυτου φόβου, «το άτομο εξαφανίζεται ολοκληρωτικά», και κυριαρχεί «ένα γενικό αμόκ, μια παγκόσμια και μοιραία δύναμη, που ενάντια στη συντριπτική της επίδραση, τοάτομο είναι ανίκανο να αμυνθεί». Αυτές οι συνθήκες δημιουργούν τους όχλους. Όμως, ο «όχλος είναι από τη φύση τουπάντα ανώνυμος και ανεύθυνος». «Μια τέτοια κατάσταση δημιουργεί τις προϋποθέσεις γιατο συλλογικό έγκλημα»
Για τις μεγάλες ιδεολογίες
Στην ιστορία διαγράφεται η σταδιακή ανάδυση νέων ρευμάτων ιδεών. Έχουμε όμως την τάση να μετατρέπουμε τις ιδέες σε«ισμούς» και σε «μεγάλα σωτήρια» σχέδια τα οποία όμως είναι πολύ μακράν της αρχικής ιδέας από την οποία εμπνεύστηκαν.Έτσι, το ότι «το μεγάλο σχέδιο αποτυγχάνει, αυτό οφείλεται στο ότι ο άνθρωπος είναι μια αποτυχία.Γι’ αυτό δεν χρειάζεται παρά κοινός νους για να αρχίσει κανείς να διορθώνει τον εαυτό του. Αλλά επειδή δεν μπορεί πια ναβασίζεται σε εξωτερικές αυθεντίες, πρέπει να γνωρίζει και να κατανοεί την πιο ατομική και μύχια βάση της υποκειμενικής του ύπαρξης για να χτίσει τα θεμέλια του στα αιώνια δεδομένα της ανθρώπινης ψυχής».«Η ορθολογική μας στάση θέλει να μας κάνει να πιστεύουμε ότι μπορούμε να κάνουμε θαύματα με τις οργανώσεις,με την επιβολή νέων νόμων, ή με παρόμοιες καλοπροαίρετες επινοήσεις. Αλλά, στην ουσία, το πνεύμα του έθνους μπορεί να αναθεωρηθεί μόνο με μια αλλαγή στη στάση του ατόμου».
Για την αναγκαιότητα της ατομικής αλλαγής
Οι συνέπειες από τη δημιουργία συνθηκών, όπου ο σεβασμός στο άτομο έχει χαθεί και όπου αυτό «εξαφανίζεται ολοκληρωτικά»,είναι η επικράτηση της «επικίνδυνης ροπής προς την ομαδική ψυχολογία». Συνέπεια της κυριαρχίας της ψυχολογίας του όχλου είναι ότι «η αλλαγή του χαρακτήρα που επέρχεται με την ανάδυση των συλλογικών δυνάμεων είναι καταπληκτική. Ένα ευγενικό και λογικό όν μπορεί να μεταβληθεί σε έναν μανιακό ή σε ένα άγριο κτήνος». Φυσικά, «τίποτα δεν θα μπορούσε να εκραγεί από τα βάθη μας εάν δεν υπήρχε μέσα μας. Στην πραγματικότητα, ζούμεσυνέχεια επάνω σε ένα ηφαίστειο». Γι’ αυτό ο «κάθε άνθρωπος έχει χρέος να συνειδητοποιήσει και να μάθει να χειρίζεται» τη σκιά του.
——————————————————————————————————————————————
Πηγές: https://www.nea-acropoli-athens.gr/ | Οι αναφορές του Carl Jung επιλέχθηκαν από το βιβλίο «Το αρχέτυπο του ολοκληρωτισμού» των εκδόσεων Σπαγειρία, το οποίο τυπώθηκε το 1990.
——–————————————————
Επιμέλεια: Lef.T


