...
| Καίτη Ντιριντάουα |

Aνυποχώρητη αξιοπρέπεια
| Aπό τα βαριετέ και τα μπουλούκια στη θρυλική «Μάντρα» του Αττίκ
κι απο κεί στην Αντίσταση, στις εξορίες και στο θέατρο |
Η Καίτη Ντιριντάουα, που το πραγματικό της όνομα ήταν Αικατερίνη Οικονόμου, γεννημένη στη Θεσσαλονίκη το 1921, έζησε μια ζωή που μοιάζει σαν προφορική εξομολόγηση μπροστά σε κοινό, μια ζωή που κύλησε ανάμεσα στη σκηνή και στον αγώνα, στο φως των προβολέων και στο σκοτάδι των φυλακών και των εξοριών, μέχρι που έκλεισε ο κύκλος της στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 1996, αφήνοντας πίσω της μια αίσθηση ανυποχώρητης αξιοπρέπειας, όπως τη θυμούνται όσοι πρόλαβαν να τη δουν και να κινείται με εκείνο το σώμα που έμοιαζε να μην υπακούει στους νόμους της βαρύτητας αλλά μόνο στη δική του εσωτερική ένταση.
Μεγαλωμένη σε φτωχικό περιβάλλον, ορφανή από πατέρα, κατέβηκε νωρίς στην Αθήνα μαζί με τη μητέρα της, η οποία διέκρινε γρήγορα την κλίση της κόρης της στον χορό και αποφάσισε, μέσα σε δύσκολες εποχές, να την εμπιστευτεί στις σχολές Μοριάνωφ και Ζουρούδη, όπου η μικρή Καίτη έμαθε να πειθαρχεί το σώμα της και να το μετατρέπει σε όργανο έκφρασης, κάτι που φάνηκε από την πρώτη της κιόλας εμφάνιση στο «Μικρό Ζάππειο» το 1935, όταν ακόμα μιλούσαν για «παιδιά-θαύματα» και το κοινό συνήθιζε να θαυμάζει τη δεξιοτεχνία πριν καν προλάβει να αναρωτηθεί για τη μοίρα που περίμενε αυτά τα παιδιά όταν θα μεγάλωναν.
Η διαδρομή της την οδήγησε από τα βαριετέ και τα μπουλούκια στη θρυλική «Μάντρα» του Αττίκ, όπου προσλήφθηκε το 1937 και όπου άρχισε να αποκτά όχι μόνο σκηνική εμπειρία αλλά και ταυτότητα, καθώς εκεί, σε περιοδεία στην Αίγυπτο, της «κόλλησαν» το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Ντιριντάουα, εμπνευσμένο από την αιθιοπική πόλη Ντίρε Ντάουα, με τη νεαρή χορεύτρια να θυμάται αργότερα ότι ήταν μικρή, ευλύγιστη και μαυροτσούκαλο, όπως έλεγε χαμογελώντας, χωρίς να υποψιάζεται ότι αυτό το όνομα θα γινόταν συνώνυμο μιας ολόκληρης εποχής του μουσικού θεάτρου.
Η Κατοχή διέκοψε βίαια κάθε αίσθηση κανονικότητας, με τη Ντιριντάουα να παίζει στο θέατρο «Αλκαζάρ» το 1942, όταν μέσα σε μια παράσταση τόλμησε να φωνάξει από τη σκηνή «Ζήτω η Ελλάδα, ζήτω η Αγγλία», μια πράξη που δεν ήταν απλώς καλλιτεχνική πρόκληση αλλά ανοιχτή πολιτική δήλωση, η οποία οδήγησε στη σύλληψή της και στην καταδίκη της σε φυλάκιση από τις δυνάμεις Κατοχής, εμπειρία που δεν τη λύγισε αλλά τη ριζοσπαστικοποίησε ακόμη περισσότερο, καθώς μετά την αποφυλάκισή της εντάχθηκε στο ΕΑΜ και συνδέθηκε οργανικά με τον κόσμο της Αντίστασης.
Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν σκληρά, με τις επιθέσεις ακροδεξιών ομάδων μέσα στα θέατρα, όπως εκείνη στο Θέατρο «Βέμπο» μετά τα Δεκεμβριανά, όταν τη φώναζαν «Βουλγάρα» και επιχείρησαν να τη χτυπήσουν, με την ίδια να απαντά ψύχραιμα ότι είναι πιο Ελληνίδα από εκείνους, και με την κορύφωση της δίωξης να έρχεται το 1947, όταν συνελήφθη τη Μεγάλη Εβδομάδα και εξορίστηκε διαδοχικά στη Μακρόνησο, στη Χίο και στο Τρίκερι, κουβαλώντας από εκεί μόνιμα προβλήματα υγείας, αποτέλεσμα των απάνθρωπων συνθηκών, που τη συνόδευσαν μέχρι το τέλος της ζωής της.
«Αρκετές μέρες πριν από την παράσταση άρχισαν οι απειλές, τα τρομοκρατικά τηλεφωνήματα και οι επιδρομές. Προ δέκα ημερών, στις 3 η ώρα τη νύχτα, πήγαν δύο εθνοφύλακες στο σπίτι μου και με φοβέρισαν ότι θα με σκοτώσουν. Είκοσι λεπτά πριν αρχίσει η παράσταση είχα επίσημη σχεδόν ειδοποίηση ότι οι χίτες του Θησείου ετοιμάζονται να κατέβουν “εν σώματι” να με σκοτώσουν. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Σε καμμιά πρόκληση δεν προέβην – το είδε αυτό ο κόσμος. Αυτοί είχαν αποφασίσει να με χτυπήσουν. Οταν ανέβηκα πάνω στη σκηνή, οι χίτες τράβηξαν κατ’ ευθείαν προς στο καμαρίνι μου πυροβολώντας. Με έσωσε ένα ευσυνείδητο όργανο της Γεν. Ασφάλειας, που στάθηκε με το αυτόματό του μπροστά στην πόρτα μου και τους εμπόδισε”.
»Μεγάλο κίνδυνο διέτρεξε η καλλιτέχνιδα και την ώρα που έφευγε από το θέατρο. Ο αξιωματικός της Εθνοφυλακής της συνιστούσε να μη βγει ακόμα. Ο κ. Κανελλόπουλος, όμως, αστυνομικός διαμερισματάρχης, της είπε: Οχι να βγεις κι εγώ αναλαμβάνω την ευθύνη. Καθώς έμπαινε στο αυτοκίνητο, ένας χίτης την ανεγνώρισε και φώναξε: “Η Ντιριντάουα, απάνω της! “.
»Το αυτοκίνητο, χωρίς αστυνομική συνοδεία, ξεκίνησε. Τρεις χίτες τρέχουν καταπόδι. Ο ένας το φθάνει και πηδά στο μαρσπιέ και αρπάζει τη μητέρα της καλλιτέχνιδας απ’ τον ώμο. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν πυροβολισμοί απ’ έξω και ο επιτεθής έπεσε χτυπημένος μέσα στο αυτοκίνητο. Η αστυνομία προσπάθησε να στηρίξει κατηγορία κατά της γρηάς μητέρας της Ντιριντάουα, ότι αυτή δήθεν είχε πιστόλι και… πυροβόλησε. Η ιατροδικαστική φυσικά εξέταση απέδειξε, ότι η σφαίρα ήρθε απ’ έξω, ασφαλώς απ’ τους ίδιους του χίτες, που πυροβολούσαν το αυτοκίνητο για να τρυπήσουν τα λάστιχα και να το σταματήσουν.»
»Η Καίτη Ντιριντάουα κατάφερε να διαφύγει και τότε αρχίζουν οι διώξεις και η παρανομία. Μεγάλη Βδομάδα του 1947 βρέθηκε στο Μεταγωγών. Στη συνέχεια εξορία, πρώτα Μακρόνησος, μετά στη Χίο και στο Τρίκερι. Τα πόδια της σακατεύτηκαν. Έπαθε οξεία ρευματική αρθρίτιδα. Για αρκετά χρόνια πάλευε να ξαναπαίξει.» [1]
Παρά ταύτα, στις αρχές της δεκαετίας του ’50 επέστρεψε στο θέατρο, χτίζοντας τη λαμπρότερη φάση της καριέρας της στο μουσικό θέατρο, συνεργαζόμενη με κορυφαίους ηθοποιούς και θιασάρχες της εποχής, ενώ το 1957, μέσα από έναν έντονο καβγά στην επιθεώρηση «Ελέφαντες και Ψύλλοι», γεννήθηκε ο μεγάλος της έρωτας με τον Κώστας Χατζηχρήστος, τον οποίο παντρεύτηκε το 1959, αποκτώντας μαζί του μία κόρη, τη Μαριαλένα, σε έναν γάμο που έληξε το 1975 αλλά που σημάδεψε τη δημόσια εικόνα και των δύο.
Η Ντιριντάουα έπαιξε στο θέατρο μέχρι το 1966, όταν αναγκάστηκε να αποσυρθεί για λόγους υγείας, έχοντας αφήσει πίσω της ελάχιστες κινηματογραφικές εμφανίσεις αλλά μια τεράστια θεατρική διαδρομή, για να πεθάνει σχεδόν ξεχασμένη από το ευρύ κοινό, όπως συμβαίνει συχνά με όσους αρνήθηκαν να προσαρμόσουν τη ζωή τους στις απαιτήσεις της σιωπής, αφήνοντας όμως μια παρακαταθήκη που δεν μετριέται σε ρόλους αλλά σε στάση ζωής, καθώς η ίδια έλεγε ότι αγάπησε τον αγώνα περισσότερο από το θέατρο, μια φράση που ίσως συνοψίζει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο το γιατί το όνομα Καίτη Ντιριντάουα εξακολουθεί να ακούγεται σαν ψίθυρος μνήμης κάθε φορά που μιλάμε για τέχνη που δεν φοβήθηκε να σταθεί όρθια.
————————————————————————————————————————-
Παραπομπές: [1] (https://www.katiousa.gr/)
Πηγές κειμένου: https://el.wikipedia.org › wiki › Καίτη_Ντιριντάουα | https://www.sansimera.gr › biographies | https://www.reader.gr
Φωτογραφία: Καίτη Οικονόμου (Ντιριντάουα)
——–————————————————
Επιμέλεια: Lef.T







