Η Άμπλιανη των αμπλάδων


...

Η Άμπλιανη των αμπλάδων

Η Άμπλιανη απέχει από το Αγρίνιο περίπου 124 χλμ.
Ο μικρότερος χρόνος που απαιτείται για τη διαδρομή με αυτοκίνητο
είναι 3 ώρες και 14 λεπτά, ανάλογα με τις κυκλοφοριακές συνθήκες της διαδρομής που θα επιλέξετε.


| Με click στον χάρτη
σε μεγέθυνση η διαδρομή|

Tίτλος

Η Άμπλιανη είναι ένα γραφικό ορεινό χωριό στην Ευρυτανία
Ανήκει στη δημοτική ενότητα Δομνίστας του δήμου Καρπενησίου
Σύμφωνα με την απογραφή του 2021, ο μόνιμος πληθυσμός του είναι 76 κάτοικοι,
από 13 μόνιμους κατοίκους που είχε κατά την απογραφή του 2011

Επιμέλεια: Λ. Τηλιγάδας


Η Ευρυτανία είναι ένας τόπος που μοιάζει να έχει πλαστεί από πέτρα, έλατο και νερό· ένας νομός βγαλμένος από καρτ ποστάλ, που συνδυάζει την άγρια μεγαλοπρέπεια της φύσης με τη σεμνή, σχεδόν μυστική, ομορφιά των ανθρώπων της. Ανάμεσα στα βουνά της, η Άμπλιανη ξεχωρίζει σαν μια πράσινη αγκαλιά, πνιγμένη στα έλατα και στα νερά. Το όνομά της το οφείλει στις πολλές «αμπλάδες», τις μικρές πηγές που ξεπηδούν από κάθε ρεματιά, σκορπώντας τη δροσιά και τον ήχο τους στο δάσος. Εκεί όπου σήμερα ακούς μόνο το νερό και τον αέρα, κάποτε έσφυζε η ζωή: μια κοινότητα πεισματάρα, ανθεκτική και περήφανη, που έμαθε να ζει με τα χιόνια, τη μοναξιά και τη σιωπή του βουνού.

 

 

 

Η Άμπλιανη είναι από τα ελάχιστα χωριά της Ελλάδας που ανέκαθεν λειτουργούσαν ως μεταβατικές κοινότητες. Οι κάτοικοί της δεν έμεναν ποτέ μόνιμα στον τόπο τους όλο τον χρόνο. Σκαρφαλωμένη σε υψόμετρο 1.230 μέτρων —το δεύτερο ορεινότερο χωριό της Ευρυτανίας μετά τους Στάβλους— η ζωή εκεί το χειμώνα γινόταν αβάσταχτη. Από τα τέλη του 19ου αιώνα, οι Αμπλιανίτες άρχισαν να εγκαταλείπουν τα πέτρινα σπίτια τους όταν έπεφταν τα πρώτα χιόνια. Μετακινούνταν προς τα πεδινά: άλλοι κατηφόριζαν προς το Μεσολόγγι, όπου βρίσκεται ακόμη η χειμερινή τους έδρα, κι άλλοι τραβούσαν προς τη Λαμία. Εκεί, ίδρυσαν μάλιστα και μια νέα συνοικία που φέρει μέχρι σήμερα το όνομα «Νέα Άμπλιανη» — μια μικρή απόδειξη του δεσμού που δεν κόβεται με τον τόπο της καταγωγής.

Παλιότερα, η ζωή στην Άμπλιανη κυλούσε γύρω από την κτηνοτροφία, την υφαντική και τις σιωπηλές ρυθμίσεις της φύσης. Οι γυναίκες ύφαιναν στα σπίτια τους με έναν σπάνιο, όρθιο αργαλειό, έναν τύπο που συναντάται ελάχιστα στη Ρούμελη. Το μαλλί ήταν άφθονο· τα κοπάδια πρόσφεραν το υλικό και οι άνδρες, που συχνά αναλάμβαναν και το γνέσιμο, κέρδισαν το παρατσούκλι «ροκάδες». Από τα χέρια των γυναικών έβγαιναν υφαντά μεγάλης αξίας, λεπτοδουλεμένα, που προορίζονταν άλλοτε για το σπίτι, άλλοτε για προίκα. Η φορεσιά των Αμπλιανιτισσών είχε φήμη —στολισμένη, πολύχρωμη, μα πάντα λιτή και δυναμική, όπως οι ίδιες. Το χωριό, απομονωμένο μα αυτάρκες, κρατούσε ζωντανά τα έθιμα, τα τραγούδια και τον ρυθμό του χρόνου, σαν μικρός αυτόνομος κόσμος στις πλαγιές του Τυμφρηστού.

Πριν ακόμη ξεσπάσει η Επανάσταση του 1821, η Άμπλιανη ήταν ένας από τους σημαντικότερους οικισμούς της Ευρυτανίας. Μετά το Καρπενήσι, ήταν το πιο ζωντανό χωριό της περιοχής· τόπος δουλειάς, εμπορίου και στρατηγική διάβαση για όποιον ήθελε να περάσει από τη Ρούμελη προς τη Φθιώτιδα. Γι’ αυτό και όταν ήρθε η ώρα του ξεσηκωμού, το χωριό στάθηκε μπροστά. Η 14η Ιουλίου 1824 χαράχτηκε ανεξίτηλα στην ιστορία του τόπου, όταν στη γη της Άμπλιανης συγκρούστηκαν οι Έλληνες αγωνιστές με τις δυνάμεις του Ντερβίς πασά.

Ο Κίτσος Τζαβέλας, ο Πανουργιάς, ο Σκαλτσοδήμος, ο Σουλιώτης Θράκος και άλλοι καπεταναίοι συγκέντρωσαν περίπου τρεις χιλιάδες άνδρες απέναντι σε δέκα χιλιάδες Τουρκαλβανούς, που διέθεταν και δύο κανόνια. Η μάχη κράτησε ολόκληρη την ημέρα. Οι Έλληνες, πεινασμένοι και κουρασμένοι, πολεμούσαν από τα υψώματα και τα φαράγγια, γνωρίζοντας κάθε πέτρα της γης τους. Όταν, προς το σούρουπο, έφτασε από την Άμφισσα ο Χαλμούκης με τριακόσιους ενισχυτικούς μαχητές, το ηθικό των Ελλήνων φούντωσε και οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή. Οι απώλειές τους έφτασαν τους πεντακόσιους νεκρούς, ενώ οι Έλληνες θρήνησαν μόλις τριάντα επτά. Ήταν μια καθοριστική νίκη: χάρη σε αυτήν, η Ανατολική Στερεά έμεινε για καιρό ελεύθερη, δίνοντας ανάσα στον Αγώνα. Ο ίδιος ο σουλτάνος, εξοργισμένος, διέταξε τον αποκεφαλισμό του Ντερβίς πασά. Από τότε, η Άμπλιανη έγινε σύμβολο αντίστασης — χωριό που στάθηκε όρθιο απέναντι στην αυτοκρατορία.

Η φλόγα εκείνη δεν έσβησε. Έναν αιώνα αργότερα, στα χρόνια της Κατοχής, οι Αμπλιανίτες ξαναβγήκαν στα βουνά, αυτή τη φορά εναντίον των Γερμανών. Πήραν μέρος στην Αντίσταση, πλήρωσαν βαρύ τίμημα, είδαν το χωριό τους να καίγεται ξανά, μα δεν λύγισαν. Στις πέτρες και στα μονοπάτια του τόπου τους, το πνεύμα της ελευθερίας είχε γίνει πια δεύτερη φύση.

Σήμερα, κάθε παραμονή της Αγίας Παρασκευής, στις 26 Ιουλίου, η Άμπλιανη ξαναζεί τη μνήμη της μάχης και τιμά τους νεκρούς της. Στην τοποθεσία «Στέγκος», κάτω από τον καλοκαιρινό ουρανό, οι κάτοικοι και οι απόδημοι μαζεύονται για τον παραδοσιακό χορό που φέρει το ίδιο όνομα. Πρόκειται για ένα μοναδικό έθιμο που δεν συναντάται αλλού: άντρες και γυναίκες, φορούν τις παραδοσιακές στολές τους, στέκονται κυκλικά και χορεύουν χωρίς τη συνοδεία οργάνων — μόνο με τη φωνή και το ρυθμικό πάτημα των ποδιών τους. Είναι ένας χορός μνήμης και υπερηφάνειας, ένας δεσμός που ενώνει τις γενιές. Εκεί, στο «Στέγκο», η ιστορία δεν είναι παρελθόν· είναι παρόν που τραγουδά.

 Στο κέντρο του χωριού, η πλακοστρωμένη πλατεία μοιάζει με σκηνή που φιλοξενεί τη ζωή. Παιδιά παίζουν κάτω από τον ίσκιο των έξι αιωνόβιων πλατανιών, που μετρούν πάνω από διακόσια εξήντα χρόνια ζωής. Στην άκρη, η πετρόκτιστη βρύση κελαρύζει αδιάκοπα — η ίδια που πότισε γενιές ολόκληρες. Δίπλα της, μια μαρμάρινη πλάκα θυμίζει το συμβούλιο των στρατηγών του Καραϊσκάκη. Είναι σαν ο χρόνος εδώ να έχει σταματήσει σε μια διαρκή αναπνοή ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν.

 

 

Οι εκκλησίες της Άμπλιανης αποτελούν μικρά αρχιτεκτονικά διαμάντια, διάσπαρτα μέσα στο τοπίο. Η Αγία Παρασκευή, χτισμένη το 1867, και ο Άγιος Νικόλαος έχουν ανακηρυχθεί ιστορικά και διατηρητέα μνημεία από το Υπουργείο Πολιτισμού, και οι δύο ρυθμού βασιλικής, με λιτή πέτρα και ήσυχες καμπάνες. Η Αγία Σωτήρα, στο νεκροταφείο, ο Άγιος Ιωάννης και ο Προφήτης Ηλίας, που αγναντεύει το χωριό από ψηλά, συμπληρώνουν το πνευματικό του τοπίο. Καθεμία έχει τη δική της ιστορία, τους δικούς της εορτασμούς, τις μνήμες των ανθρώπων που βαφτίστηκαν, παντρεύτηκαν ή αποχαιρετήθηκαν εκεί.

Το καλοκαίρι, η Άμπλιανη σφύζει από ζωή. Απόδημοι, παιδιά και εγγόνια επιστρέφουν από τις πόλεις, ανοίγουν τα πέτρινα σπίτια και γεμίζουν το χωριό φωνές. Οι δρόμοι, χτισμένοι με την ίδια πέτρα που κρατά τα σπίτια, οδηγούν σε μια μικρή, φυσική σκηνή πολιτισμού. Οι παραθεριστές οργανώνουν εκδρομές στα γύρω μέρη: στη Σαράναινα, το Ντερζί, το Μαλάκη, την Κερασιά. Εκεί, μαζεύουν τα «καλούδια» του βουνού —τσάι, ρίγανη, σαλέπι, βάλσαμο, αλόη— όπως έκαναν οι παππούδες τους. Η φύση εδώ δεν είναι διακοσμητική: είναι τρόπος ζωής, μια καθημερινή συνομιλία με τη γη.

 

 

Πολλοί περιπατητές ακολουθούν τα μονοπάτια που οδηγούν στους καταρράκτες και στα ποταμάκια. Η πιο γνωστή πηγή, ο Ρόβολος, τροφοδοτεί ακόμη την Ευηνολίμνη. Τα νερά της Άμπλιανης είναι γάργαρα, παγωμένα, καθαρά — σαν να κουβαλούν τη μνήμη του τόπου μέσα τους. Στους ήχους του δάσους, ανάμεσα στα έλατα και στα πουρνάρια, ακούγεται κάτι βαθύτερο: η αίσθηση ότι εδώ ο χρόνος δεν διαλύει, αλλά συντηρεί.

Η Άμπλιανη δεν είναι απλώς ένα χωριό· είναι ένα κομμάτι της ελληνικής ιστορίας που επιβιώνει ακέραιο μέσα στη φύση. Από το 1824 ως τη γερμανική Κατοχή, κι από τα καλοκαίρια των πανηγυριών ως τα χειμωνιάτικα χρόνια της σιωπής, ο τόπος αυτός κουβαλά την αντοχή των ανθρώπων του. Οι κάτοικοί της, διασκορπισμένοι πια σε πόλεις και χωριά, δεν έπαψαν ποτέ να την κουβαλούν μέσα τους — ως πατρίδα, ως μνήμη, ως ρίζα. Γιατί, όπως λένε και οι ίδιοι, «ο Αμπλιανίτης μπορεί να φύγει απ’ το βουνό, μα το βουνό δε φεύγει απ’ τον Αμπλιανίτη».

Κι έτσι, κάθε καλοκαίρι, όταν ο ήλιος φωτίζει τις πέτρες και τα έλατα, η Άμπλιανη ξαναγεννιέται. Τα σπίτια ανοίγουν, οι πλατείες γεμίζουν, τα τραγούδια ακούγονται ξανά χωρίς μουσική, μόνο με τη φωνή. Ο χορός του «Στέγκου» συνεχίζεται, όπως τότε, σαν ένα κυκλικό ταξίδι μέσα στον χρόνο. Και όσο υπάρχουν άνθρωποι να θυμούνται, να χορεύουν και να αφηγούνται, η Άμπλιανη θα μένει εκεί — όρθια, περήφανη και ζωντανή, η δική μας μικρή «Ελβετία της Ελλάδας».

 

———————————————————————————————
Πηγή φωτογραφιών: Αμπλιανη Ευρυτανίας (instagram)
Άμπλιανη Eυρυτανίας (Facebook)