Γεώργιος Σουρής | Σάτιρα που δεν χαρίστηκε σε κανέναν


...

| Γεώργιος Σουρής |

Σάτιρα που δεν χαρίστηκε σε κανέναν·
ούτε και στον  δημιουργό της

| Ο Γεώργιος Σουρής, ο «Ρωμηός» και το πολιτικό ασυνείδητο
της Ελλάδας από τον 19ο αιώνα έως σήμερα.|


Ο Γεώργιος Σουρής είναι από εκείνες τις μορφές που, αν τις απογυμνώσεις από τα σχολικά στερεότυπα, μένεις με την αίσθηση ότι μιλάει ακόμα. Όχι με τη σοβαροφάνεια των «κλασικών», αλλά με τον τρόπο του ανθρώπου που κάθεται απέναντί σου στο καφενείο, ανάβει τσιγάρο και αρχίζει να σχολιάζει τα πάντα: πολιτική, κοινωνία, ανθρώπινες αδυναμίες, μικροπρέπειες, αυταπάτες. Κι όλα αυτά με στίχο, με χιούμορ, με δηλητηριώδη ακρίβεια.

Γεννήθηκε το 1853 στη Σύρο – νησί αστικό, εμπορικό, ζωντανό, με αέρα Ευρώπης. Δεν είναι άσχετο αυτό. Ο Σουρής δεν κουβαλάει το βαρύ, ρητορικό ύφος της καθαρεύουσας εξουσίας. Από νωρίς δείχνει ότι τον ενδιαφέρει ο δρόμος, ο κόσμος, η καθημερινή γλώσσα. Σπουδάζει φιλολογία στην Αθήνα, αλλά –όπως τόσοι και τόσοι– δεν γίνεται ποτέ «ακαδημαϊκός» με την κλασική έννοια. Η πραγματική του έδρα θα είναι το χαρτί της εφημερίδας και το σατιρικό ποίημα.

Το 1883 ιδρύει τον «Ρωμηό», μια σατιρική εβδομαδιαία εφημερίδα που θα γίνει θεσμός. Εκεί βρίσκεται το κλειδί για να τον καταλάβεις. Δεν γράφει απλώς ποιήματα. Σχολιάζει την επικαιρότητα σε πραγματικό χρόνο. Κυβερνήσεις πέφτουν και ανεβαίνουν, σκάνδαλα ξεσπούν, εθνικά οράματα φουσκώνουν και ξεφουσκώνουν, και ο Σουρής είναι εκεί, κάθε εβδομάδα, να τα κάνει στίχο. Δεν χαρίζεται σε κανέναν: βασιλιάδες, πρωθυπουργοί, βουλευτές, δημοσιογράφοι, ακόμα και το ίδιο το «έθνος» μπαίνουν στο στόχαστρο. Η σάτιρά του είναι λαϊκή, αιχμηρή, πολλές φορές ωμή. Και ακριβώς γι’ αυτό λειτουργεί. Ο Σουρής μιλάει τη γλώσσα του κόσμου – μια γλώσσα που κινείται ανάμεσα στη δημοτική και την καθαρεύουσα, τις ανακατεύει επίτηδες, τις γελοιοποιεί. Παίζει με τα ιδιώματα, με τις υπερβολές, με τα κλισέ της εποχής. Εκεί που άλλοι προσπαθούν να «εξευγενίσουν» την ελληνική γλώσσα, αυτός την αφήνει να κυκλοφορεί ελεύθερη, με τις βρωμιές και τις ομορφιές της.

 

 

Πολιτικά, ο Σουρής είναι δύσκολος στην κατηγοριοποίηση. Δεν είναι επαναστάτης με τη στενή έννοια, ούτε όμως και αυλικός. Είναι βαθιά καχύποπτος απέναντι στην εξουσία, αλλά εξίσου καχύποπτος απέναντι στη λαϊκή ρητορεία. Χλευάζει τον μεγαλοϊδεατισμό, τις εύκολες πατριωτικές κορώνες, την αυτάρεσκη ιδέα ότι «είμαστε ο περιούσιος λαός». Την ίδια στιγμή, δεν ιδεολογικοποιεί τη φτώχεια ούτε αγιοποιεί τον «λαό». Βλέπει καθαρά τις αντιφάσεις: μικροαστισμό, καιροσκοπισμό, φόβο, μιζέρια. Και τα γράφει όλα. Αυτό που τον κάνει ξεχωριστό είναι η διάρκεια. Για δεκαετίες, ο «Ρωμηός» κυκλοφορεί, διαβάζεται, συζητιέται. Ο Σουρής γίνεται σχεδόν καθημερινή συνήθεια. Τα ποιήματά του απαγγέλλονται, μαθαίνονται απ’ έξω, περνάνε στο στόμα του κόσμου. Κάποιοι στίχοι του αποκτούν ζωή πέρα από τον δημιουργό τους – γίνονται παροιμιώδεις, σχεδόν ανώνυμοι.

 

 

Φυσικά, αυτή η επιτυχία έχει και κόστος. Ο Σουρής διώκεται, μηνύεται, φυλακίζεται για μικρά διαστήματα. Η εξουσία δεν αγαπάει ποτέ πραγματικά τη σάτιρα, ακόμα κι όταν κάνει πως γελάει. Υπάρχει πάντα αυτό το διπλό παιχνίδι: τον διαβάζουν όλοι, αλλά κανείς δεν θέλει να είναι το επόμενο θύμα. Κι εκείνος συνεχίζει, πεισματικά, με μια αίσθηση ότι «αφού τα βλέπουμε, θα τα πούμε». Λογοτεχνικά, μπορεί να μην ανήκει στο πάνθεον των «υψηλών» ποιητών με τη στενή έννοια. Δεν θα τον συγκρίνεις εύκολα με τον Σολωμό ή τον Παλαμά ως προς τη μορφική καινοτομία. Όμως ο Σουρής κάνει κάτι άλλο: καταγράφει το πολιτικό και κοινωνικό ασυνείδητο της εποχής του. Αν θέλεις να δεις πώς σκεφτόταν, πώς μιλούσε, πώς αυτοσαρκαζόταν η Ελλάδα του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, ο Σουρής είναι ανεκτίμητος.

Και εδώ έρχεται το πιο ενδιαφέρον: διαβάζοντάς τον σήμερα, συχνά νιώθεις μια άβολη οικειότητα. Σαν να μην πέρασε ούτε μέρα. Οι ίδιες γκρίνιες, οι ίδιες υποσχέσεις, οι ίδιες αυταπάτες, οι ίδιες μεγαλοστομίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι «τίποτα δεν αλλάζει» – αλλά δείχνει πόσο βαθιά είναι κάποια μοτίβα. Ο Σουρής δεν γελοιοποιεί απλώς πρόσωπα, γελοιοποιεί μηχανισμούς. Πέθανε το 1919, σε μια Ελλάδα που έμπαινε σε άλλη, πολύ πιο σκοτεινή φάση. Δεν πρόλαβε τη Μικρασιατική Καταστροφή, αλλά αν τη σκεφτείς μέσα από το πρίσμα της σάτιράς του, μοιάζει σχεδόν προαναγγελθείσα: η ύβρις, η αυταπάτη, η αυτοπεποίθηση χωρίς αντίκρισμα. Ο Σουρής, με τον τρόπο του, είχε ήδη δείξει το έδαφος.

 

 

Σήμερα τον διαβάζουμε όχι σαν «παλιό σατιρικό», αλλά σαν ζωντανό συνομιλητή. Όχι για να γελάσουμε απλώς – αν και γελάς, αλλά για να καταλάβουμε πώς λειτουργεί η σάτιρα όταν είναι πραγματικά πολιτική: όχι διδακτική, όχι στρατευμένη με τη χονδροκομμένη έννοια, αλλά ανελέητα παρατηρητική. Ο Σουρής δεν σου λέει τι να πιστέψεις. Σου δείχνει τον καθρέφτη. Κι αυτός ο καθρέφτης, ακόμα και σήμερα, δεν είναι πάντα κολακευτικός.

Η ζωγραφιά μου

Mπόι δυο πήχες, κόψη κακή,
γένια με τρίχες εδώ κι εκεί.

Kούτελο θείο, λίγο πλατύ,
τρανό σημείο του ποιητή.

Δυο μάτια μαύρα χωρίς κακία
γεμάτα λαύρα μα και βλακεία.

Mακρύ ρουθούνι πολύ σχιστό,
κι ένα πηγούνι σαν το Xριστό.

Πηγάδι στόμα, μαλλιά χυτά
γεμίζεις στρώμα μόνο μ’ αυτά.

Mούρη αγρία και ζαρωμένη,
χλωμή και κρύα σαν πεθαμένη.

Kανένα χρώμα δεν της ταιριάζει
και τώρ’ ακόμα βαφές αλλάζει.

Δόντια φαφούτη όλο σχισμάδες,
ύφος τσιφούτη για μαστραπάδες.

 

——–————————————————
Επιμέλεια: Lef.T