Γέγονε την 2α Δεκεμβρίου


...

Ο γέγονε… Γέγονε |


Γεγονότα

 

1805 – Ο Ναπολέων Βοναπάρτης νικά στη Μάχη του Αούστερλιτς τις ενωμένες δυνάμεις των Αυστριακών και των Ρώσων. Γνωστή ως «Μάχη των Τριών Αυτοκρατόρων», η σύγκρουση στο Αούστερλιτς υπήρξε το αριστούργημα της ναπολεόντειας στρατηγικής. Απέναντι στον αυτοκράτορα των Γάλλων στάθηκαν οι ενωμένες δυνάμεις του Γ΄ Συνασπισμού, υπό τον τσάρο Αλέξανδρο Α΄ και τον αυτοκράτορα Φραγκίσκο Β΄, σε μια στιγμή όπου η Μεγάλη Βρετανία, φοβούμενη γαλλική εισβολή, είχε σύρει Ρωσία και Αυστρία σε αντικαπολεόντειο μέτωπο. Με τη νεοσύστατη «Μεγάλη Στρατιά» – έναν άρτια εκπαιδευμένο, μοντέρνο στρατό 200.000 ανδρών – ο Ναπολέων κινείται αστραπιαία. Στις 25 Σεπτεμβρίου 1805 διαβαίνει μυστικά τον Ρήνο και περικυκλώνει τον αυστριακό στρατό στο Ουλμ. Ο «Ελιγμός του Ουλμ», υπόδειγμα επιχειρησιακής τέχνης, οδηγεί στην αιχμαλωσία 60.000 Αυστριακών, ανοίγοντας τον δρόμο προς τη Βιέννη, η οποία πέφτει στα χέρια του τον Νοέμβριο.

Παρά τη συντριβή του γαλλικού στόλου στο Τραφάλγκαρ – γεγονός που τερματίζει οριστικά τα σχέδια εισβολής στη Βρετανία – ο Ναπολέων επιδιώκει αποφασιστική χερσαία νίκη. Με μεθοδευμένη παραπλάνηση παρασύρει Ρώσους και Αυστριακούς σε μάχη στην περιοχή του Αούστερλιτς στις 2 Δεκεμβρίου. Οι δύο αυτοκράτορες παρατάσσουν 73.000 άνδρες απέναντι στους 75.000 έμπειρους Γάλλους. Στις 8 το πρωί ξεκινά η επίθεση των Συμμάχων, όμως ο Ναπολέων αντεπιτίθεται στο κέντρο, διαλύει τις γραμμές τους και έως το σούρουπο έχει επιβάλει πανίσχυρη νίκη. Οι απώλειες: 9.000 Γάλλοι έναντι 25.000 Ρωσοαυστριακών.

Η ήττα οδηγεί στη Συνθήκη του Πρεσβούργου (26 Δεκεμβρίου 1805), που σηματοδοτεί το τέλος της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την κυριαρχία της Γαλλίας στην Κεντρική Ευρώπη. Ο Ναπολέων επιστρέφει θριαμβευτής, κερδίζοντας τον τίτλο «Μέγας Ναπολέων». Η μάχη ενέπνευσε αργότερα και τον Λέοντα Τολστόι, ο οποίος την ενέταξε με απαράμιλλη ζωντάνια στον «Πόλεμο και Ειρήνη».

 

 

1823 – Ο πρόεδρος Τζέιμς Μονρόε εκφωνεί ενώπιον του Κογκρέσου μια ιστορική ομιλία, με την οποία χαράσσει την πρώτη μεγάλη αυτόνομη στρατηγική των ΗΠΑ στη διεθνή σκηνή. Διακηρύσσει ότι καμία ευρωπαϊκή δύναμη δεν θα επιτραπεί να επεκτείνει την επιρροή της στο δυτικό ημισφαίριο, ούτε να επιχειρήσει παλινόρθωση μοναρχικών καθεστώτων στα νεοσύστατα κράτη της Λατινικής Αμερικής. Με αυτό το μήνυμα προειδοποιεί ευθέως ότι η Βόρεια και Νότια Αμερική αποτελούν πλέον «ζώνη συμφερόντων» των Ηνωμένων Πολιτειών. Παράλληλα, στην ίδια ομιλία αναγνωρίζει ότι στην επαναστατημένη Ελλάδα έχει διαμορφωθεί ήδη μια μορφή κυρίαρχης επικράτειας, προτείνοντας μάλιστα την αποστολή αμερικανού διπλωμάτη· μια κίνηση που υποδηλώνει την πρώιμη αμερικανική συμπάθεια προς τον ελληνικό Αγώνα.

Η διακήρυξη έμεινε στην ιστορία ως «Δόγμα Μονρόε» και αποτέλεσε θεμέλιο λίθο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Για πρώτη φορά οι ΗΠΑ δηλώνουν ότι δεν θα ακολουθούν την ευρωπαϊκή πολιτική ατζέντα, αλλά θα χαράσσουν αυτόνομη πορεία, με κριτήριο τα δικά τους συμφέροντα. Με το πέρασμα των δεκαετιών, το δόγμα προσαρμόζεται: τη δεκαετία του 1840 οι πρόεδροι Τάιλερ και Πολκ το επιστρατεύουν για να δικαιολογήσουν την εδαφική εξάπλωση της χώρας προς δυσμάς και νότο. Στον 20ό αιώνα, ιδίως κατά τον ψυχρό πόλεμο, το Δόγμα Μονρόε αναβιώνει ως εργαλείο ανάσχεσης της σοβιετικής επιρροής στην αμερικανική ήπειρο. Η επανάσταση του 1959 στην Κούβα, με την άνοδο του φιλοσοβιετικού καθεστώτος του Φιντέλ Κάστρο, επαναφέρει το δόγμα στο προσκήνιο, ως πολιτικό και ιδεολογικό ανάχωμα στην καρδιά του δυτικού κόσμου.

 

1824 – Στα χρόνια της Επανάστασης, οι εμφύλιες συγκρούσεις του 1823-1825 έμελλε να αποδειχθούν εξίσου οδυνηρές με τις μάχες εναντίον των Οθωμανών. Από τα τέλη του 1823, πολιτικοί και στρατιωτικοί χωρίζονται σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα: τους «Κυβερνητικούς» του Κρανιδίου, υπό τον Γεώργιο Κουντουριώτη, και τους «Αντικυβερνητικούς» της Τριπολιτσάς, υπό τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Η πολιτική κρίση, που ξεκινά με την καθαίρεση του Δημητρίου Περούκα και τη σύγκρουση Βουλευτικού–Εκτελεστικού, εξελίσσεται γρήγορα σε ένοπλη αντιπαράθεση. Οι Κυβερνητικοί, στηριγμένοι στη νησιωτική οικονομική ισχύ και στους Ρουμελιώτες οπλαρχηγούς, υπερισχύουν στις επιχειρήσεις του χειμώνα 1824, οδηγώντας τον Κολοκοτρώνη σε συμβιβασμό την άνοιξη.

Ωστόσο, η νικηφόρα πλευρά σύντομα κατακερματίζεται λόγω της διαχείρισης του πρώτου δανείου. Η κόντρα νησιωτών και Πελοποννησίων, η διανομή χρημάτων και η μάχη για την εξουσία οδηγούν στο ξέσπασμα του Β΄ Εμφυλίου στα μέσα του 1824. Η άρνηση των Τριφυλλίων να πληρώσουν φόρους και οι επιχειρήσεις του Παπαφλέσσα λειτουργούν ως σπίθα. Με τα χρήματα του δανείου ο Κουντουριώτης εξαγοράζει καπεταναίους και θέτει τους Στερεοελλαδίτες απέναντι στους Πελοποννήσιους. Στις συγκρούσεις γύρω από την Τριπολιτσά σκοτώνεται ο Πάνος Κολοκοτρώνης, γεγονός που καταρρακώνει τον Γέρο του Μωριά.

Η επέλαση των ρουμελιώτικων σωμάτων του Γκούρα και του Καραϊσκάκη ολοκληρώνει την ήττα των Αντικυβερνητικών. Ο Κολοκοτρώνης παραδίδεται ζητώντας αμνηστία, αλλά φυλακίζεται στην Ύδρα, ενώ ο Οδυσσέας Ανδρούτσος συλλαμβάνεται και δολοφονείται. Η απελευθέρωση του Κολοκοτρώνη θα έρθει μόνο όταν η εισβολή του Ιμπραήμ και η πολιορκία του Μεσολογγίου επιβάλλουν την ενότητα μπροστά στον κοινό κίνδυνο.

 

1971 – Έξι κρατίδια της νότιας ακτής του Περσικού Κόλπου – Άμπου Ντάμπι, Ντουμπάι, Σαρζάχ, Φουτζάιρα, Αϊμάν και Ουμ αλ-Κουάιν – ενώνουν τις δυνάμεις τους και ιδρύουν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τερματίζοντας μια περίοδο σχεδόν 150 ετών βρετανικής προστασίας. Τα εμιράτα αυτά, γνωστά παλαιότερα ως «Συμφωνημένα Κράτη», βρίσκονταν από το 1820 έως το 1892 σε ειδικό καθεστώς με τη Βρετανία. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 η ανακάλυψη πλούσιων κοιτασμάτων πετρελαίου στο Άμπου Ντάμπι δημιουργεί νέες προοπτικές, ενώ οι Βρετανοί – που χάνουν πλέον έδαφος έναντι αμερικανικών εταιρειών – αδυνατούν να ελέγξουν την οικονομική και αναπτυξιακή πορεία των εμιράτων. Με την άνοδο του σεΐχη Ζαΐντ μπιν Σουλτάν Αλ Ναγιάν το 1966, τα εμιράτα επιδιώκουν στενότερο συντονισμό, ιδρύοντας το Συμβούλιο των Εμιράτων υπό τη νομική καθοδήγηση του Αντί Μπιτάρ.

Το 1968 η Βρετανία ανακοινώνει την πρόθεσή της να αποχωρήσει από την περιοχή, γεγονός που κινητοποιεί τα επτά εμιράτα – μαζί με Μπαχρέιν και Κατάρ – να συζητήσουν μια ευρύτερη ένωση. Ωστόσο, οι διαφωνίες δεν επιτρέπουν την επίτευξη κοινού πλαισίου. Το Μπαχρέιν και το Κατάρ κηρύσσουν την ανεξαρτησία τους το 1971, λίγο πριν λήξει επισήμως η βρετανική προστασία τον Δεκέμβριο.

Τότε, Άμπου Ντάμπι και Ντουμπάι παίρνουν την πρωτοβουλία: καταρτίζουν κοινό προσωρινό σύνταγμα και καλούν τα υπόλοιπα εμιράτα σε συμμετοχή. Στις 2 Δεκεμβρίου 1971, τέσσερα ακόμη κρατίδια προσχωρούν, θέτοντας τα θεμέλια των ΗΑΕ. Το Ρας αλ-Κάιμα, μετά από διαπραγματεύσεις, εντάσσεται οριστικά στις 10 Φεβρουαρίου 1972, ολοκληρώνοντας την ομοσπονδία που έκτοτε εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο δυναμικούς κρατικούς σχηματισμούς της Μέσης Ανατολής.

 

Γεννήσεις

 

1859 – Ζορζ Σερά. Γεννήθηκε στο Παρίσι σε οικογένεια με μεγάλη οικονομική άνεση. Ο πατέρας του, δικαστικός υπάλληλος με ρίζες από την Καμπανία, φρόντισε να του εξασφαλίσει μια σταθερή και καλλιεργημένη ανατροφή. Ο νεαρός Σερά ξεκίνησε τις σπουδές του δίπλα στον γλύπτη Ζαστίν Λεκιέν και το 1878–79 φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου καλλιέργησε τις πρώτες του επαφές με το επίσημο καλλιτεχνικό περιβάλλον της εποχής. Μετά τη στρατιωτική του θητεία στη Βρέστη, επιστρέφει στο Παρίσι το 1880 και εγκαθίσταται σε ένα μικρό εργαστήριο στην Αριστερή Όχθη, το οποίο μοιράζεται με συμφοιτητές του προτού αποκτήσει δικό του στούντιο. Τα δύο επόμενα χρόνια αφιερώνεται συστηματικά στο ασπρόμαυρο σχέδιο, καλλιεργώντας την πειθαρχία και την ακρίβεια που θα χαρακτήριζαν αργότερα το έργο του.

Το 1883 δημιουργεί τον πρώτο του μεγάλο πίνακα, τους Κολυμβητές στην Ασνιέρ, έναν φιλόδοξο καμβά που όμως απορρίπτεται από το επίσημο Σαλόν. Η απόρριψη αυτή τον φέρνει κοντά στον κύκλο των ανεξάρτητων καλλιτεχνών του Παρισιού. Το 1884 συμμετέχει στη δημιουργία της Εταιρείας Ανεξαρτήτων Καλλιτεχνών, μαζί με τον Μαξιμιλιάν Λους και άλλους νεωτεριστές δημιουργούς. Εκεί γνωρίζει και συνδέεται στενά με τον Πωλ Σινιάκ, στον οποίο μεταφέρει τις πρωτοποριακές του θεωρίες για τον πουαντιγισμό – την τεχνική της διάσπασης του χρώματος σε μικρές κουκκίδες που αναμειγνύονται οπτικά.

Το καλοκαίρι του 1884 ξεκινά η κολοσσιαία προσπάθεια του Σερά να αποτυπώσει σε καμβά το Ένα κυριακάτικο απόγευμα στο νησί Λα Γκραντ Ζατ. Το έργο ολοκληρώνεται έπειτα από δύο χρόνια ασταμάτητης δουλειάς και καθιερώνει τον Σερά ως τον θεμελιωτή του νεοϊμπρεσιονισμού, αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ιστορία της μοντέρνας τέχνης.

 

1922 – Ιάκωβος Καμπανέλλης. Γεννήθηκε στη Νάξο στις 2 Δεκεμβρίου 1921, έκτο από τα εννέα παιδιά του Στέφανου Καμπανέλλη, εμπειρικού φαρμακοποιού από τη Χίο, και της Αικατερίνης Λάσκαρη, μέλους μιας παλιάς αρχοντικής οικογένειας της Κωνσταντινούπολης. Στα σχολικά του χρόνια στη Νάξο υπήρξε συμμαθητής του Μανώλη Γλέζου. Το 1935 η οικογένεια εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα, όπου ο νεαρός Καμπανέλλης εργάζεται τα πρωινά και τα βράδια παρακολουθεί τεχνικό σχέδιο στη Σιβιτανίδειο.

Το φθινόπωρο του 1942 συλλαμβάνεται από τους Γερμανούς και οδηγείται στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν, όπου παραμένει έως την απελευθέρωσή του τον Μάιο του 1945. Η εμπειρία αυτή θα χαραχθεί βαθιά στη μνήμη του και αργότερα θα αποτελέσει το υλικό για το εμβληματικό του έργο Μαουτχάουζεν.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, γοητεύεται από τις παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν. Αν και επιχειρεί να γίνει ηθοποιός, απορρίπτεται από το Εθνικό Θέατρο λόγω έλλειψης απολυτηρίου και στρέφεται οριστικά στη συγγραφή. Ο Αδαμάντιος Λεμός ανακαλύπτει το ταλέντο του και παρουσιάζει το πρώτο του θεατρικό έργο, Ο χορός πάνω στα στάχυα, το καλοκαίρι του 1950 στο Θέατρο «Διονύσια».

Με τα χρόνια, ο Καμπανέλλης γίνεται ο κορυφαίος θεατρικός συγγραφέας της μεταπολεμικής Ελλάδας, δημιουργώντας έργα που σημάδεψαν το ελληνικό θέατρο, όπως Η Αυλή των Θαυμάτων, Το Μεγάλο μας Τσίρκο και πολλά ακόμη. Τον Οκτώβριο του 1981 αναλαμβάνει διευθυντής ραδιοφωνίας της ΕΡΤ, ενώ το 1999 εκλέγεται ακαδημαϊκός στη νεοσύστατη έδρα Θεάτρου της Ακαδημίας Αθηνών. Το 2000 τιμάται με το παράσημο του Ανώτερου Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικα.

Πεθαίνει στις 29 Μαρτίου 2011, λίγες μέρες μετά την απώλεια της συζύγου του Νίκης, αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα στον ελληνικό πολιτισμό.

 

Θάνατοι

 

1944 – Φίλιππο Τομάσο Μαρινέτι. Υπήρξε ο ποιητής, μυθιστοριογράφος, δραματουργός και εκδότης που θεμελίωσε ιδεολογικά τον φουτουρισμό, το καλλιτεχνικό κίνημα που ύμνησε τη μηχανή, την ταχύτητα και το μέλλον, προκαλώντας ρήξη με την παράδοση και ανοίγοντας τον δρόμο για τις πρωτοπορίες του 20ού αιώνα. Γεννημένος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, γιος του δικηγόρου Ενρίκο Μαρινέτι και της Αμάλια Γκρόλι, φοίτησε στο γαλλικό κολλέγιο Saint-François Xavier, όπου ήδη από τα μαθητικά του χρόνια εξέδωσε το περιοδικό Le Papyrus. Μετά από επεισόδιο που οδήγησε στην αποβολή του, συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι και αργότερα στη νομική σχολή της Παβίας, αποφοιτώντας το 1899.

Στις αρχές του 20ού αιώνα αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία. Έχοντας κερδίσει αναγνώριση στο Παρίσι, κινήθηκε ανάμεσα στη Γαλλία και την Ιταλία, γράφοντας και στις δύο γλώσσες και συμβάλλοντας στη διάδοση του γαλλικού ρομαντισμού και συμβολισμού. Το 1905 ίδρυσε στο Μιλάνο το περιοδικό Poesia. Το αποφασιστικό βήμα έγινε στις 20 Φεβρουαρίου 1909, όταν το Μανιφέστο του Φουτουρισμού δημοσιεύθηκε στη Figaro, προβάλλοντας μια βίαιη ρήξη με το παρελθόν, εξύμνηση της βιομηχανικής πόλης, της δράσης, της ταχύτητας και του πολέμου. Η επίδρασή του υπήρξε άμεση: συγγραφείς και εικαστικοί, όπως οι Μποτσιόνι, Μπάλα, Ρούσολο, Καρά και Σεβερίνι, υιοθέτησαν τις ιδέες του.

Ο Μαρινέτι οργανώνει φουτουριστικές βραδιές, συμμετέχει στους πολέμους της εποχής ως πολεμικός ανταποκριτής και το 1918 ιδρύει το Φουτουριστικό Πολιτικό Κόμμα. Η σχέση του με τον φασισμό του Μουσολίνι υπήρξε στενή, αν και τελικά συγκρουσιακή. Στη δεκαετία του 1930 ταξιδεύει, δίνει διαλέξεις – ακόμη και στην Αθήνα το 1933 – και συνεχίζει να υποστηρίζει τις ιδέες του. Παρά την προχωρημένη ηλικία του, συμμετέχει σε στρατιωτικές επιχειρήσεις έως το 1942. Πέθανε το 1944 στο Μπελάτζιο, αφήνοντας μια κληρονομιά που παραμένει αμφιλεγόμενη αλλά καθοριστική για την ευρωπαϊκή πρωτοπορία.

 

1991 – Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης. νεοφανής άγιος Πορφύριος, κατά κόσμον Ευάγγελος Μπαϊρακτάρης, γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1906 στον Άγιο Ιωάννη Καρυστίας, μέσα σε φτωχή αλλά βαθιά θρησκευόμενη οικογένεια. Από μικρός συμμετείχε στις αγροτικές εργασίες και φοίτησε μόνο στην Α’ Δημοτικού, όμως από νωρίς έδειξε πνευματική κλίση, διαβάζοντας βίους αγίων, ιδιαίτερα του Ιωάννη του Καλυβίτη. Πριν την εφηβεία εργάστηκε σε παντοπωλεία Χαλκίδας και Πειραιά, ώσπου η καρδιά του στράφηκε οριστικά προς τον μοναχικό βίο.

Σε ηλικία μόλις 12 ετών κατόρθωσε να φτάσει στο Άγιο Όρος. Ο Γέροντας Παντελεήμων τον κράτησε μαζί του στα Καυσοκαλύβια, όπου ο νεαρός Ευάγγελος έμαθε ανάγνωση της Γραφής, βυθίστηκε στην ασκητική ζωή και ανέπτυξε βαθιά υπακοή και ταπείνωση. Σε ηλικία 14 ετών φόρεσε το ράσο και λίγα χρόνια μετά εκάρη μοναχός με το όνομα Νικήτας, λαμβάνοντας – από τον Ρώσο ασκητή Δημά – το χάρισμα της νοεράς ευχής και της διορατικότητας. Σοβαρή ασθένεια τον υποχρέωσε να επιστρέψει στην Εύβοια, όπου χειροτονήθηκε διάκονος και ιερέας από τον αρχιεπίσκοπο Σινά Πορφύριο Γ’, ο οποίος του έδωσε το νέο του όνομα.

Το 1940 εγκαθίσταται στην Αθήνα και αναλαμβάνει εφημέριος στο παρεκκλήσι του Αγίου Γερασίμου της Πολυκλινικής Αθηνών. Εκεί, επί 33 χρόνια, προσφέρει ανιδιοτελή διακονία: λειτουργεί καθημερινά, εξομολογεί, στηρίζει ασθενείς και ιατρικό προσωπικό, ενώ μελετά ιατρικά συγγράμματα ώστε να κατανοεί βαθύτερα τον ανθρώπινο πόνο. Πλήθος μαρτυριών επιβεβαιώνει τα χαρίσματα της διορατικότητας και της παρηγορητικής του δύναμης.

Μετά τη συνταξιοδότησή του, εγκαθίσταται στο Μήλεσι Αττικής, όπου ιδρύει το Ησυχαστήριο Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, που σύντομα γίνεται πνευματικό καταφύγιο χιλιάδων πιστών. Νιώθοντας το τέλος κοντά, επιστρέφει στο Άγιο Όρος και κοιμάται στις 2 Δεκεμβρίου 1991. Στις 27 Απριλίου 2013 ανακηρύσσεται όσιος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αφήνοντας βαθιά πνευματική κληρονομιά.

 

Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia
——————————————————————–