...
Ο γέγονε… Γέγονε|
Γεγονότα
325 – Λήγουν οι εργασίες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια της Βιθυνίας. Η Πρώτη Σύνοδος της Νίκαιας ή Α΄ Οικουμενική είναι μια εκκλησιαστική Σύνοδος που συνεκλήθη το 325 στη Νίκαια της Βιθυνίας από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Κωνσταντίνος Α΄, με σκοπό την αποκατάσταση της ειρήνης στα εκκλησιαστικά ζητήματα της Αυτοκρατορίας.
Η σύνοδος καταδίκασε τη διδασκαλία του Αρείου, συνέταξε το Σύμβολο της Νίκαιας που καθιέρωσε τον όρο ομοούσιος και όρισε την ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα.
Με τη Σύνοδο αυτή η Εκκλησία εντάχθηκε στις επίσημες δομές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και ο συνοδικός θεσμός έγινε θεμελιώδους σημασίας για τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό.
Οι εξελίξεις αυτές είχαν μακροχρόνιες επιρροές θεολογικού και πολιτικού χαρακτήρα στην Ανατολή κατά τη διάρκεια όλου του Μεσαίωνα. Επίσης, αποτέλεσε το πρότυπο για τις μελλοντικές Οικουμενικές Συνόδους.
1261 – Ο Αλέξιος Στρατηγόπουλος, στρατηγός του αυτοκράτορα της Νίκαιας Μιχαήλ 8ου του Παλαιολόγου, ανακτά την Κωνσταντινούπολη που κατέλαβαν το 1204 οι Σταυροφόροι. Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, ο Αλέξιος Στρατηγόπουλος, είχε αποκτήσει έναν γιο, τον Κωνσταντίνο, ο οποίος τυφλώθηκε αργότερα από τον Θεόδωρο Β΄ Λάσκαρη. Στις γραπτές πηγές εμφανίζεται, όταν λαμβάνει ηγετικό ρόλο και ανέρχεται στον βαθμό του στρατηγού.
Κατά την εκστρατεία της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας εναντίον του Δεσποτάτου της Ηπείρου, που κατέληξε σε μεγάλη ήττα των Νικαιατών, ο Αλέξιος Στρατηγόπουλος αιχμαλωτίζεται και φυλακίζεται στην Ήπειρο. Απελευθερώνεται αργότερα το 1261 από τον ίδιο τον βασιλιά της Νίκαιας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο, με τη διαταγή να κατευθυνθεί με στρατό 800 στρατιωτών στα περίχωρα της Βασιλεύουσας, προκειμένου να κατασκοπεύσει και να τρομοκρατήσει τους αμυνόμενους Λατίνους.
Όταν το στρατιωτικό τμήμα με διοικητή τον Αλέξιο Στρατηγόπουλο έφθασε κοντά στην πόλη της Σηλυβρίας στη Θράκη, αγρότες της περιοχής τον πληροφόρησαν ότι ο λατινικός στρατός και ο ενετικός στόλος της Κωνσταντινούπολης απουσίαζαν σε εκστρατεία κατάληψης της νήσου Δαφνουσίας στον Εύξεινο Πόντο, την οποία κατείχαν οι Νικαιείς. Αναφέρεται επίσης ότι κάποιος γεωργός ενημέρωσε τον στρατηγό της Νίκαιας, πως ενώ έμενε εντός των τειχών της Πόλης μπορούσε να βγαίνει καθημερινά για να οδηγήσει σε βοσκή τα ζώα του από την Πύλη της Ζωοδόχου Πηγής, η οποία παρέμενε αφύλακτη.
Ο Αλέξιος δεν θα μπορούσε να αφήσει αυτή την ιδανική ευκαιρία ανεκμετάλλευτη. Το ίδιο βράδυ (25 Ιουλίου) εισήλθε με τους στρατιώτες του από την Πύλη της Ζωοδόχου Πηγής και χωρίς να γίνει αντιληπτός σταμάτησε σε μια Μονή κοντά στην πύλη, ενώ απέστειλε κάποιους στρατιώτες ως αγγελιοφόρους στη Νίκαια να ανακοινώσουν τη σημαντική αυτή είδηση. Εν τω μεταξύ ο στρατηγός με το απόσπασμά του επιτέθηκε αιφνιδιαστικά στους φρουρούς και μετά από κάποιες αψιμαχίες πήρε τον έλεγχο των μεσόγειων τειχών. Μόλις πληροφορήθηκαν την εισβολή και την ήττα της φρουράς, ο Αυτοκράτορας των Λατίνων Βαλδουίνος Β΄ και ο Λατίνος Πατριάρχης της Πόλης μαζί με τους υπόλοιπους Καθολικούς κατοίκους της κατέφυγαν στο λιμάνι, προσμένοντας τον ενετικό στόλο να επιστρέψει και ελπίζοντας να επιβιβαστούν σε αυτόν, ώστε να μην θανατωθούν ή αιχμαλωτιστούν. Οι Ενετοί κατέφθασαν εγκαίρως και παρέλαβαν το τρομαγμένο πλήθος. Δεν πέτυχαν όμως κάτι παραπάνω, αφού οι ενισχύσεις από την Αυτοκρατορία της Νίκαιας είχαν ήδη φτάσει και εκείνοι διέφυγαν από τη θάλασσα, αφήνοντας την Πόλη στους Βυζαντινούς.
Στις 15 Αυγούστου, ανήμερα της εορτής της Κοίμησης της Θεοτόκου, εισήλθε ο Μιχαήλ Η΄ μετά πομπής και γονυπετής στη Χρυσή Πύλη, όπου ακούστηκαν οι Δεκατρείς Προσευχές, τις οποίες συνέθεσε ο Γεώργιος Ακροπολίτης κατά παραγγελία του βασιλιά, με σκοπό να ευχαριστήσει τον Θεό για τη νίκη του. Έπειτα στην Αγία Σοφία στέφθηκε Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων.
Αυτός όμως ο θρίαμβος ήταν η τελευταία επιτυχής πράξη του Αλεξίου Στρατηγόπουλου, αφού δεν κατόρθωσε κάποιαν άλλη αξιόλογη επιτυχία. Μάλιστα η επόμενη και τελευταία μεγάλη εκστρατεία που του ανατέθηκε κατέληξε σε πλήρη αποτυχία, καθώς είχε εκστρατεύσει εναντίον του Δεσποτάτου της Ηπείρου και ηττήθηκε, στιγματιζόμενος από τις ήττες του αυτοκρατορικού στρατού και ακόμη περισσότερο από την αιχμαλωσία του κατά τη μάχη του Αυτοκράτορα εναντίον του δεσπότη Νικηφόρου Α΄. Απελευθερώθηκε αργότερα, καθώς ανταλλάχθηκε με την Άννα των Χοενστάουφεν το έτος 1265. Πέθανε μεταξύ των ετών 1271 και 1275, πιθανώς στην Κωνσταντινούπολη.
1929 – Ψηφίζεται από τη Βουλή επί πρωθυπουργίας Ελευθερίου Βενιζέλου ο νόμος «Περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών». Είναι γνωστός ως Ιδιώνυμο και είχε στόχο την καταστολή της κομμουνιστικής προπαγάνδας και δράσης.
Ο Νόμος αυτός προέβλεπε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών για όποιον, κατά το άρθρο 1 παράγραφο 1, “ἐπιδιώκει τὴν ἐφαρμογὴν ἰδεῶν ἐχουσῶν ὡς ἔκδηλον σκοπὸν τὴν διὰ βιαίων μέσων ἀνατροπὴν τοῦ κρατούντος κοινωνικοῦ συστήματος ἢ τὴν ἀπόσπασιν μέρους ἐκ τοῦ ὅλου τῆς ἐπικρατείας, ἢ ἐνεργεῖ ὑπὲρ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν προσηλυτισμὸν”.
Ήταν το πρώτο νομοθετικό μέτρο κατά του Κ.Κ.Ε. και εγκαινίασε σειρά από έκτακτα μέτρα που θα θεσπισθούν αργότερα από τις νεότερες κυβερνήσεις κατά της αριστεράς. Με την επίκληση του “ιδιωνύμου” διαλύθηκαν οι περισσότερες εργατικές οργανώσεις προς τα τέλη του έτους 1930. Οι Αλ. Παπαναστασίου και Γ. Καφαντάρης είχαν αντιδράσει έντονα κατά την ψήφιση του ιδιωνύμου. Αξιοσημείωτη ήταν η απόρριψη από το Βενιζέλο της πρότασης του Παπαναστασίου να διώκονται με το «ιδιώνυμο» όχι μόνο οι κομμουνιστές αλλά και οι φασίστες.
Πάντως, στις 7 Αυγούστου 1936, και αφού είχε γίνει το πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου από τον Μεταξά, ο Γ. Καφαντάρης (ηγέτης των Προοδευτικών) κι ο Αλ. Παπαναστασίου (ηγέτης του Αγροτικού-Εργατικού κόμματος) από κοινού με τους αρχηγούς των κομμάτων των Φιλελευθέρων (Θεμ. Σοφούλης) και του Λαϊκού (Χαρ. Βοζίκης) ζητούν από τον βασιλιά Γεώργιο να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να «παταχθή αποτελεσματικώς κάθε προπαγάνδα εγκαταστάσεως οιουδήποτε καθεστώτος στηριζομένου εις την βίαν ειδικώτερον δε όπως εξουδετερωθή και διά συνταγματικών εν ανάγκη νομοθετικών μέτρων η κομμουνιστική δράσις».
Η ανάπτυξη του εργατικού κινήματος, που ακολουθούσε τις ανάλογες τάσεις στην υπόλοιπη Ευρώπη με την εξάπλωση των ριζοσπαστικών / κομμουνιστικών ιδεολογιών, η Μικρασιατική Καταστροφή με την άφιξη εκατομμυρίου και πλέον προσφύγων, που δυνητικά, λόγω της άθλιας κατάστασής τους, θα μπορούσαν να αποτελέσουν πρόσφορο έδαφος για την εξάπλωση των ιδεολογιών αυτών, και η γενικότερη κακή κατάσταση της χώρας αλλά και της οικονομίας λόγω του πολέμου και της πολιτικής αστάθειας των χρόνων εκείνων, οδήγησαν στην ψήφιση του νόμου. Σημαντικό ρόλο έπαιξε επίσης η επίσημη τότε θέση του ΚΚΕ για “ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία”, θέση που αναθεώρησε αργότερα. Σύμφωνα με το νόμο, η απεργία δεν αναγνωριζόταν ως μέσο προβολής πολιτικών αιτημάτων, η διαδήλωση θεωρείτο διασάλευση της κοινωνικής γαλήνης και ο συνδικαλισμός μετατράπηκε σε “ιδιώνυμο” αδίκημα.
Η κυβέρνηση Ι. Μεταξά αντικατάστησε τον Ν.4229 με τον Α.Ν. 117/15 Σεπτεμβρίου 1936 “Περί μέτρων προς καταπολέμησιν του κομμουνισμού και των εκ τούτου συνεπειών” (ΦΕΚ 402/Τεύχος Πρώτον/18 Σεπτεμβρίου 1936), διατηρώντας το πνεύμα του αρχικού νόμου με εντατικοποίηση του ελέγχου των πολιτικών φρονημάτων, ειδικότερα στη στρατολόγηση, θεσπίζοντας γενικότερα τις περίφημες “δηλώσεις μετανοίας”. Το αντικομουνιστικό οπλοστάσιο της μεταξικής δικτατορίας ενισχύθηκε με πολλές άλλες νομοθετικές πράξεις. Η σπουδαιότερη απ’ αυτές ήταν ο Α.Ν. 1075/10 Φεβρουαρίου 1938 «Περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των πολιτών» (ΦΕΚ 45/Τεύχος Πρώτον/11 Φεβρουαρίου 1938) όπου θέσπισε αυστηρότερες διατάξεις και σκληρότερους όρους εγκλεισμού των αριστερών πολιτικών αντιπάλων της κεντρικής εξουσίας, σε αντικατάσταση των προηγούμενων νομοθετημάτων και του Α.Ν.117.
1967 – Ο πάπας Παύλος VI επισκέπτεται τον πατριάρχη Αθηναγόρα στην Κωνσταντινούπολη. Είναι η πρώτη επίσκεψη πάπα στο ορθόδοξο πατριαρχείο, μετά το Σχίσμα του 1054. Μάλιστα, όπως ανέφεραν οι πληροφορίες της εποχής, οι καρδινάλιοι που συνόδευαν του Πάπα του φώναζαν «μπάστα», δηλαδή περίμενε, όταν ο Παύλος ΣΤ’ χωρίς να επηρεάζεται από τα όσα ορίζει το πρωτόκολλο κατέβαινε γρήγορα τη σκάλα του αεροπλάνου για να ασπαστεί τον Πατριάρχη Αθηναγόρα.
Τέσσερις μήνες, αργότερα ο Οικ. Πατριάρχης θα ταξίδευε στο Βατικανό για να γίνει δεκτός από τον Πάπα.
Είχε προηγηθεί η συνάντηση του 1964 μεταξύ Αθηναγόρα-Παύλου Στ’. Η συνάντηση εκείνη, που έγινε στις 5 και 6 Ιανουαρίου 1964 στα Ιεροσόλυμα, ήταν η πρώτη προκαθημένων της Ορθόδοξης και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας έπειτα από 525 χρόνια.
Η τελευταία συνάντηση είχε γίνει στη Φλωρεντία το 1439 μεταξύ του Πάπα Ευγενίου Δ΄ και του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωσήφ Β΄, αλλά δεν βρέθηκε τρόπος συνεννόησης, με αποτέλεσμα να παγιωθεί ο διχασμός των δύο Εκκλησιών.
Γεννήσεις
1831 – Γρηγόριος Μαρασλής. Γεννήθηκε στην Οδησσό το 1831 και ήταν γιος του εμπόρου Γρηγορίου Μαρασλή με καταγωγή από τα Μαράσια Έβρου και της Ζωής Θεοδωρίδη, από την Κωνσταντινούπολη. Φοίτησε στην ελληνεμπορική σχολή Οδησσού, στο Λύκειο Ρισελιέ στην Οδησσό και εν συνεχεία στο Παρίσι.
Μετά την επιστροφή του στην Οδησσό ακολούθησε σταδιοδρομία στην δημόσια διοίκηση εργαζόμενος αρχικά στο γραφείο του γενικού διοικητή του Καυκάσου Βοροντσώφ. Το 1867 άρχισε να υπηρετεί ως δημόσιος υπάλληλος στον δήμο Οδησσού. Το 1877 εξελέγη δημοτικός σύμβουλος Οδησσού και το 1878 δήμαρχος Οδησσού.
Επανεξελέγη τέσσερις φορές στην ίδια θέση παραμένοντας μέχρι και το 1894. Κατά τη διάρκεια της δημαρχιακής θητείας του ο Μαρασλής κατόρθωσε να μεταβάλει την Οδησσό σε σύγχρονη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα μεριμνώντας για την ηλεκτροδότηση της πόλης και κατασκευάζοντας θέατρο, τροχιοδρόμους, νοσοκομεία, γηροκομείο, υδραγωγείο, πληθώρα σχολείων, δημοτικό αναγνωστήριο και παιδικούς σταθμούς. Ειδικότερα κατά τη θητεία του δημιούργησε μεγάλο δημοτικό πάρκο, το οποίο εγκαινίασε ο ίδιος ο Τσάρος Αλέξανδρος Β΄, δημοτικό πτωχοκομείο χωρητικότητας 150 ατόμων, δημοτικές φυλακές κ.ά.
Παράλληλα με την πολιτική του δράση συνέχισε τις εμπορικές δραστηριότητες του πατέρα του.
Για την πολυσχιδή δραστηριότητά του τιμήθηκε πολλάκις. Συγκεκριμένα είχε τιμηθεί από το ελληνικό κράτος με τον Αργυρό Σταυρό των Ιπποτών του Βασιλικού Τάγματος του Σωτήρος (1871), με τον ρωσικό τίτλο του Ιππότη του Αυτοκρατορικού Τάγματος της Αγίας Άννας (2ας τάξεως) καθώς και με τον τίτλο του Κρατικού Συμβούλου (1874). Από το 2004 ο δήμος Οδησσού έχει καθιερώσει το “Μετάλλιο Μαρασλή” ως τιμητική διάκριση. Να σημειωθεί επίσης πως η πλατεία των Ελλήνων, στο κέντρο της Οδησσού, κοσμείται με προτομή του Μαρασλή ενώ άγαλμά του υπάρχει στην αρχή της οδού Μαρασλή. Εκτός από την Οδησσό, το όνομά του φέρουν δρόμοι σε αρκετές πόλεις της Ελλάδας μεταξύ των οποίων και στην Αθήνα.
Απεβίωσε την 1η Μαΐου 1907 από συγκοπή καρδιάς και ενταφιάστηκε στην αυλή της εκκλησίας της Αγίας Τριάδας στην Οδησσό. Το ταφικό μνημείο καταστράφηκε μετά την Οκτωβριανή επανάσταση και σήμερα δεν διατηρείται.
1848 – Άρθουρ Τζέιμς Μπάλφουρ. Ο Άρθουρ Τζέιμς Μπάλφουρ, 1ος κόμης του Μπάλφουρ, επίσης γνωστός ως Λόρδος Μπάλφουρ , ήταν Βρετανός Συντηρητικός πολιτικός που υπηρέτησε ως Πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου από το 1902 έως το 1905. Ως υπουργός Εξωτερικών στο υπουργείο Lloyd George , εξέδωσε τη Διακήρυξη Balfour το 1917 για λογαριασμό του υπουργικού συμβουλίου.
Εισερχόμενος στο Κοινοβούλιο το 1874 , ο Μπάλφουρ πέτυχε εξέχουσα θέση ως Γενικός Γραμματέας για την Ιρλανδία , στην οποία θέση κατέστειλε τις αγροτικές αναταραχές ενώ λάμβανε μέτρα κατά των απόντες ιδιοκτητών. Αντιτάχθηκε στον Ιρλανδικό Εσωτερικό Κανονισμό , λέγοντας ότι δεν μπορεί να υπάρξει στα μισά του δρόμου μεταξύ της παραμονής της Ιρλανδίας εντός του Ηνωμένου Βασιλείου ή της ανεξαρτησίας.
Από το 1891 ηγήθηκε του Συντηρητικού Κόμματος στη Βουλή των Κοινοτήτων, υπηρετώντας υπό τον θείο του, Λόρδο Σάλσμπερι , του οποίου η κυβέρνηση κέρδισε μεγάλες πλειοψηφίες το 1895 και το 1900 . Αξιότιμος συζητητής, βαριόταν τα κοσμικά καθήκοντα της κομματικής διοίκησης.
Τον Ιούλιο του 1902 διαδέχθηκε τον θείο του στην πρωθυπουργία. Στην εσωτερική πολιτική ψήφισε τον νόμο για την αγορά γης (Ιρλανδία) του 1903 , ο οποίος εξαγόρασε τους περισσότερους Αγγλο-Ιρλανδούς ιδιοκτήτες γης. Ο νόμος για την εκπαίδευση του 1902 είχε σημαντικό μακροπρόθεσμο αντίκτυπο στον εκσυγχρονισμό του σχολικού συστήματος στην Αγγλία και την Ουαλία και παρείχε οικονομική υποστήριξη σε σχολεία που λειτουργούσαν από την Εκκλησία της Αγγλίας και την Καθολική Εκκλησία. Οι αντικομφορμιστές εξοργίστηκαν και κινητοποίησαν τους ψηφοφόρους τους, αλλά δεν μπόρεσαν να το ανατρέψουν. Στην εξωτερική και αμυντική πολιτική, επέβλεψε τη μεταρρύθμιση της βρετανικής αμυντικής πολιτικής και υποστήριξε τις ναυτικές καινοτομίες της Τζάκι Φίσερ .
Εξασφάλισε την Entente Cordiale με τη Γαλλία, μια συμμαχία που απομόνωσε τη Γερμανία. Εκείνος αγκάλιασε προσεκτικάαυτοκρατορική προτίμηση όπως υποστήριξε ο Τζόζεφ Τσάμπερλεν , αλλά οι παραιτήσεις από το Υπουργικό Συμβούλιο λόγω της εγκατάλειψης του ελεύθερου εμπορίου άφησαν το κόμμα του διχασμένο. Υπέφερε επίσης από την οργή του κοινού στα τελευταία στάδια του πολέμου των Μπόερ (αντιεξεγερτικός πόλεμος που χαρακτηρίστηκε ως «μέθοδοι βαρβαρότητας») και η εισαγωγή κινεζικής εργασίας στη Νότια Αφρική («Κινεζική σκλαβιά»). Παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία τον Δεκέμβριο του 1905 και τον επόμενο μήνα οι Συντηρητικοί υπέστησαν συντριπτική ήττα στις εκλογές του 1906 , στις οποίες έχασε τη δική του έδρα.
Σύντομα επανήλθε στο Κοινοβούλιο και συνέχισε να υπηρετεί ως ηγέτης της αντιπολίτευσης καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης σχετικά με τον προϋπολογισμό του Λόιντ Τζορτζ του 1909, η μικρή ήττα δύο περαιτέρω Γενικών Εκλογών το 1910 και η ψήφιση του νόμου του Κοινοβουλίου του 1911 . Παραιτήθηκε από αρχηγός κόμματος το 1911.
Ο Μπάλφουρ επέστρεψε ως Πρώτος Άρχοντας του Ναυαρχείου στην Κυβέρνηση Συνασπισμού του Άσκουιθ (1915–1916). Τον Δεκέμβριο του 1916 έγινε υπουργός Εξωτερικών στον συνασπισμό του David Lloyd George . Έμεινε συχνά έξω από τις εσωτερικές λειτουργίες της εξωτερικής πολιτικής, αν και η Διακήρυξη του Μπάλφουρ για μια εβραϊκή πατρίδα έφερε το όνομά του.
Συνέχισε να υπηρετεί σε ανώτερες θέσεις κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 και πέθανε στις 19 Μαρτίου 1930 σε ηλικία 81 ετών, έχοντας ξοδέψει μια τεράστια κληρονομική περιουσία. Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Ο Μπάλφουρ εκπαιδεύτηκε ως φιλόσοφος – δημιούργησε ένα επιχείρημα ενάντια στην πίστη ότι η ανθρώπινη λογική μπορούσε να καθορίσει την αλήθεια – και θεωρήθηκε ότι είχε μια αποστασιοποιημένη στάση απέναντι στη ζωή, που αποτυπώνεται σε μια παρατήρηση που του αποδίδεται: «Τίποτα δεν έχει μεγάλη σημασία και λίγα πράγματα έχουν σημασία».
Θάνατοι
1920 – Ιωάννης Κονδυλάκης. Γεννήθηκε στη Βιάννο Ηρακλείου της Κρήτης το 1861. Στη γενέτειρά του βρίσκεται και η προτομή του, έργο του Ρεθεμνιώτη γλύπτη Γιάννη Κανακάκη. Είχε έναν αδελφό, τον Χαράλαμπο Κονδυλάκη, δάσκαλο στο επάγγελμα. Η Κρητική Επανάσταση του 1866 οδήγησε την οικογένειά του να εγκατασταθεί στον Πειραιά για μια τριετία και να συνεχίσει εκεί τις γυμνασιακές του σπουδές. Κατόπιν επανήλθε στην Κρήτη. Το δημοτικό σχολείο το τελείωσε στο χωριό του, ενώ τα εφηβικά του χρόνια τα πέρασε στα Χανιά. Το 1877 ο Κονδυλάκης εγκατέλειψε το Γυμνάσιο για να πάρει μέρος στις επαναστατικές κινήσεις που γίνονταν στη Μεγαλόνησο.
Την περίοδο 1879-1881 εργάστηκε στα Χανιά και στη Σητεία ως δικαστικός υπάλληλος. Το 1884 σε ηλικία 23 χρόνων «μυστακοφόρος και σοβαρός» όπως έλεγε θυμοσοφικά κάπου ο ίδιος, αποφοίτησε από τη Βαρβάκειο Σχολή Αθηνών. Την ίδια χρονιά πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία με το διήγημα «Η Κρήσσα ορφανή» που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Εστία». Φοίτησε στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, χωρίς να πάρει πτυχίο, ενώ έγραφε στην «Εφημερίδα» του Δημητρίου Κορομηλά.
Στο έργο του Κονδυλάκη υπάρχει πλήθος ιστορικών απηχήσεων από τις ποικίλες και δραματικές ιστορικές τύχες της Κρήτης εκείνα τα χρόνια, ιδιαίτερα την περίοδο από το 1866 έως και το 1898, όπως και ειδήσεις για την κοινωνική,την πολιτική και την πολιτιστική ζωή του νησιού, πολύτιμες για το ψυχογράφημα του κρητικού. Η γλώσσα που χρησιμοποίησε στα έργα του ο Κονδυλάκης ήταν απλή καθαρεύουσα διανθισμένη με το χιούμορ που πάντα συνόδευε τον συγγραφέα και κάνει ακόμη και σήμερα ευχάριστη την ανάγνωση των έργων του.
Ο Παλαμάς για τον Κονδυλάκη: «Ο Κονδυλάκης εμόρφωσε το χρονογράφημα με όλην την πρωτοτυπίαν και την ευρυθμίαν του ταλάντου του. Χωρίς έντασιν και μεγαληγορίαν, και λυρικήν ή ρητορικήν ευγλωττίαν, και διακόσμησιν της φράσεως και σπανιότητα της λέξεως, ησύχως, οιονεί απλάστως, με κοινά και καθιερωμένα ονόματα και σχήματα της δημοσιογραφικής καθαρευούσης αυτοσχεδιάζων αφροντίστως, ως εφαίνετο, εις τα τραπέζια, συχνά πυκνά, των καφενείων τα χρονογραφήματά του τα διέπλαττεν εν τούτοις εν ταυτώ εις κοινωνιολογικά αρθρίδια, εις ψυχαγωγικάς διηγήσεις, εις κριτικάς γνωμοδοτήσεις, εις ευτραπέλους ιστορίας, εις γραμμάς, απαραιτήτους πλέον καθισταμένας δια το πολύ των αναγνωστών φύλλον, οποίον το ‘Εμπρός’, μέσα εις τας οποίας το χιούμορ και η παρατήρησις, το παίγνιον και η σοβαρότης συνεπλέκοντο δυσδιακρίτως, αλλά διά τούτο και καθίσταντο ευάρεστοι και επιζήτητοι».
Για τον Κώστα Στεργιόπουλο, η πεζογραφία του Κονδυλάκη είναι ένας σταθμός απ’ όπου, περνώντας η ηθογραφία μας μετεξελίσσεται σε ψυχογραφία, κάτι που φαίνεται και στον «Πατούχα» και στην «Πρώτη αγάπη», η έκταση των οποίων του επιτρέπει να αναπτύξει καλύτερα τις ψυχογραφικές και ψυχολογικές του ικανότητες, εισάγοντας και στοιχεία φροϋδικά, πριν ακόμη γίνει γνωστή η θεωρία του Φρόυντ.
Το 1987 δημοσιεύτηκε από τον Θεοχάρη Δετοράκη μια σειρά άρθρων του Ιωάννη Κονδυλάκη (τέσσερα τον αριθμό), στα οποία ο Κρητικός λογοτέχνης υποστήριζε την άποψη πως η προέλευση της χαρακτηριστικής κρητικής βράκας ανάγεται στους Σαρακηνούς.
1967 – Κωνσταντίνος Παρθένης. Γεννημένος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου από πατέρα Έλληνα (καπνέπομπορος Νικόλαος Παρθένης) και μητέρα Ιταλίδα, ο Κωνσταντίνος Παρθένης απέκτησε στέρεη παιδεία (μιλούσε και έγραφε ιταλικά, γερμανικά, γαλλικά, αγγλικά και ελληνικά). Από το 1895 έως το 1903 σπούδασε ζωγραφική στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης, ένα από τα κέντρα του νεωτερισμού, κοντά στον Γερμανό ζωγράφο Καρλ Ντίφενμπαχ και παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα μουσικής στο Ωδείο της πόλης. Στη Βιέννη πραγματοποίησε την πρώτη έκθεση έργων του το 1899 (στο Boehms Künstlerhaus), ενώ τον αμέσως επόμενο χρόνο (1900) εξέθεσε έργα του και στην Αθήνα.
Το 1903 ήλθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Πραγματοποίησε ταξίδια στην Καβάλα και την Κωνσταντινούπολη ενώ έως το 1907 έζησε στον Πόρο, όπου φιλοτέχνησε τις τοιχογραφίες του ναού του Αγίου Γεωργίου. Το 1908 φιλοτέχνησε τις αγιογραφίες του ναού του Αγίου Γεωργίου στο Κάιρο.
Το 1909 παντρεύτηκε την Ιουλία Βαλσαμάκη, γόνο αρχοντικής οικογένειας της Κεφαλονιάς, η οποία του αφοσιώθηκε με τρόπο απόλυτο και συγκινητικό “δανείζοντας” ακόμα και τη φωνή της όταν εκείνος αποφάσισε να αποσυρθεί σε έναν κόσμο σιωπής. Από το 1909 έως το 1914, ο Παρθένης έζησε στο Παρίσι, όπου μυήθηκε στον μεταϊμπρεσιονισμό για να διαμορφώσει τελικά το δικό του προσωπικό ύφος. Στο Παρίσι συμμετείχε σε εκθέσεις ζωγραφικής πετυχαίνοντας σημαντικές διακρίσεις (βραβείο για τον πίνακα Η πλαγιά, 1910, και πρώτο βραβείο σε έκθεση θρησκευτικής τέχνης για τον πίνακα Ο Ευαγγελισμός, 1911).
Το 1911 εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα όπου γνωρίστηκε με σημαντικούς Έλληνες διανοούμενους, όπως ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης και ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, ενώ αρχικά εμφανίζεται ως μέλος της Συντροφιάς των Εννιά. Το 1917 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα και μαζί με τον Νικόλαο Λύτρα, τον Κωνσταντίνο Μαλέα, τον Θεόφραστο Τριανταφυλλίδη και άλλους ζωγράφους ίδρυσε την Ομάδα «Τέχνη», με στόχο την ανατροπή του συντηρητικού ακαδημαϊσμού που τότε εξακολουθούσε να επικρατεί στην αθηναϊκή καλλιτεχνική ζωή. Η Ομάδα «Τέχνη» συνδέονταν με το Κόμμα Φιλελευθέρων, επειδή επρόκειτο για κίνημα εκσυγχρονιστικό.
Το 1919, ανατέθηκε στον Παρθένη η αγιογράφηση του ναού του Αγίου Αλεξάνδρου στο Παλαιό Φάληρο. Το 1920 πραγματοποιήθηκε η πρώτη μεγάλη έκθεσή του στο Ζάππειο με περισσότερους από 240 πίνακες. Ένας από αυτούς, «Ο Θρήνος του Εσταυρωμένου», δωρήθηκε από τον ίδιο στην Εθνική Πινακοθήκη. Η φήμη του είχε ήδη αρχίσει να μεγαλώνει και έτσι οι διακρίσεις άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Την ίδια χρονιά ο Ελευθέριος Βενιζέλος τού απένειμε το Αριστείο των Γραμμάτων και των Τεχνών (για τον Ευαγγελισμό). Η πρώτη υποψηφιότητά του για καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών (1923) απορρίφθηκε από το συντηρητικό κατεστημένο. Την θέση κατέκτησε, τελικά, με ειδικό νόμο, το 1929. Στην οδό Ροβέρτου Γκάλι 40 στους πρόποδες της Ακρόπολης έκτισε το περίφημο σπίτι του, που σχεδίαζε με τον Δημήτρη Πικιώνη, σύμφωνα με τις αρχές του Μπάουχαους. Στο εργαστήριό του στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών έσπευσαν να εγγραφούν φοιτητές σπουδαίοι μετέπειτα Έλληνες ζωγράφοι (Γιάννης Τσαρούχης, Νίκος Εγγονόπουλος, Διαμαντής Διαμαντόπουλος, Ρέα Λεονταρίτου, κ.ά.), με τους οποίους, καθώς και με όσους ακολούθησαν, ο Παρθένης δημιούργησε σχέση στενή στηριζόμενη στον βαθύ σεβασμό που ενέπνεε.
Το 1937 τιμήθηκε με το χρυσό βραβείο της Διεθνούς Έκθεσης του Παρισιού για το έργο του Ο Ηρακλής μάχεται με τις Αμαζόνες. Το 1938, στην Μπιενάλε της Βενετίας, η κυβέρνηση της Ιταλίας αγόρασε έναν πίνακα του ζωγράφου με θέμα τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Τα χρόνια αυτά της άνετης, πολυτελούς και κοσμικής ζωής (ονομαστές έμειναν οι βεγγέρες στο σπίτι του Παρθένη) αλλά και δοσμένης στην τέχνη του και τη μουσική, την οποία αγαπούσε με πάθος, ακολούθησαν άλλα σκοτεινά και δύσκολα.
Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940, ο Κωνσταντίνος Παρθένης μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την έκκληση των Ελλήνων διανοουμένων προς τους διανοούμενους ολόκληρου του κόσμου με την οποία αφενός μεν καυτηριαζόταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα. Παρά την αναγνώρισή του, ο Παρθένης οδηγήθηκε σταδιακά στην απομόνωση και τη σιωπή. Το 1947 παραιτήθηκε από την καθηγητική έδρα μη μπορώντας να ανεχθεί τον συντηρητισμό της Σχολής. Δεν επικοινωνούσε πλέον με κανένα. Αυτοέγκλειστος στην Ροβέρτου Γκάλι με τη γυναίκα του και την κόρη του αφοσιώθηκε στη ζωγραφική και στους στοχασμούς του.
Προς το τέλος της ζωής του, ο Παρθένης έπαθε παράλυση και σταμάτησε κάθε δραστηριότητα. Τον Απρίλιο του 1967 -ένα χρόνο νωρίτερα είχε πεθάνει η γυναίκα του- το δικαστήριο έθεσε τον Παρθένη υπό δικαστική απαγόρευση. Στις 25 Ιουλίου του 1967, ο Παρθένης άφησε την τελευταία του πνοή, σε συνθήκες ένδειας και απομόνωσης, ενώ η κόρη του Σοφία (1908-1982) και ο γιος του Νίκος (πεθ. 1999) είχαν ήδη εμπλακεί σε δικαστική διαμάχη για την κηδεμονία του παράλυτου πατέρα τους. Η Σοφία μάλιστα πέθανε έπειτα από πυρκαγιά στο σπίτι που διέμενε, εντελώς μόνη, στις 8 Δεκεμβρίου 1982. Είχε προηγηθεί και άλλη πυρκαγιά στο σπίτι της που την οδήγησε στην απόφαση να δωρίσει όλα τα έργα του πατέρα της στην Εθνική Πινακοθήκη. Ο Μαρίνος Καλλιγάς, διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης, είπε μεταξύ άλλων στον επικήδειο που εκφώνησε: “Ο Παρθένης άνοιξε τα μάτια μας σε μια ακόμη -έως τότε άγνωστη- μορφή του τόπου μας. Απεκάλυψε μια κρυμμένη έκφρασή της. Άλλαξε την πορεία της καλλιτεχνικής μας όρασης. Σφράγισε με την προσωπικότητά του μια κρίσιμη εποχή”.
————————————————————————
Πηγές: sansimera.gr, el.wikipedia

