...
Ο γέγονε… Γέγονε |
Γεγονότα
79 -Εκρήγνυται ο Βεζούβιος. Στις 24 Αυγούστου του 79 μ.Χ. ο Βεζούβιος, το «ήσυχο» βουνό που υψωνόταν δώδεκα χιλιόμετρα έξω από τη Νάπολη, ξύπνησε με τρόπο κατακλυσμιαίο. Η έκρηξη του ηφαιστείου έθαψε κάτω από τόνους λάβας και στάχτης την Πομπηία, το Ηράκλειο (σημερινό Ερκολάνο), την Οπλοντίδα και τις Σταβίες, εξαφανίζοντας μέσα σε λίγες ώρες ολόκληρες κοινωνίες. Ο Ρωμαίος συγγραφέας Στράβων είχε ήδη παρατηρήσει αιώνες πριν τα ίχνη φωτιάς στην κορυφή του, όμως κανείς δεν φανταζόταν την πραγματική απειλή. Αυτόπτης μάρτυρας της καταστροφής υπήρξε ο Πλίνιος ο Νεότερος, ο οποίος κατέγραψε με λεπτομέρειες την εικόνα του ουρανού που σκοτείνιαζε και της θάλασσας που σάλευε από τη δύναμη της έκρηξης.
Ο Βεζούβιος, το μοναδικό ενεργό ηφαίστειο της ηπειρωτικής Ευρώπης, επανήλθε πολλές φορές στο προσκήνιο. Οι εκρήξεις του 1794, 1872 και 1906 στοίχισαν τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους, ενώ η τελευταία δραστηριότητα καταγράφηκε το 1944, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Σήμερα, η εικόνα του βουνού εντυπωσιάζει: τρεις κορυφές –η Σόμμα, ο καθαυτό Βεζούβιος και ο Οτταγιάνο– σχηματίζουν ένα τοπίο που άλλαξε οριστικά από την έκρηξη του 79 μ.Χ. Ο κρατήρας του φτάνει σε διάμετρο τα 570 μέτρα και το ύψος του ηφαιστείου αγγίζει τα 1.180 μέτρα, αν και μεταβάλλεται μετά από κάθε μεγάλη έκρηξη.
Παρά τον μόνιμο κίνδυνο, οι πλαγιές του είναι γεμάτες καλλιέργειες. Το ηφαιστειογενές έδαφος γεννά αμπέλια ξακουστά από τη ρωμαϊκή εποχή, με κορυφαίο το κρασί «Λάκριμα Κρίστι» – τα «Δάκρυα του Χριστού». Σήμερα ο Βεζούβιος δεν αποτελεί μόνο μνημείο της φύσης και σύμβολο καταστροφής, αλλά και πηγή ζωής, πολιτισμού και έμπνευσης, καθώς το όνομά του ταξιδεύει σε ταινίες, βιβλία και κόμικς, υπενθυμίζοντας πως η Ιστορία και η φύση βαδίζουν πάντα χέρι-χέρι.
1572 – Η Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου (γαλλικά: Massacre de la Saint-Barthélemy = Σφαγή του Αγίου Βαρθολομαίου) Η «Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου» έμεινε στην Ιστορία ως συνώνυμο μαζικής σφαγής.
Παρά τη συμφωνία ειρήνης του 1570, οι εντάσεις ανάμεσα σε Καθολικούς και Διαμαρτυρομένους στη Γαλλία παρέμεναν οξείες, με τον νεαρό βασιλιά Κάρολο Θ΄ να γίνεται αντικείμενο πιέσεων. Η ισχυρή επιρροή του ναυάρχου Γκασπάρ Ντε Κολινί στον θρόνο προκάλεσε την εχθρότητα της βασιλομήτορος Αικατερίνης των Μεδίκων και των Καθολικών.
Στις 18 Αυγούστου 1572, με αφορμή τον γάμο του Ερρίκου της Ναβάρρας με τη Μαργαρίτα των Βαλουά, συγκεντρώθηκαν στο Παρίσι πολλοί Ουγενότοι ευγενείς. Μετά από αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του Κολινί, η Αικατερίνη έπεισε τον Κάρολο να διατάξει σφαγή των Διαμαρτυρομένων.
Τη νύχτα 23 προς 24 Αυγούστου, υπό τον δούκα της Γκύζης, χιλιάδες σφαγιάστηκαν στο Παρίσι και σε άλλες πόλεις, με τον απολογισμό να ξεπερνά τις 30.000 νεκρούς. Η Γαλλία βυθίστηκε ξανά σε θρησκευτικό εμφύλιο και έχασε την εμπιστοσύνη των προτεσταντικών συμμάχων της.
Δείτε περισσότερα στο link που ακολουθεί:
24 Αυγούστου 1572 | Η Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου
1952 – Κυκλοφορεί το πρώτο φύλλο της εφημερίδας «Αυγή». Στις 24 Αυγούστου 1952 κυκλοφόρησε το πρώτο φύλλο της «Αυγής», μιας εφημερίδας που έμελλε να συνδεθεί άρρηκτα με την ιστορία της ελληνικής Αριστεράς. Αρχικά εβδομαδιαία, γρήγορα έγινε ημερήσια, εκφράζοντας τις θέσεις της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς. Από τότε, η πορεία της αποτυπώνει τις πολιτικές και κοινωνικές διακυμάνσεις του τόπου: η χούντα του 1967 απαγόρευσε την κυκλοφορία της, ενώ με τη μεταπολίτευση το 1974 επέστρεψε ως κομματικό όργανο του ΚΚΕ Εσωτερικού και αργότερα του Συνασπισμού.
Σήμερα, η «Αυγή» θεωρείται η κατεξοχήν εφημερίδα της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς, με στενή σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία. Το κόμμα κατέχει το 40% των μετοχών, ενώ το υπόλοιπο ανήκει σε μικρομετόχους, αναγνώστες και εργαζομένους, χωρίς κανείς να ξεπερνά το 3%. Η εφημερίδα εμπλουτίζει την καθημερινή και κυριακάτικη έκδοσή της με ένθετα: «Παιδεία και Κοινωνία», «Αναγνώσεις», «Ενθέματα», καθώς και το διεθνές «Κόσμος» με μεταφράσεις άρθρων από εφημερίδες κύρους όπως η Libération, οι Financial Times και η Washington Post. Από το 2013 φιλοξενεί και την ελληνική έκδοση της Le Monde diplomatique, ενώ κάθε δεύτερο Σάββατο προσφέρει το επιστημονικό ένθετο «Πρίσμα».
Ωστόσο, η οικονομική πίεση δεν άφησε ανεπηρέαστη την ιστορική εφημερίδα. Στις 12 Ιανουαρίου 2022, ο διευθυντής Άγγελος Τσέκερης ανακοίνωσε την παύση της καθημερινής έντυπης έκδοσης, δηλώνοντας την αδυναμία να αυξηθεί η αναγνωσιμότητα και να εξασφαλιστεί βιωσιμότητα. Έτσι, η «Αυγή» συνεχίζει την παρουσία της κυρίως με την κυριακάτικη έκδοση και την ισχυρή της παρουσία στο διαδίκτυο, διατηρώντας ζωντανή την ιστορική της κληρονομιά.
1995 – Τέλη Αυγούστου του 1995 η Microsoft λάνσαρε τα Windows 95. Ήταν 24 Αυγούστου 1995 όταν η Microsoft άλλαξε για πάντα την καθημερινότητα των χρηστών υπολογιστών, λανσάροντας τα Windows 95. Η δεκαετία του ’90 ήταν η εποχή των νέων τεχνολογιών, με το φαξ/μόντεμ, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και τον νεογέννητο κόσμο του Internet να μπαίνουν σε κάθε σπίτι και γραφείο. Το νέο λειτουργικό ήρθε για να συμβολίσει ακριβώς αυτή τη μετάβαση.
Με ενσωματωμένη υποστήριξη δικτύου, δυνατότητα σύνδεσης μέσω τηλεφωνικής γραμμής και λειτουργίες plug and play, τα Windows 95 έκαναν πιο εύκολη από ποτέ την εγκατάσταση λογισμικού και υλικού. Ήταν 32bit – κάτι που τότε έμοιαζε εντυπωσιακό – και πρόσφεραν βελτιωμένες δυνατότητες πολυμέσων, ισχυρότερη υποστήριξη για φορητούς υπολογιστές και ενσωματωμένη δικτύωση. Για πρώτη φορά εμφανίστηκαν η γραμμή εργασιών, τα κουμπιά ελαχιστοποίησης και μεγιστοποίησης, αλλά κυρίως το εμβληματικό μενού «Έναρξη» – μια καινοτομία που καθόρισε γενιές χρηστών.
Η κυκλοφορία συνοδεύτηκε από μια ανεπανάληπτη διαφημιστική καμπάνια, με το «Start Me Up» των Rolling Stones να δίνει τον ρυθμό. Η Microsoft φέρεται να πλήρωσε από 8 έως 14 εκατομμύρια δολάρια για τα δικαιώματα χρήσης του τραγουδιού, ποσό-ρεκόρ για την εποχή, χωρίς να γίνει ποτέ γνωστό το ακριβές τίμημα. Το αποτέλεσμα όμως δικαίωσε το ρίσκο: επτά εκατομμύρια αντίτυπα πουλήθηκαν μέσα στις πρώτες πέντε εβδομάδες, σπάζοντας κάθε προηγούμενο ρεκόρ. Το δελτίο Τύπου ξεκινούσε απλά: «Είναι εδώ».
Σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά, τα Windows 95 έχουν περάσει οριστικά στο παρελθόν, αλλά άφησαν πίσω τους μια τεχνολογική κληρονομιά. Και μαζί, μια ροκ νότα που σημάδεψε την εποχή. Το «Start Me Up», αν και γραμμένο το 1978, βρήκε το δρόμο του στο άλμπουμ «Tattoo You» το 1981 και χάρη στη Microsoft έγινε για πολλούς το soundtrack μιας νέας ψηφιακής εποχής.
Γεννήσεις
1899 – Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Γεννήθηκε στις 24 Αυγούστου 1899 στο Μπουένος Άιρες και έμελλε να γίνει μία από τις κορυφαίες λογοτεχνικές μορφές του 20ού αιώνα. Γιος δικηγόρου με λογοτεχνικές φιλοδοξίες και μητέρας από παλιά ουρουγουανή οικογένεια, μεγάλωσε σ’ ένα σπίτι γεμάτο βιβλία, μιλώντας ισπανικά και αγγλικά από μικρός. Στα δώδεκα διάβαζε ήδη Σαίξπηρ στο πρωτότυπο.
Το 1914, η οικογένεια μετακόμισε στη Γενεύη, όπου ο νεαρός Μπόρχες έμαθε γαλλικά και γερμανικά. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έζησε σε Ισπανία και Ελβετία, γνωρίζοντας το λογοτεχνικό ρεύμα του Ουλτραϊσμού και ξεκινώντας τις πρώτες του δημοσιεύσεις. Το 1921 επέστρεψε στην Αργεντινή και άρχισε να χτίζει το έργο του, με πρώτο σταθμό τη συλλογή ποιημάτων Fervor de Buenos Aires (1923). Συνεργάστηκε με τα σημαντικότερα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής και γνώρισε τον Αδόλφο Μπιόι Κασάρες, με τον οποίο συνδέθηκε δημιουργικά και προσωπικά.
Η πορεία του όμως δεν ήταν χωρίς εμπόδια. Το 1938, ένα σοβαρό ατύχημα τον έφερε αντιμέτωπο με τον θάνατο και στάθηκε αφορμή για τη συγγραφή μερικών από τα πιο εμβληματικά διηγήματά του, όπως Ο Νότος. Σταδιακά έχασε την όρασή του, αλλά συνέχισε να γράφει, να δίνει διαλέξεις και να εμπνέει. Το 1955 διορίστηκε διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης, ήδη τυφλός, σχολιάζοντας πικρά ότι «ο Θεός μου έδωσε ταυτόχρονα τα βιβλία και τη νύχτα».
Τιμήθηκε με διεθνή βραβεία, ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, ενώ το 1984 επισκέφθηκε και την Ελλάδα. Παρά τη φήμη του, δεν απέσπασε ποτέ το Νόμπελ, γεγονός που συχνά αποδίδεται στη σιωπηρή του στάση απέναντι σε δικτατορίες. Πέθανε το 1986 στη Γενεύη, αφήνοντας πίσω του έναν ανεκτίμητο λογοτεχνικό θησαυρό: έναν κόσμο λαβυρίνθων, καθρεφτών και ατέρμονων βιβλιοθηκών, που συνεχίζει να γοητεύει αναγνώστες σε κάθε γωνιά του πλανήτη.
1922 – Χάουαρντ Ζιν. Ο ιστορικός που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο οι Αμερικανοί διάβασαν την ίδια τους την ιστορία, γεννήθηκε στις 24 Αυγούστου 1922 στο Μπρούκλιν, από φτωχή οικογένεια εβραίων μεταναστών. Μεγάλωσε σε εργατικές συνοικίες, δούλεψε σε ναυπηγείο και στρατεύτηκε εθελοντικά στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπηρετώντας ως βομβαρδιστής στην Ευρώπη. Μετά τον πόλεμο σπούδασε ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και στο Κολούμπια, με σκοπό –όπως έλεγε– «να αλλάξει τον κόσμο».
Η ακαδημαϊκή του πορεία ξεκίνησε το 1956 στο Κολέγιο Σπέλμαν της Ατλάντα, όπου δίδασκε σε νεαρές μαύρες φοιτήτριες. Απολύθηκε το 1963 επειδή «ριζοσπαστικοποιούσε» τις μαθήτριές του και συνέχισε στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης, αποκτώντας φήμη ως πανεπιστημιακός και ακτιβιστής. Υπήρξε ενεργός σε κάθε μεγάλο κοινωνικό και πολιτικό κίνημα της εποχής: από τους αγώνες των Αφροαμερικανών για πολιτικά δικαιώματα, έως τις μαζικές κινητοποιήσεις κατά του πολέμου στο Βιετνάμ.
Το 1980 δημοσίευσε το έργο που τον καθιέρωσε διεθνώς, την «Ιστορία του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών», όπου η αμερικανική ιστορία αφηγείται μέσα από τη ματιά των συνδικαλιστών, των φεμινιστριών και των απλών ανθρώπων, κι όχι των «πατέρων του έθνους». Το βιβλίο διαβάστηκε από εκατομμύρια αναγνώστες και μεταφράστηκε και στα ελληνικά. Ακολούθησε το θεατρικό «Ο Μαρξ στο Σόχο» (1999), που γνώρισε επιτυχία και στη χώρα μας, καθώς και η αυτοβιογραφία του «Δεν μπορείς να είσαι ουδέτερος σ’ ένα τρένο που κινείται» (2002).
Το 2009 επισκέφθηκε την Ελλάδα, μιλώντας στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης και στην Αθήνα, τονίζοντας τον ρόλο της ενεργούς πολιτικής συμμετοχής των πολιτών. Ο Νόαμ Τσόμσκι, φίλος και συνοδοιπόρος του, τον αποκάλεσε «φωνή σοφίας και φωτεινό παράδειγμα αξιοπρέπειας». Ο Χάουαρντ Ζιν πέθανε στις 27 Ιανουαρίου 2010, στα 87 του χρόνια, αφήνοντας πίσω του μια παρακαταθήκη ανυποχώρητης κριτικής σκέψης και αγώνα για δικαιοσύνη.
1947 – Πάολο Κοέλιο. Είναι ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους συγγραφείς στον κόσμο, με έργα που ξεπερνούν τα 310 εκατομμύρια αντίτυπα και έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 80 γλώσσες. Το όνομά του συνδέθηκε άρρηκτα με τον «Αλχημιστή», το μυθιστόρημα του 1988 που έγινε παγκόσμιο φαινόμενο, εμπνέοντας εκατομμύρια αναγνώστες με την ιστορία ενός νεαρού βοσκού που αναζητά τον προσωπικό του θησαυρό.
Γεννημένος στο Ρίο ντε Ζανέιρο στις 24 Αυγούστου του 1947, ο Κοέλιο ακολούθησε μια ταραχώδη νεανική πορεία. Αντιστάθηκε στη συντηρητική καθολική ανατροφή του, γνώρισε τον εγκλεισμό σε ψυχιατρείο από τους ίδιους του τους γονείς, ενώ στα χρόνια της δικτατορίας στη Βραζιλία φυλακίστηκε για τις πολιτικές του δραστηριότητες. Επηρεασμένος από την κουλτούρα των χίπις, ταξίδεψε στην Ευρώπη, την Αφρική και την Αμερική, πριν στραφεί στη συγγραφή στίχων για ποπ και ροκ τραγούδια.
Η μεγάλη καμπή ήρθε το 1986, όταν περπάτησε την ιστορική διαδρομή του Σαντιάγο ντε Κομποστέλα, εμπειρία που τον οδήγησε στο «Ημερολόγιο ενός μάγου». Από εκεί και πέρα ακολούθησε μια αδιάκοπη δημιουργική πορεία: «Βαλκυρίες», «Στις όχθες του ποταμού Πιέντρας κάθισα και έκλαψα», «Το Πέμπτο Βουνό», «Η Βερόνικα αποφασίζει να πεθάνει», «Έντεκα Λεπτά» και «Η Μάγισσα του Πορτομπέλο» είναι μόνο μερικοί από τους τίτλους που καθιέρωσαν τη φωνή του. Η γραφή του, εμποτισμένη με μυστικισμό, θρησκευτικά σύμβολα και πνευματικές αναζητήσεις, λατρεύτηκε από το ευρύ κοινό αλλά επικρίθηκε συχνά ως απλοϊκή από τους λογοτεχνικούς κύκλους.
Πέρα από τα βιβλία, ο Κοέλιο αξιοποίησε από νωρίς τη δύναμη του διαδικτύου, ενώ το 1996 ίδρυσε το δικό του ίδρυμα για παιδιά και ηλικιωμένους. Σήμερα ζει στη Γαλλία με τη σύζυγό του, ζωγράφο Κριστίνα Οϊτσισίκα, παραμένοντας ένας συγγραφέας που εμπνέει, διχάζει αλλά και συνεχίζει να συγκινεί αναγνώστες σε όλο τον κόσμο.
Θάνατοι
1831 – Νικολά Καρνό. Γεννήθηκε το 1796 στο Παρίσι σε μια οικογένεια που συνδύαζε επιστήμη και πολιτική. Ο πατέρας του, Λαζάρ Καρνό, εξέχων μαθηματικός και στρατιωτικός μηχανικός, υπηρέτησε ως ηγέτης στον Γαλλικό Επαναστατικό Στρατό και αργότερα ως υπουργός του Ναπολέοντα. Ο Σαντί ήταν ο πρωτότοκος γιος και πήρε το όνομά του από τον Πέρση ποιητή Σαντί Σιραζί. Μεγάλωσε ανάμεσα σε αδέλφια και ανιψιούς που θα διακριθούν στην πολιτική, όπως ο Ιππολύτ Καρνό και ο μετέπειτα Πρόεδρος της Γαλλίας Μαρί Φρανσουά Σαντί Καρνό.
Σε ηλικία 16 ετών εισήχθη στην École Polytechnique του Παρισιού, σχολή που είχε ιδρυθεί από τον Ναπολέοντα για την εκπαίδευση μηχανικών του στρατού. Εκεί σπούδασε δίπλα σε σημαντικούς επιστήμονες της εποχής, όπως ο Αντρέ-Μαρί Αμπέρ και ο Ζοζέφ Λουί Γκαι-Λυσάκ, και ανέπτυξε βαθιά μαθηματική κατάρτιση. Αποφοίτησε το 1814 και εντάχθηκε στους μηχανικούς του γαλλικού στρατού. Ωστόσο, η καριέρα του δυσκολεύτηκε από την πολιτική δυσμένεια που βίωνε ο πατέρας του μετά την ήττα του Ναπολέοντα και την παλινόρθωση των Βουρβόνων.
Κατά την παραμονή του στο στρατό, ο Σαντί Καρνό ασχολήθηκε συστηματικά με επιστημονικές έρευνες, παρακολουθώντας διαλέξεις φυσικής και χημείας και συνεργαζόμενος με τον επιστήμονα Nicolas Clément. Το ενδιαφέρον του για τις ατμομηχανές και την κινητήρια δύναμη της φωτιάς οδήγησε στη συγγραφή του σημαντικού του έργου, που εκδόθηκε το 1824 και θεωρείται θεμέλιο της θερμοδυναμικής.
Το 1828 αποχώρησε από τον στρατό χωρίς σύνταξη και τα επόμενα χρόνια αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας. Κλείστηκε σε ιδιωτικό άσυλο το 1832 και προσβλήθηκε από χολέρα, αφήνοντας την τελευταία του πνοή σε ηλικία μόλις 36 ετών, στο νοσοκομείο της Ιβρί-σύρ-Σεν. Η συνεισφορά του στην επιστήμη παραμένει αξεπέραστη, παρά τη σύντομη και ταραγμένη ζωή του.
1956 – Κένζι Μιζογκούτσι. Ένας από τους σπουδαιότερους σκηνοθέτες της Ιαπωνίας, σημάδεψε τον παγκόσμιο κινηματογράφο με την ιδιαίτερη ματιά και τη βαθιά ανθρωπιά των ταινιών του. Γεννημένος στις 24 Αυγούστου του 1898 στο Τόκιο, μεγάλωσε σε μια οικογένεια που γνώρισε την οικονομική καταστροφή όταν ο πατέρας του απέτυχε σε μια εμπορική επένδυση την εποχή του ρωσοϊαπωνικού πολέμου. Η ανέχεια οδήγησε την οικογένεια σε μια οδυνηρή απόφαση: την πώληση της αδελφής του Σούζου ως γκέισα. Η εμπειρία αυτή άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στον νεαρό Κέντζι, που βίωσε και τη βίαιη συμπεριφορά του πατέρα απέναντι στις γυναίκες της οικογένειας. Από τότε, η αντίσταση στον πατρικό αυταρχισμό και η κατανόηση της γυναικείας μοίρας έγιναν θεμελιώδη στοιχεία στο έργο του.
Στα πρώτα του βήματα στον κινηματογράφο, στη δεκαετία του 1920, δούλεψε με εξαντλητικούς ρυθμούς, δημιουργώντας ταινίες επηρεασμένες από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό και τη λογοτεχνία του Τολστόι και του Ο’ Νηλ. Παρά την εντατική παραγωγή –υπολογίζεται ότι γύρισε περίπου εβδομήντα φιλμ στις δεκαετίες του ’20 και του ’30– οι περισσότερες από αυτές τις ταινίες έχουν χαθεί. Ωστόσο, στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Μιζογκούτσι καθιερώθηκε με έργα που συνδύαζαν κινηματογραφική δεξιοτεχνία και βαθιά συναισθηματική φόρτιση.
Το στυλ του χαρακτηριζόταν από μεγάλα μονοπλάνα και μια σκηνοθετική οικονομία που αναδείκνυε τον ανθρώπινο πόνο με δύναμη αλλά και με τρυφερότητα. Η διεθνής αναγνώριση ήρθε με το αριστούργημα Ουγκέτσου Μονογκατάρι (1953), που κατέκτησε τις λίστες των κριτικών του Sight & Sound. Ακολούθησαν εμβληματικά έργα όπως Η ζωή της Οχάρου (1952) και Ο επιστάτης Σάνσο (1954), που τον καθιέρωσαν οριστικά στο πάνθεον του παγκόσμιου κινηματογράφου.
Σήμερα, ο Μιζογκούτσι δεν θεωρείται απλώς ένας Ιάπωνας δημιουργός, αλλά ένας παγκόσμιος κινηματογραφιστής, του οποίου οι ταινίες εξακολουθούν να συγκινούν με την αγνότητα, τη φινέτσα και τη συμπόνια τους.
1971 – Καρλ Μπλέγκεν. Ο Καρλ Γουίλιαμ Μπλέγκεν, γνωστός και ως Κάρολος Μπλέγκεν στην ελληνική βιβλιογραφία, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς αρχαιολόγους του 20ού αιώνα. Γεννημένος στις 24 Αυγούστου το 1887 στη Μινεάπολη, σε οικογένεια Νορβηγών μεταναστών, σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα και συνέχισε μεταπτυχιακά στο Γέιλ, ενώ το 1911 βρέθηκε στην Αθήνα ως υπότροφος της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών.
Στην Ελλάδα άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του. Συμμετείχε σε ανασκαφές στην Κόρινθο, τη Λοκρίδα και την Πρόσυμνα, ενώ η μεγάλη του στιγμή ήρθε το 1939 με την αποκάλυψη του Ανακτόρου του Νέστορα στον λόφο του Εγκλιανού, κοντά στην Πύλο – ένα εύρημα που άλλαξε ριζικά τη μελέτη του μυκηναϊκού πολιτισμού. Νωρίτερα, την περίοδο 1932-1938, είχε διευθύνει την αμερικανική αποστολή στην Τροία, στο Χισαρλίκ, συνεχίζοντας το έργο του Σλίμαν.
Παράλληλα με το ανασκαφικό έργο, διακρίθηκε για την ανθρωπιστική του δράση: στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο εργάστηκε στην ανακούφιση θυμάτων στη Μακεδονία και τη Βουλγαρία, για την οποία τιμήθηκε από την Ελλάδα με το Τάγμα του Σωτήρος. Μετά τον πόλεμο έγινε βοηθός διευθυντή της Αμερικανικής Σχολής, ενώ από το 1927 έως το 1957 δίδαξε στο Πανεπιστήμιο του Σινσινάτι.
Η συμβολή του αναγνωρίστηκε διεθνώς: τιμήθηκε με διδακτορικούς τίτλους από πανεπιστήμια σε Ευρώπη και Αμερική, ενώ το 1965 έγινε ο πρώτος αρχαιολόγος που έλαβε το Χρυσό Μετάλλιο του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αμερικής. Στην Αθήνα, το σπίτι του στο Κολωνάκι δωρήθηκε στην Αμερικανική Σχολή, ενώ στη Χώρα Μεσσηνίας δρόμος και τοπικό μουσείο φέρουν τη μνήμη του.
Ο Μπλέγκεν πέθανε το 1971 στην Αθήνα και τάφηκε στο Πρώτο Νεκροταφείο μαζί με τη σύζυγό του, Ελίζαμπεθ Πήρς. Η κληρονομιά του, επιστημονική και προσωπική, συνεχίζει να φωτίζει τον κόσμο της αρχαιολογίας.
————————————————————————
Πηγές: sansimera.gr, el.wikipedia


