...
Ο γέγονε… Γέγονε |
Γεγονότα
1522 – Έπειτα από πεντάμηνη πολιορκία από τις δυνάμεις του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, οι Ενετοί παραδίδουν τη Ρόδο στους Οθωμανούς, υπό όρους. Υπό την πίεση του λαού, ο Μέγας Μάγιστρος ζήτησε ανακωχή από τον Σουλτάνο στις 20 Δεκεμβρίου 1522. Δύο μέρες αργότερα, ο Σουλεϊμάν δέχθηκε και ανακοίνωσε τους όρους του, οι οποίοι ήταν αρκούντως γενναιόδωροι και εξέπληξαν τους αμυνόμενους. Ο Σουλεϊμάν απαίτησε από τους Ιππότες να εγκαταλείψουν τη Ρόδο εντός 12 ημερών με την περιουσία και τον οπλισμό τους.
Στους ντόπιους, Έλληνες και Λατίνους, έδωσε φορολογική απαλλαγή για πέντε χρόνια και παρείχε τη διαβεβαίωση ότι δεν θα μετέτρεπε τους χριστιανικούς ναούς σε τζαμιά. Αν ήθελαν να εγκαταλείψουν το νησί όφειλαν να το πράξουν εντός τριών ετών.
Την 1η Ιανουαρίου 1523 οι Ιππότες και αρκετοί Έλληνες εγκατέλειψαν τη Ρόδο με προορισμό τη βενετοκρατούμενη Κρήτη. Στη συνέχεια, οι Ιππότες διεκπεραιώθηκαν στη Σικελία και κατέληξαν στη Μάλτα, όπου θα μετονομαστούν σε Ιππότες της Μάλτας και θα τεθούν εκ νέου αντιμέτωποι των Οθωμανών το 1565.
1812 – Κυκλοφορεί ο πρώτος τόμος με 86 παραμύθια των αδελφών Γκριμ, εν μέσω αντιδράσεων, επειδή ορισμένα από αυτά θεωρούνται ακατάλληλα για παιδιά. Οι αδελφοί Γκριμ γεννήθηκαν σ’ ένα μικρό χωριό της Γερμανίας, ο Γιάκομπ (Jacob Ludwig Carl Grimm) στις 4 Ιανουαρίου του 1785 και ο Βίλχεμ (Wilhelm Carl Grimm) στις 24 Φεβρουαρίου του 1786. Και οι δύο σπούδασαν νομικά, όπως και ο πατέρας τους, ενώ από μικρή ηλικία έδειξαν τεράστιο ενδιαφέρον για τις γερμανικές λαϊκές αφηγήσεις και παραδόσεις.
Συνέλεγαν παραδοσιακές ιστορίες, προσπαθώντας να αποτυπώσουν στο χαρτί όσο πιο πιστά μπορούσαν την τεχνική και τις λέξεις που χρησιμοποιούσαν οι αφηγητές. Από αυτές εμπνεύστηκαν για να γράψουν περισσότερα από 200 παραμύθια, τα οποία σήμερα είναι γνωστά ως Παραμύθια Γκριμ. Ο πρώτος τόμος με 86 παραμύθια κυκλοφόρησε στις 20 Δεκεμβρίου 1812 εν μέσω αντιδράσεων, επειδή ορισμένα από αυτά θεωρήθηκαν ακατάλληλα για παιδιά. Τα παραμύθια των αδελφών Γκριμ έχουν μεταφραστεί σε 160 γλώσσες και αγαπήθηκαν από τα παιδιά όλου του κόσμου. Ανάμεσά τους «Η Κοκκινοσκουφίτσα», «Η Σταχτοπούτα», «Η Χιονάτη και οι επτά νάνοι», «Η ωραία κοιμωμένη», «Χάνσελ και Γκρέτελ», «Ραπουντζέλ».
Ο Γιάκομπ ως φιλόλογος έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μεσαιωνική λογοτεχνία και γλωσσολογία. Συνέταξε τη Γερμανική Γραμματική, ενώ διατύπωσε και μία γενική αρχή, γνωστή ως Νόμος του Γκριμ, που περιγράφει τη σχέση μεταξύ των διαφόρων γλωσσών. Ο Βίλχελμ ασχολήθηκε περισσότερο με τη λογοτεχνική κριτική.
1881 – Εκλογές διεξάγονται στην Ελλάδα, με νίκη του Χαρίλαου Τρικούπη. Οι βουλευτικές εκλογές του 1881 διεξάγονται σε μια στιγμή βαθιάς μετάβασης για το ελληνικό κράτος. Η Ελλάδα μόλις έχει ολοκληρώσει τη σημαντικότερη εδαφική της επέκταση μετά την ένωση των Επτανήσων, με την προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Άρτας, γεγονός που μεταβάλλει ριζικά τη γεωγραφία, τη δημογραφία και την κοινωνική σύνθεση του βασιλείου. Για πρώτη φορά, οι νέες αυτές περιοχές εντάσσονται πλήρως στον κοινοβουλευτικό βίο, προσθέτοντας χιλιάδες νέους ψηφοφόρους και νέα πολιτικά αιτήματα.
Το πολιτικό σκηνικό παραμένει έντονα προσωποπαγές. Στο προσκήνιο δεσπόζει ο Χαρίλαος Τρικούπης, εκφραστής ενός φιλόδοξου προγράμματος εκσυγχρονισμού, θεσμικής πειθαρχίας και ανάπτυξης των υποδομών. Απέναντί του βρίσκεται ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, που εκπροσωπεί περισσότερο τις παραδοσιακές πολιτικές πρακτικές, με ισχυρά δίκτυα τοπικής επιρροής και στήριξη από αγροτικά και επαρχιακά στρώματα.
Οι εκλογές διεξάγονται με πλειοψηφικό σύστημα και, όπως συνηθίζεται την εποχή, συνοδεύονται από πιέσεις, πελατειακές σχέσεις και τοπικές παρεμβάσεις. Ωστόσο, το αποτέλεσμα είναι σαφές: ο Τρικούπης επικρατεί καθαρά και σχηματίζει ισχυρή κυβέρνηση. Η νίκη του σηματοδοτεί την πολιτική ενοποίηση του διευρυμένου κράτους και ανοίγει τον δρόμο για μια περίοδο έντονων μεταρρυθμιστικών προσπαθειών.
Ταυτόχρονα, η είσοδος της Θεσσαλίας φέρνει στο προσκήνιο το οξύ αγροτικό ζήτημα των τσιφλικιών, προαναγγέλλοντας κοινωνικές εντάσεις που το πολιτικό σύστημα θα χρειαστεί δεκαετίες για να διαχειριστεί. Οι εκλογές του 1881, έτσι, δεν αποτελούν απλώς μια κοινοβουλευτική αναμέτρηση, αλλά σημείο καμπής στη συγκρότηση της νεότερης Ελλάδας.
1970 – Ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος δηλώνει πως οι εκλογές θα γίνουν όταν αυτός, ως φορέας της εντολής του ελληνικού λαού, εκτιμήσει ότι μπορούν να γίνουν.
Το αίτημα για εκλογές μέσα στο 1970, ενώ η στρατιωτική δικτατορία βρισκόταν ακόμη σε πλήρη εξέλιξη, αποτέλεσε μια κρίσιμη καμπή στη διαμόρφωση της αντιδικτατορικής συνείδησης. Τρία χρόνια μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, το καθεστώς των συνταγματαρχών, με επικεφαλής τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, είχε επιβάλει ένα αυταρχικό πλαίσιο χωρίς κόμματα, κοινοβούλιο, ελευθεροτυπία ή συνδικαλιστικές ελευθερίες. Η αρχική αίσθηση φόβου και παράλυσης, ωστόσο, άρχιζε σταδιακά να υποχωρεί.
Το 1970 το σύνθημα «εκλογές» επανεμφανίζεται ως πολιτικό αίτημα με ιδιαίτερη σημασία. Δεν εξέφραζε αυταπάτες για φιλελευθεροποίηση της χούντας, αλλά λειτουργούσε ως συμβολική και πρακτική αμφισβήτηση της ίδιας της νομιμότητάς της. Για πρώτη φορά μετά το 1967, διανοούμενοι, φοιτητές, παλαιοί πολιτικοί και οργανώσεις της παρανομίας συγκλίνουν σε ένα αίτημα απλό, κατανοητό και κοινωνικά ευρύ: την επιστροφή της λαϊκής κυριαρχίας μέσω κάλπης. Παράλληλα, το καθεστώς επιχειρούσε να καλλιεργήσει διεθνώς την εικόνα μιας σταδιακής «ομαλοποίησης», μιλώντας αόριστα για μελλοντική πολιτικοποίηση και ελεγχόμενες εκλογές. Ακριβώς γι’ αυτό, η απαίτηση για άμεσες και ελεύθερες εκλογές αποκτούσε υπονομευτικό χαρακτήρα, απογυμνώνοντας τη ρητορική της χούντας από κάθε αξιοπιστία.
Το αίτημα του 1970 δεν οδήγησε σε άμεση μαζική σύγκρουση, αλλά λειτούργησε ως πολιτικό προοίμιο. Έθεσε το ζήτημα της δημοκρατίας στο κέντρο του δημόσιου λόγου και προετοίμασε το έδαφος για τη ριζοσπαστικοποίηση που θα ακολουθούσε, οδηγώντας τελικά στις μεγάλες φοιτητικές κινητοποιήσεις και στη γενικευμένη αμφισβήτηση του καθεστώτος στις αρχές της δεκαετίας του 1970.
1995 – Ο Δημήτρης Τσοβόλας ιδρύει το Δημοκρατικό Κοινωνικό Κίνημα (ΔΗΚΚΙ). Τρία χρόνια είχαν περάσει από την περιπέτεια του ειδικού δικαστηρίου, όταν ο Δημήτρης Τσοβόλας αποφάσισε να απογαλακτισθεί από το ΠΑΣΟΚ. Με τον Ανδρέα Παπανδρέου στο «Ωνάσειο» και τη διαφαινόμενη επικράτηση των «εκσυγχρονιστών», προσπάθησε να πλαγιοκοπήσει το παλιό του κόμμα από τα αριστερά.
Μετά τη σύνοδο της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΑΣΟΚ, στις 11 Οκτωβρίου του 1995, αποχώρησε από το κόμμα και σχεδόν δύο μήνες αργότερα, στις 20 Δεκεμβρίου, ανακοίνωσε από τη Θεσσαλονίκη την ίδρυση του Δημοκρατικού Κοινωνικού Κινήματος, γνωστότερου με τα αρχικά ΔΗΚΚΙ. Το σύνθημα του νέου κόμματος «Όλοι για την Ελλάδα και η Ελλάδα για όλους» και η έννοια των «μη προνομιούχων» που περιλαμβανόταν στην ιδρυτική διακήρυξη ήταν προφανές ότι στόχευε στον μέσο ψηφοφόρο του ΠΑΣΟΚ.
Το ΔΗΚΚΙ έλαβε το αξιοπρεπές 4,4% στις εκλογές του 1996, εκλέγοντας 9 βουλευτές. Τρία χρόνια αργότερα σημείωσε το καλύτερο ποσοστό του, στις ευρωεκλογές του 1999, αποσπώντας το 6,8% των ψήφων και 2 έδρες. Από το σημείο αυτό αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση, για να επιβεβαιωθεί η ρήση του Ευάγγελου Αβέρωφ «για το αρνί που φεύγει από το μαντρί και το τρώει ο λύκος».Το ΠΑΣΟΚ του Κώστα Σημίτη στριμώχνει το ΔΗΚΚΙ στη γωνία, που όλα αυτά τα χρόνια παρέμεινε ένα αρχηγικό κόμμα, χωρίς αξιόλογο στελεχικό δυναμικό.
Γεννήσεις
1802 – Δημήτριος Βούλγαρης. Γνωστός με το προσωνύμιο «Τζουμπές», υπήρξε μία από τις πιο αμφιλεγόμενες και μακρόβιες φυσιογνωμίες της πολιτικής ζωής του 19ου αιώνα. Γεννημένος στην Ύδρα, γιος του μπέη Γεωργίου Βούλγαρη, εντάχθηκε από πολύ νωρίς στα κοινά: μόλις 19 ετών εξελέγη πρόκριτος του νησιού, ενώ κατά την Επανάσταση και τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια συμμετείχε ενεργά στις εθνοσυνελεύσεις και στα πολιτικά δίκτυα εξουσίας.
Η πολιτική του διαδρομή συνδέεται με την καποδιστριακή αντιπολίτευση, τη σύγκρουση με το συγκεντρωτικό κράτος και τη σταδιακή ανάδειξή του σε κορυφαίο παράγοντα του βασιλείου. Διετέλεσε επανειλημμένα υπουργός, δήμαρχος Ύδρας και γερουσιαστής, ενώ από το 1855 έως το 1874 ανέλαβε οκτώ φορές την πρωθυπουργία, συνολικά για έξι χρόνια. Η εξουσία του στηρίχθηκε σε ισχυρά πελατειακά δίκτυα, προσωπικές σχέσεις και πολιτικούς χειρισμούς που συχνά ξεπερνούσαν τα θεσμικά όρια.
Μετά την έξωση του Όθωνα, πρωταγωνίστησε στα ταραγμένα χρόνια της Μεταπολίτευσης του 1862, ως αρχηγός των Πεδινών και βασικός παίκτης στις εμφύλιες πολιτικές συγκρούσεις. Η τελευταία του πρωθυπουργία, το 1874, σημαδεύτηκε από κατηγορίες αυθαιρεσίας και εκλογικής νοθείας, που προκάλεσαν τη σφοδρή αντίδραση του Χαρίλαος Τρικούπης με το περίφημο άρθρο «Τις πταίει».
Τα «Στηλιτικά» και τα «Σιμωνιακά» οδήγησαν στην πολιτική και ηθική του καταδίκη. Συντετριμμένος, αποσύρθηκε από τη δημόσια ζωή και πέθανε το 1877 στην Αθήνα, αφήνοντας πίσω του το αποτύπωμα ενός πολιτικού που ταυτίστηκε όσο λίγοι με τις παθογένειες, αλλά και τη σκληρή πραγματικότητα της ελληνικής πολιτικής του 19ου αιώνα.
1957 – Άννα Βίσση. Ελληνοκύπρια τραγουδίστρια. Ξεκίνησε να τραγουδά επαγγελματικά το 1973, σε ηλικία 16 ετών, από τα 19 όταν μετακόμισε στην Ελλάδα και υπέγραψε δισκογραφικό συμβόλαιο με τη Minos EMI. Το 1977 κέρδισε την 1η θέση στο 19ο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης με το τραγούδι Ας Κάνουμε Απόψε Μιαν Αρχή και κυκλοφόρησε τον πρώτο της προσωπικό δίσκο με τον ίδιο τίτλο. Από τη δεκαετία του ’80, ξεκίνησε σχεδόν αποκλειστική συνεργασία με το μουσικοσυνθέτη και στιχουργό Νίκο Καρβέλα.
Έχει κυκλοφορήσει 27 προσωπικά άλμπουμ, 12 συλλογές, έχει 25 συμμετοχές σε δίσκους άλλων καλλιτεχνών, έχει πρωταγωνιστήσει σε τέσσερις μουσικοθεατρικές παραστάσεις, τρεις όπερες και ένα μιούζικαλ, ενώ συμμετείχε σε τηλεοπτικές παραγωγές. Είναι από τις πρώτες τραγουδίστριες που εισήγαγαν την δυτική ποπ μουσική στην Ελλάδα και συνδύασε ήχους από σύγχρονη λαϊκή, έντεχνη και ποπ μουσική δημιουργώντας μια ευρεία γκάμα τραγουδιών. Σε μια καριέρα που διαρκεί περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, έχει επηρεάσει πολλές από τις νεότερες τραγουδίστριες σε Ελλάδα και Κύπρο.
Το σύνολο της δισκογραφίας της περιλαμβάνει 37 πλατινένιες και 16 χρυσές διακρίσεις, ενώ αποτελεί μία από τις πιο διαχρονικές και εμπορικές τραγουδίστριες όλων των εποχών καθώς οι συνολικές πωλήσεις των δίσκων της υπερβαίνουν τις 10.000.000 παγκοσμίως. Λόγω των παραπάνω διακρίσεων σε συνδυασμό με την διαχρονικότητα της καριέρας της και την παγιωμένη στην κορυφή δημοτικότητά της, της αποδόθηκε το προσωνύμιο της “Απόλυτης Ελληνίδας Σταρ”.
Η Άννα Βίσση έχει συμμετάσχει στην τελετή λήξης των Θερινών Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 και την τελετή για την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004, παρουσία εκατοντάδων χιλιάδων θεατών.
Θάνατοι
1880 – Ζώρζης Δρομοκαϊτης, Υπήρξε μία από τις χαρακτηριστικές μορφές των μεγάλων εθνικών ευεργετών του 19ου αιώνα, συνδυάζοντας την επιτυχία στο εμπόριο με μια βαθιά αίσθηση κοινωνικής ευθύνης. Γεννημένος στη Χίο στα τέλη του 18ου αιώνα, βίωσε από νωρίς τη σκληρότητα της ιστορίας, καθώς η Σφαγή της Χίου το 1822 σημάδεψε την πατρίδα του και οδήγησε πολλούς Χιώτες, ανάμεσά τους και τον ίδιο, στη μετανάστευση.
Ο Δρομοκαΐτης εγκαταστάθηκε στη Ρουμανία, όπου ανέπτυξε εκτεταμένη εμπορική δραστηριότητα, κυρίως στο εμπόριο σιτηρών και στη ναυτιλία. Με εργατικότητα, διορατικότητα και αυστηρή οικονομική πειθαρχία, απέκτησε σημαντική περιουσία, εντασσόμενος στον κύκλο των εύπορων Ελλήνων της διασποράς. Παρά την απόσταση, διατήρησε στενούς δεσμούς με τον ελληνικό κόσμο και ιδιαίτερα με τα κοινωνικά του προβλήματα.
Το όνομά του συνδέθηκε οριστικά με τη μεγάλη του δωρεά για την ίδρυση ψυχιατρικού ιδρύματος στην Αθήνα, σε μια εποχή που η ψυχική νόσος αντιμετωπιζόταν με προκατάληψη, εγκατάλειψη και συχνά απανθρωπιά. Με τη διαθήκη του διέθεσε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του για τη δημιουργία του Δρομοκαΐτειο, θέτοντας ως όρο την αξιοπρεπή και επιστημονική περίθαλψη των ψυχικά ασθενών, ανεξαρτήτως κοινωνικής θέσης.
Το Δρομοκαΐτειο αποτέλεσε σταθμό στην ιστορία της ελληνικής ψυχιατρικής και σύμβολο ενός ανθρωπισμού που ξεπερνούσε την εποχή του. Ο Ζώρζης Δρομοκαΐτης, μακριά από πολιτικές φιλοδοξίες και δημόσια προβολή, άφησε ένα έργο σιωπηλό αλλά διαρκές, αποδεικνύοντας πως ο πλούτος μπορεί να μετατραπεί σε κοινωνική μνήμη και ουσιαστική προσφορά.
2009 – Γιάννης Μόραλης. Μία από τις πιο εμβληματικές και επιδραστικές μορφές της νεοελληνικής τέχνης του 20ού αιώνα. Γεννημένος στην Άρτα, σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και συνέχισε τις σπουδές του στη Ρώμη και στο Παρίσι, ερχόμενος σε επαφή με τα μεγάλα ρεύματα της ευρωπαϊκής μοντέρνας τέχνης. Από νωρίς διαμόρφωσε ένα προσωπικό ιδίωμα, στο οποίο ο μοντερνισμός συνυπάρχει οργανικά με την ελληνική παράδοση.
Το έργο του Μόραλη κινείται ανάμεσα στη ζωγραφική, τη χαρακτική, τη σκηνογραφία και την κεραμική. Στα πρώτα του χρόνια διακρίνεται για τον ρεαλισμό και την αυστηρή σχεδιαστική πειθαρχία, ενώ σταδιακά στρέφεται προς την αφαίρεση, διατηρώντας όμως πάντοτε την ανθρώπινη μορφή ως κεντρικό άξονα. Οι συνθέσεις του, με τις λιτές γεωμετρίες, τις ισορροπημένες επιφάνειες και τη σιωπηλή αισθησιακότητα, αντλούν από την αρχαία ελληνική τέχνη, τη βυζαντινή λιτότητα και το κλασικό μέτρο.
Παράλληλα με το εικαστικό του έργο, ο Μόραλης υπήρξε σπουδαίος δάσκαλος. Δίδαξε επί δεκαετίες στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, επηρεάζοντας καθοριστικά γενιές Ελλήνων καλλιτεχνών. Συμμετείχε ενεργά στη διαμόρφωση της μεταπολεμικής ελληνικής αισθητικής, συμβάλλοντας στη σύνδεση της ελληνικής τέχνης με τη διεθνή πρωτοπορία χωρίς απώλεια της τοπικής ταυτότητας.
Ο Γιάννης Μόραλης τιμήθηκε με πλήθος διακρίσεων και το έργο του εκτίθεται σε σημαντικά μουσεία και συλλογές. Η τέχνη του, στοχαστική και διαχρονική, παραμένει σημείο αναφοράς για την ισορροπία ανάμεσα στο σύγχρονο και το κλασικό, στο συναίσθημα και τη δομή, στη σιωπή και τη μορφή.
Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia

