...
Ο γέγονε… Γέγονε |
Γεγονότα
1532 – Ο Ισπανός κονκισταδόρ Φρανθίσκο Πιθάρο συνέλαβε τον αυτοκράτορα των Ίνκας Αταουάλπα και ουσιαστικά κατέλυσε την αυτοκρατορία τους, σε μια περίοδο που ήδη σπαρασσόταν από εμφύλιο μεταξύ των δύο αδελφών-διεκδικητών, Ουάσκαρ και Αταουάλπα. Παρά το γεγονός ότι η δύναμή του ήταν αριθμητικά ελάχιστη —180 άνδρες, ένα πυροβόλο και 27 άλογα— ο Πιθάρο αποφάσισε να επιτεθεί. Με μια τολμηρή και ακριβώς υπολογισμένη ενέργεια στην Καχαμάρκα κατάφερε να αιφνιδιάσει και να συλλάβει τον Αταουάλπα, κερδίζοντας έτσι ένα αποφασιστικό στρατηγικό πλεονέκτημα.
Οι Ισπανοί εκμεταλλεύθηκαν άμεσα τις εσωτερικές ίντριγκες και τις αντιπαλότητες μεταξύ των ινκικών φατριών. Ενίσχυσαν επιλεκτικά τις συμμαχίες τους με τοπικούς πληθυσμούς, αξιοποιώντας τη δυσαρέσκεια απέναντι στη βασιλική δυναστεία και προώθησαν επιτυχημένες επιχειρήσεις, που κορυφώθηκαν με την κατάληψη της πρωτεύουσας Κούσκο. Μετά την εξουδετέρωση του Ουάσκαρ, ο Πιθάρο απαίτησε από τον Αταουάλπα να αναγνωρίσει επίσημα την υποτέλεια της αυτοκρατορίας στην Ισπανία και να ασπαστεί τον Χριστιανισμό. Παρά το ότι ο Αταουάλπα πρόσφερε τεράστιο λύτρο —αρκετό χρυσάφι για να γεμίσει το δωμάτιο όπου κρατούνταν και διπλάσια ποσότητα ασημιού— δεν σώθηκε. Ο Πιθάρο διέταξε την εκτέλεσή του ως «αιρετικού».
Στη συνέχεια, ο Πιθάρο συγκρούστηκε με τον παλιό του σύντροφο Ντιέγο ντε Αλμάγρο, ο οποίος θεωρούσε άδικο τον διαμοιρασμό της λείας και των διοικητικών εξουσιών. Η αντιπαράθεση οδήγησε σε βίαιη ρήξη και το 1528 ο Πιθάρο διέταξε την εκτέλεσή του. Χρόνια αργότερα, το 1541, δολοφονήθηκε από τον γιο του Αλμάγρο, τον Ντιέγο «ελ Μόθο», που ζητούσε εκδίκηση για τον θάνατο του πατέρα του.
1849 – Το 1849 ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, ήδη αναγνωρισμένος ως ένας πολλά υποσχόμενος νέος συγγραφέας, βρέθηκε ξαφνικά στο στόχαστρο του τσαρικού καθεστώτος. Σε ηλικία 28 ετών είχε εγκαταλείψει τη στρατιωτική σταδιοδρομία για να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία, όμως η ένταξή του στον «Κύκλο του Πετρασέφσκι» —μια ομάδα φιλελεύθερων και σοσιαλφιλελεύθερων διανοουμένων της Αγίας Πετρούπολης— τον έθεσε υπό στενή παρακολούθηση. Ο Τσάρος Νικόλαος Α΄, φοβούμενος τη διάχυση των επαναστατικών ιδεών που συγκλόνιζαν την Ευρώπη, αποφάσισε να εξαρθρώσει κάθε κύκλο πνευματικής αμφισβήτησης. Έτσι, στις 23 Απριλίου ο Ντοστογιέφσκι συνελήφθη και φυλακίστηκε.
Στις 16 Νοεμβρίου 1849 καταδικάστηκε μαζί με τους συντρόφους του σε θάνατο. Ακολούθησε μια ψυχολογική δοκιμασία χωρίς προηγούμενο: εικονικές εκτελέσεις, ώρες αναμονής στον παγωμένο αέρα της ρωσικής υπαίθρου, βήματα που πλησίαζαν σαν προάγγελος του εκτελεστικού αποσπάσματος. Λίγες στιγμές πριν την εκτέλεση, ανακοινώθηκε ότι ο Τσάρος μετέτρεπε την ποινή σε τετραετή εξορία με καταναγκαστικά έργα στο Ομσκ της Σιβηρίας.
Οι συνθήκες στο κάτεργο ήταν απάνθρωπες και δοκίμασαν τις αντοχές του. Έγραφε στον αδελφό του για τη «βρωμιά μια ίντσα πάχος», το αβάσταχτο κρύο και τους συγκρατούμενους «παστωμένους σαν ρέγγες». Απολύθηκε το 1854, αλλά υποχρεώθηκε να επανενταχθεί στον στρατό για πέντε χρόνια, τοποθετημένος σε απομονωμένο οχυρό στο Σεμιπαλατίνσκ, όπου γνώρισε τη μελλοντική σύζυγό του Μαρία Ισάγεβα· παντρεύτηκαν το 1857, μετά τον θάνατο του πρώτου συζύγου της.
Η εμπειρία της φυλακής και της στρατιωτικής ζωής άλλαξε ριζικά τον Ντοστογιέφσκι. Απομακρύνθηκε από τις δυτικές φιλελεύθερες ιδέες, στράφηκε προς τις παραδοσιακές ρωσικές αξίες και την ορθόδοξη πίστη, ενώ αντιμετώπισε με αυξανόμενη εχθρότητα τους Νιχιλιστές και Σοσιαλιστές, διαμορφώνοντας την κοσμοθεωρία που θα καθόριζε τα ώριμα έργα του.
1945 – Η UNESCO, ο Εκπαιδευτικός, Επιστημονικός και Πολιτιστικός Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών, ιδρύθηκε στις 16 Νοεμβρίου 1945, με έδρα το Παρίσι. Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους διεθνείς οργανισμούς του ΟΗΕ, με αποστολή την καλλιέργεια της ειρήνης και της αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ των λαών μέσα από την εκπαίδευση, την επιστήμη, τον πολιτισμό και την ελεύθερη ροή της πληροφόρησης. Το ίδιο το όνομά της —United Nations Educational, Scientific and Cultural Organization— αποτυπώνει το εύρος της δράσης της, ενώ το έμβλημά της, η πρόσοψη του Παρθενώνα με τα γράμματα UNESCO στη θέση των κιόνων, υπογραμμίζει τη σύνδεση της αποστολής της με την κλασική πολιτισμική κληρονομιά.
Από την ίδρυσή της, η UNESCO λειτουργεί ως παγκόσμιο φόρουμ συνεργασίας. Εδώ συνομολογούνται διεθνείς συνθήκες και συμφωνίες, προωθούνται τα ανθρώπινα δικαιώματα, υπερασπίζεται η ελευθερία της έκφρασης και επιδιώκεται η προστασία της υλικής και άυλης παγκόσμιας κληρονομιάς. Σημαντικός πυλώνας της δράσης της είναι επίσης η ενίσχυση της εκπαίδευσης σε περιοχές που αντιμετωπίζουν οικονομικές ή κοινωνικές δυσκολίες, καθώς και η καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών.
Η UNESCO αριθμεί σήμερα 196 κράτη-μέλη, σχεδόν όλες τις χώρες που συμμετέχουν στον ΟΗΕ. Τα κράτη κατανέμονται σε γεωγραφικές ομάδες για λόγους ισόρροπης εκπροσώπησης. Η Ελλάδα εντάσσεται στην Ομάδα 1, μαζί με τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες, τις ΗΠΑ και τον Καναδά, ενώ συμμετέχει και στην ομάδα των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, τα κράτη-μέλη συμμετέχουν —με εκλογή ή ορισμό από τις γεωγραφικές ομάδες— σε ειδικές Διακυβερνητικές και Επικουρικές Επιτροπές, όπου σχεδιάζεται και παρακολουθείται η εφαρμογή των σχετικών διεθνών συμβάσεων του ΟΗΕ.
1973 – Για δεύτερη ημέρα η εξέγερση του Πολυτεχνείου μαίνεται, με την κατάσταση γύρω από το Ίδρυμα να θυμίζει πραγματικό πεδίο μάχης. Η Αστυνομία επιχειρεί να διαλύσει τα πλήθη κάνοντας εκτεταμένη χρήση δακρυγόνων και πυροβολισμών, ενώ ο ραδιοφωνικός σταθμός των φοιτητών απευθύνει συνεχώς εκκλήσεις για φάρμακα, ιατρικά εργαλεία, γιατρούς και ασθενοφόρα. Γύρω στα μεσάνυχτα, στρατιωτικές δυνάμεις και άρματα μάχης εισέρχονται στην Αθήνα, σηματοδοτώντας την τραγική κλιμάκωση των γεγονότων.
Όπως καταγράφεται σε τότε μαρτυρίες, «το δράμα οδηγείται στην αιματηρή του κατάληξη». Στο εσωτερικό του Πολυτεχνείου οι διάφορες πολιτικές τάσεις παραμένουν αμετακίνητες, ενώ τα συνθήματα που εκπέμπονται από τον ραδιοφωνικό σταθμό κινητοποιούν χιλιάδες ανθρώπους. Από το μεσημέρι ξεκινούν μεγάλες πορείες προς την Ομόνοια και το Πολυτεχνείο από τις κεντρικές αρτηρίες της πόλης —Αιόλου, Σταδίου, Πανεπιστημίου, Πατησίων, Αλεξάνδρας. Στις 18.00 πλήθος διαδηλωτών κατευθύνεται προς το Σύνταγμα, αλλά η πορεία ανακόπτεται βίαια κοντά στη Σταδίου. Ακολουθεί συμπλοκή και «ρέει το πρώτον αίμα», με τραυματίες και από τις δύο πλευρές· μαρτυρίες αναφέρουν ακόμη και θανατηφόρους τραυματισμούς διαδηλωτών.
Άτακτες ομάδες προχωρούν σε καταστροφές καταστημάτων, ενώ άλλοι διαδηλωτές εισβάλλουν στο Μέγαρο της Νομαρχίας Αττικής στην Αιόλου, απ’ όπου απομακρύνονται δύσκολα από την Αστυνομία. Η ένταση κορυφώνεται. Στις 19.30 ζητείται η συνδρομή της Χωροφυλακής. Από τις 20.30 ξεκινούν οι πρώτες επιθέσεις στο κτίριο του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης στη Γ’ Σεπτεμβρίου, οι οποίες συνεχίζονται έως τις 22.30. Αρχικά οι αστυνομικοί απωθούν το πλήθος με γκλομπ και δακρυγόνα, αλλά στις τελευταίες φάσεις γίνεται χρήση πυροβόλων όπλων κατόπιν εντολής του στρατηγού Βαρνάβα —μια ενέργεια που, όπως επισημαίνεται, απέχει από την επίσημη εκδοχή των γεγονότων. (Απόσπασμα από τo πόρισμα του ανακριτή Δημήτρη Τσεβά για τα γεγονότα κατά την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Δείτε περισσότερα ΕΔΩ)
Γεννήσεις
42 π.Χ. – Ο Τιβέριος (Tiberius Iulius Caesar Augustus, 42 π.Χ.–37 μ.Χ.), μέλος της Ιουλιο-Κλαυδιανής δυναστείας, υπήρξε ο δεύτερος Ρωμαίος Αυτοκράτορας, διαδεχόμενος τον Αύγουστο το 14 μ.Χ. Γεννημένος ως Τιβέριος Κλαύδιος Νέρων, καταγόταν από το πατρίκιο γένος των Κλαυδίων. Ήταν γιος του Τιβέριου Κλαυδίου Νέρωνα και της Λιβίας Δρουσίλλας. Η Λιβία χώρισε τον πρώτο της σύζυγο και παντρεύτηκε τον Οκταβιανό (μετέπειτα Αύγουστο) το 39 π.Χ., χωρίς να αποκτήσουν δικά τους παιδιά· έτσι ο Αύγουστος υιοθέτησε τον Τιβέριο, εξασφαλίζοντας τη συνέχεια της δυναστείας.
Ο Τιβέριος παντρεύτηκε την Ιουλία την Πρεσβύτερη, κόρη του Αυγούστου από τον γάμο του με τη Σκριβωνία, και έλαβε το επίσημο όνομα Τιβέριος Ιούλιος Καίσαρας. Η δυναστεία των Ιουλιο-Κλαυδίων στηρίχθηκε σε τέτοιες επιγαμίες και υιοθεσίες, συνδέοντας στενά τους απογόνους του Οκταβιανού με τους Κλαυδίους για περισσότερες από τρεις δεκαετίες. Ο Τιβέριος υπήρξε θετός γιος του Αυγούστου, θείος του Κλαύδιου, μεγάλος θείος του Καλιγούλα και της Αγριππίνας της Νεότερης, μητέρας του Νέρωνα.
Πριν ανέλθει στον θρόνο, ο Τιβέριος είχε διακριθεί ως ικανός στρατηγός. Οι στρατιωτικές του εκστρατείες σταθεροποίησαν τα παραδουνάβια σύνορα και ενίσχυσαν την ασφάλεια της αυτοκρατορίας. Μετά τον θάνατο του Αυγούστου το 14 μ.Χ., έγινε αυτοκράτορας, κυβερνώντας για περισσότερο από δύο δεκαετίες. Η βασιλεία του χωρίζεται συνήθως σε δύο φάσεις: στην αρχική περίοδο ενεργού διοίκησης και στη μεταγενέστερη, πιο σκοτεινή περίοδο απομάκρυνσης από την πολιτική ζωή. Μετά τον θάνατο του αγαπημένου του γιου, Δρούσου του Νεότερου, ο Τιβέριος αποσύρθηκε σταδιακά και εγκαταστάθηκε στην Καπρί, αφήνοντας τη διαχείριση της εξουσίας στην Πραιτωριανή Φρουρά και στη Σύγκλητο. Παρά την ικανότητά του, η υστεροφημία του επισκιάστηκε από την αυταρχικότητα και τη δυσπιστία των τελευταίων ετών της διακυβέρνησής του.
1922 – Ζοζέ Σαραμάγκου. Γεννήθηκε το 1922 στο Αζινιάγκα, ένα μικρό χωριό ακτημόνων χωρικών στο Ριμπατέζου της Πορτογαλίας. Το επώνυμό του προέκυψε τυχαία: «σαραμάγκου» ήταν το οικογενειακό παρατσούκλι του πατέρα του, Ζοζέ ντε Σόζα, και κατέληξε επίσημα στα μητρώα ως επώνυμο. Το 1924 η οικογένεια μετακόμισε στη Λισσαβώνα, όπου ο πατέρας του έγινε αστυνομικός. Λίγο αργότερα πέθανε ο μεγαλύτερος αδελφός του, γεγονός που σημάδεψε βαθιά την οικογένεια. Ο Σαραμάγκου περνούσε τα καλοκαίρια στο χωριό με τους παππούδες του, εμπειρία καθοριστική για τη μετέπειτα κοσμοθεωρία του· συγκλονιστική παραμένει η ανάμνησή του από την τελευταία αγκαλιά του παππού του στα δέντρα της αυλής πριν την αναχώρησή του για νοσηλεία.
Παρότι καλός μαθητής, δεν μπόρεσε να φοιτήσει σε κλασικό γυμνάσιο λόγω οικονομικών δυσκολιών και γράφτηκε σε τεχνική σχολή. Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε ως μηχανικός αυτοκινήτων και στη συνέχεια σε εκδοτική εταιρεία, εξελίχθηκε σε μεταφραστή και δημοσιογράφο και διετέλεσε διευθυντής σύνταξης του Diário de Notícias, θέση που εγκατέλειψε μετά τα πολιτικά γεγονότα του 1974-75. Σταδιακά στράφηκε αποκλειστικά στη λογοτεχνία.
Παντρεύτηκε την Ίλντα Ρέις το 1944 και απέκτησαν μια κόρη, τη Βιολάντε. Το 1988 νυμφεύτηκε τη νεότερή του Ισπανίδα δημοσιογράφο Πιλάρ δελ Ρίο, επίσημη μεταφράστρια των έργων του. Το πρώτο του μυθιστόρημα, «Γη της Αμαρτίας» (1947), πέρασε απαρατήρητο, όμως το «Χρονικό του Μοναστηριού» τον καθιέρωσε διεθνώς. Μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος από το 1969, άθεος και δηλωμένος πεσιμιστής, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις με το «Κατά Ιησούν Ευαγγέλιον», που οδήγησε στη μετακόμισή του στο Λανθαρότε. Παρέμεινε πολιτικά ενεργός, υπογράφοντας διεθνείς δηλώσεις και θέτοντας υποψηφιότητα στις Ευρωεκλογές του 2009, χωρίς να εκλεγεί.
Θάνατοι
1831 – Καρλ Φίλιπ Γκότλιμπ Φον Κλαούζεβιτς. Ο Καρλ Φίλιπ Γκότλιμπ φον Κλαούζεβιτς (1780–1831) υπήρξε Πρώσος στρατιωτικός, διανοητής και ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς του πολέμου. Γεννημένος το 1780 στο Μπούργκε, εντάχθηκε πολύ νέος στον πρωσικό στρατό και συμμετείχε στους Ναπολεόντειους Πολέμους, εμπειρία που σημάδεψε βαθιά τη σκέψη του. Υπηρέτησε στην Πρωσία και στη Ρωσία, ενώ μετά την ήττα της Πρωσίας το 1806 ανέλαβε σημαντικές θέσεις εκπαίδευσης και αναδιοργάνωσης του στρατού. Το 1810 γράφτηκε στην Ακαδημία Πολέμου του Βερολίνου, όπου εξελίχθηκε σε κορυφαίο στρατιωτικό στοχαστή της εποχής του.
Κυριότερο έργο του είναι το μνημειώδες Vom Kriege (Περί Πολέμου), το οποίο άφησε ημιτελές στον θάνατό του το 1831, αλλά εκδόθηκε από τη σύζυγό του Μαρία φον Μπρύλ. Στο έργο αυτό ο Κλαούζεβιτς αναλύει σε βάθος τη στρατηγική, την τακτική, την πολιτική διάσταση και τη φιλοσοφία του πολέμου. Η περίφημη διατύπωσή του ότι «ο πόλεμος είναι απλή συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα» συνοψίζει την αντίληψή του ότι η στρατιωτική δράση δεν είναι αυτόνομη, αλλά υπηρετεί πολιτικούς σκοπούς. Παράλληλα, υπογραμμίζει πως ο πόλεμος αποτελεί πράξη βίας για την επιβολή της θέλησης του ενός αντιπάλου στον άλλον.
Σε άλλο σημείο επισημαίνει ότι ο πόλεμος «δεν ανήκει στο πεδίο των τεχνών και των επιστημών, αλλά της κοινωνικής ύπαρξης», ως σύγκρουση μεγάλων συμφερόντων που ρυθμίζεται με το αίμα. Η επίδραση του έργου του είναι τεράστια: αποτέλεσε θεμέλιο για τη στρατηγική σκέψη όλων των μεγάλων ευρωπαϊκών στρατών και διδάσκεται μέχρι σήμερα σε στρατιωτικές ακαδημίες, αλλά και σε σχολές διοίκησης επιχειρήσεων και μάρκετινγκ, χάρη στις αναλύσεις του για τη δύναμη, την αβεβαιότητα και τη λήψη αποφάσεων.
2006 -Μίλτον Φρίντμαν Ήταν ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς οικονομολόγους του 20ού αιώνα, νομπελίστας (1976) και κορυφαία μορφή της Σχολής του Σικάγου. Δίδαξε επί τρεις δεκαετίες στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου και επηρέασε καθοριστικά την οικονομική θεωρία, ιδιαίτερα τη μακροοικονομία, τη νομισματική ανάλυση και τη στατιστική. Υπήρξε ένθερμος υπέρμαχος της οικονομικής και κοινωνικής ελευθερίας, ενώ συχνά παρουσιαζόταν στο ευρύ κοινό ως ο πιο επιδραστικός φιλελεύθερος οικονομολόγος του δεύτερου μισού του αιώνα.
Η κριτική του στον «αφελή Κεϋνσιανισμό» ξεκίνησε από τη δεκαετία του 1950, όταν παρουσίασε τη θεωρία του μόνιμου εισοδήματος για την κατανάλωση, αμφισβητώντας τις κεϋνσιανές σταθεροποιητικές πολιτικές. Τη δεκαετία του 1960 διατύπωσε το θεωρητικό πλαίσιο του μονεταρισμού, υποστηρίζοντας ότι υπάρχει ένα «φυσικό» επίπεδο ανεργίας και ότι οι προσπάθειες των κυβερνήσεων να το μειώσουν μέσω αύξησης της ζήτησης οδηγούν τελικά σε επιταχυνόμενο πληθωρισμό. Η άποψή του ότι η καμπύλη Φίλιπς είναι μακροπρόθεσμα κατακόρυφη προανήγγειλε το φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού. Παρά την αντίθεσή του στην ίδια την ύπαρξη της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, θεωρούσε ότι η σταθερή, προβλέψιμη αύξηση της προσφοράς χρήματος είναι η μόνη συνετή νομισματική πολιτική.
Υπήρξε σύμβουλος του προέδρου Ρόναλντ Ρέιγκαν και προώθησε εφαρμοσμένες πολιτικές όπως η σχολική επιλογή, η κατάργηση της υποχρεωτικής θητείας, οι ελεύθερες ισοτιμίες και ο αρνητικός φόρος εισοδήματος – ιδέες που ανέλυσε στο Καπιταλισμός και Ελευθερία (1962). Η επιρροή του υπήρξε διεθνής και τα έργα του, από επιστημονικές μελέτες μέχρι τηλεοπτικές σειρές, επηρέασαν τόσο δυτικές οικονομίες όσο και πρώην κομμουνιστικά κράτη.
————————————————————————————-
Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia


