Γέγονε την 13η Νοεμβρίου


...

Ο γέγονε… Γέγονε |


Γεγονότα

 

1824 – Μεσούσης της Ελληνικής Επανάστασης, ξεσπά εμφύλιος πόλεμος στην Αρκαδία, μεταξύ «κυβερνητικών» (Βάσος Μαυροβουνιώτης) και «αντικυβερνητικών» (Κολοκοτρωναίοι). Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων, φονεύεται ο γιος του «γέρου του Μοριά», Πάνος Κολοκοτρώνης, σε ηλικία 26 ετών.

Το φθινόπωρο του 1823, σε μια περίοδο έντονης πολιτικής αστάθειας, συγκεντρώθηκαν στη Σιλίμνα της Τρίπολης εξέχουσες μορφές της Επανάστασης —μεταξύ τους οι Θεόδωρος και Πάνος Κολοκοτρώνης, Θ. Νέγρης, Γεώργιος Σισίνης, Φωτήλας, Οδυσσέας Ανδρούτσος, Δημήτριος Πλαπούτας, Νικηταράς, Δημήτριος Υψηλάντης, Γ. Καραμάνος, Μούρτζινος και άλλοι. Εκεί συναποφάσισαν την αντίσταση απέναντι στο Εκτελεστικό, το οποίο θεωρούσαν ότι συγκέντρωνε υπερβολική εξουσία, και όλοι ορκίστηκαν ενώπιον της εικόνας του Χριστού πως θα παραμείνουν ενωμένοι στον αγώνα.

Παρά ταύτα, και ενώ οι προοπτικές των κοτζαμπάσηδων φαίνονταν δυσοίωνες λόγω της αυξανόμενης λαϊκής υποστήριξης προς τους αντιπάλους τους, ο Κολοκοτρώνης αιφνιδίασε τους συμμάχους του προσχωρώντας στο δικό τους πολιτικό στρατόπεδο. Αντάλλαγμα υπήρξε ο διορισμός του γιου του Πάνου στη φρουραρχία Ναυπλίου και ο δικός του στη θέση του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού. Συμφωνήθηκε επίσης ο αρραβώνας του άλλου γιου του, Κολίνου, με την κόρη του ισχυρού προκρίτου της Γορτυνίας, Κανέλλου Δεληγιάννη. Η στροφή αυτή εξόργισε τους παλιούς συναγωνιστές του, ιδίως τον Δημήτριο Πλαπούτα.

Παρότι κατείχε υψηλό αξίωμα, ο Κολοκοτρώνης παρέμενε ουσιαστικά πολιτικά αδύναμος. Η σύγκρουσή του με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, πρόεδρο τότε του Βουλευτικού, δεν άργησε να κορυφωθεί. Μετά την απειλητική προειδοποίηση του Κολοκοτρώνη —«μην καθίσεις πρόεδρος, ότι έρχομαι και σε διώχνω με τα λεμόνια, με τη βελάδα όπου ήρθες»— ο Μαυροκορδάτος αναχώρησε για την Ύδρα, όπου μπορούσε να κινηθεί πολιτικά ασφαλέστερα.

Η αποχώρησή του θεωρήθηκε νίκη του Κολοκοτρώνη, όμως ο τελευταίος δεν αντιλήφθηκε τότε τις συνέπειες. Ο Μαυροκορδάτος διατηρούσε στενές επαφές με την αγγλική κυβέρνηση και είχε σχεδόν εξασφαλίσει υπόσχεση για δάνειο, ενώ η εγκατάστασή του στην Ύδρα αποκάλυπτε τη συμμαχία του με την επιδραστική οικογένεια Κουντουριώτη. Από εκείνο το σημείο, η αντιπαλότητα Εκτελεστικού και Βουλευτικού, που συστεγάζονταν τότε στη Σαλαμίνα, επιδεινώθηκε ραγδαία, προμηνύοντας τον πρώτο εμφύλιο της Επανάστασης.

 

 

1864 – Δημοσιεύεται το νέο Σύνταγμα της Ελλάδας, με το οποίο καταργείται η Συνταγματική Μοναρχία και καθιερώνεται η Βασιλευόμενη Δημοκρατία. Το Σύνταγμα του 1864 θεσπίσθηκε από Συντακτική Συνέλευση (την Β’ Εθνική Συνέλευση) χωρίς τη σύμπραξη του βασιλιά. Κορυφαίο χαρακτηριστικό του νέου Συντάγματος αποτελεί η εισαγωγή της δημοκρατικής αρχής, με την οποία αναβιώνει κατά κάποιο τρόπο το δημοκρατικό κεκτημένο των συνταγμάτων της Επανάστασης, αν και μετριασμένο από τον θεσμό του «ισόβιου και κληρονομικού ανωτάτου άρχοντος».

Ο συνδυασμός των δυο αυτών στοιχείων, της δημοκρατικής αρχής και του βασιλικού θεσμού, συνεπάγεται την εγκαθίδρυση του πολιτεύματος της «βασιλευόμενης δημοκρατίας», το οποίο έμελλε να διαρκέσει, με ορισμένα διαλείμματα, για έναν αιώνα περίπου (μέχρι το 1967).

Με το Σύνταγμα του 1864, το πιο μακρόβιο στην ελληνική συνταγματική ιστορία, δημιουργούνται οι θεσμικές προϋποθέσεις για τον εξορθολογισμό του πολιτικού συστήματος – ο οποίος εδραιώνεται με την εισαγωγή της «αρχής της δεδηλωμένης» το 1875 – και τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας.

Το Σύνταγμα του 1864 αποτελείται από 110 άρθρα κατανεμημένα σε δώδεκα μέρη: «Περί θρησκείας», «Περί του δημοσίου δικαίου των Ελλήνων», «Περί Συντάξεως της Πολιτείας», «Περί του Βασιλέως», «Περί διαδοχής και αντιβασιλείας», «Περί της Βουλής», «Περί των Υπουργών», «Περί Συμβουλίου Επικρατείας», «Περί Δικαστικής Εξουσίας», «Γενικαί διατάξεις» και «Ειδικαί διατάξεις».

Κυριότερα πρότυπά του υπήρξαν τα δημοκρατικά Συντάγματα του Βελγίου του 1831 και, λιγότερο, της Δανίας του 1849. Η σπουδαιότερη καινοτομία του νέου Συντάγματος σε σχέση με εκείνο του 1844 είναι αναμφίβολα η ρητή και πανηγυρική καθιέρωση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας και, γενικότερα, η εδραίωση του δημοκρατικού του χαρακτήρα. Παράλληλα, ενισχύονται και τα φιλελεύθερα στοιχεία του Συντάγματος.

 

1973 – Ο υπουργός Παιδείας, Παναγιώτης Σιφναίος, επισκέπτεται το Πολυτεχνείο και προσπαθεί, σε κοινή συνεδρίαση με τη Σύγκλητο, να εκφοβίσει τις επιτροπές αγώνα των φοιτητών, ώστε να σταματήσουν τη δράση τους για άμεση διενέργεια ελεύθερων εκλογών στις σχολές.

Ο υπουργός της δοτής κυβέρνησης Μαρκεζίνη τους απειλεί με χρήση βίας, σε περίπτωση διαδηλώσεων και απεργιών.

«Την 20ην Νοεμβρίου 1972 είχον διεξαχθή αρχαιρεσίαι εις άπαντας τους φοιτητικούς Συλλόγους των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων προς ανάδειξιν νομίμων εκπροσωπήσεων. Αποτέλεσμα όμως των αρχαιρεσιών τούτο ήτο η εις τας περισσοτέρους Σχολάς, πλήν των τοιούτων Τοπογράφων και Χημικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, ανάδειξις εκπροσώπων ασχέτων και ξένων προς την αληθή βούλησιν των εκπροσωπουμένων. Διʼ ο και σταθερόν, αμετάθετον και θερμόν ήτο το σύνθημα μεταξύ του σπουδαστικού κόσμου δια γνήσιας και αδιάβλητους αρχαιρεσίας.

Το ειλικρινές και δίκαιον τούτο αίτημα απετέλεσε την απαρχήν των κατά Νοέμβριον 1973 γνωστών αιματηρών γεγονότων του Πολυτεχνείου. Από των αρχών ήδη του μηνός Νοεμβρίου, συμπληρουμένου του κατά νόμον ετησίου κύκλου των φοιτητικών εκπροσωπήσεων, το αίτημα τίθεται, καθίσταται γενικόν και εμφανίζεται σταθερόν, εμπνέον τους σπουδαστάς εις αποφασιστικήν, προς ικανοποίησιν του, αγωνιστικότητα.

Το έναυσμα του αγώνος δίδεται δια της υπο των Συλλόγων Τοπογράφων και Χημικών του ΕΜΠ δημοσιεύσεως δια του τύπου του από 8-11-1973 ψηφίσματος αναφερομένου εις σπουδαστικά μόνον ζητήματα και αιτήματα.

Την 13ην Νοεμβρίου 1973 επισκέπτεται το Πολυτεχνείον ο τότε Υπουργός Παιδείας και Κυβερνήσεως Σπυρίδωνος Μαρκεζίνη Παναγιώτης Σιφναίος, όστις εις μάτην προσπαθεί να κατευνάση τα πνεύματα, να πείση περί των αγαθών του προθέσεων και να αναβάλη προς καιρόν τας αρχαιρεσίας, ελπίζων προφανώς εις την δια των ενεργηθησομένων βουλευτικών εκλογών εκτόνωσιν της καταστάσεως. Απέρχεται του Πολυτεχνείου άπρακτος και ανήσυχος, μη δυνηθείς να εφοδιάση τον πρύτανιν δια του όπερ είχεν υποσχεθή διατάγματος περί αναβολής των αρχαιρεσιών, ίνα δυνηθή να αρνηθή την υπο των σπουδαστών αιτηθείσαν ήδη, εν τω πλαισίω του νόμου, άδειαν συγκλήσεως των συνελεύσεων, διότι το διάταγμα τούτο –κατά την χαρακτηριστικήν έκφρασιν του τότε Υπουργού- «περιεπλανάτο εισέτι μεταξύ Αγαθαγγέλου και Παρασκευά Ιωαννίδη, καίτοι υπογραφέν υπ΄αυτού από δεκαημέρου και πλέον». (Απόσπασμα από το πόρισμα του εισαγγελέα Δ. Τσεβά για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου)

 

2000 – Αναστέλλεται η λειτουργία της Δυτικοευρωπαϊκής Ένωσης. Είχε συσταθεί το 1948 με τη συνθήκη των Βρυξελλών, με σκοπό την κοινή άμυνα των μη κομμουνιστικών ευρωπαϊκών κρατών.

Η Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ; Γαλλικά: Union de l’Europe occidentale, UEO) ήταν ένας διεθνής οργανισμός και μια στρατιωτική συμμαχία, επιφορτισμένη με την εφαρμογή της Τροποποιημένης Συνθήκης των Βρυξελλών (1954), μια τροποποιημένη έκδοση της αρχικής συνθήκης των Βρυξελλών (1948). Η ΔΕΕ ιδρύθηκε από επτά ευρωπαϊκά έθνη που συμμάχησαν με τις ΗΠΑ (σύμφωνο της Βαρσοβίας και μέλη του ΝΑΤΟ) κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, τα καθήκοντα και τα θεσμικά όργανα της ΔΕΕ σταδιακά μεταφέρθηκαν στην Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας της γεωγραφικά μεγαλύτερης, και από την άποψη της πιο ολοκληρωμένης, της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διαδικασία αυτή ολοκληρώθηκε το 2009, όταν μια ρήτρα αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ήταν παρόμοια (αλλά όχι πανομοιότυπη) με τη ρήτρα αμοιβαίας άμυνας της ΔΕΕ, τέθηκε σε ισχύ με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας. Τα κράτη-μέλη της Τροποποιημένης Συνθήκης των Βρυξελλών, κατά συνέπεια, αποφάσισαν να τερματίσουν την εν λόγω συνθήκη στις 31 Μαρτίου 2010, με όλες τις δραστηριότητες του απέμεναν στη ΔΕΕ. Στις 30 Ιουνίου 2011, η ΔΕΕ διαλύθηκε και επίσημα.

 

Γεννήσεις

 

1718 – Τζον Μόνταγκιου, Άγγλος πολιτικός και στρατιωτικός, τέταρτος κόμης του Σάντουιτς, [Sandwich], ιστορικής πόλης στην κομητεία του Κεντ στη Νοτιοανατολική Αγγλία, γεννήθηκε 13 Νοεμβρίου 1718 και πέθανε στις 30 Απριλίου 1792.

Ήταν παντρεμένος από τις 14 Μαρτίου 1741 με τη Dorothy Fane, την οποία παντρεύτηκε στο ναό St James του Westminster και απέκτησαν ένα γιο, τον John, ο οποίος αργότερα τον διαδέχθηκε ως 5ος κόμης του Σάντουιτς.

Ήταν γιος του υποκόμη Edward Montagu ο οποίος πέθανε και καθώς η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε, διατήρησε ελάχιστες σχέσεις μαζί της. Το 1729 σε ηλικία 10 ετών διαδέχθηκε τον παππού του, τον Edward Montagu, 3ο κόμη του Σάντουιτς. Ταξίδεψε στην Ελλάδα, την Τουρκία και την Αίγυπτο, που ήταν τότε μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σπούδασε στο Eton και στο Trinity College του Cambridge και το 1739 με την επιστροφή του στην Αγγλία πήρε τη θέση του στη Βουλή των Λόρδων, ως οπαδός του Δούκα του Bedford, που ήταν ένας από τους πλουσιότερους και ισχυρότερους πολιτικούς της εποχής.

Για πολλά χρόνια και ενώ η σύζυγός του έπασχε από παραφροσύνη, διατηρούσε σχέση με την τραγουδίστρια της όπερας Μάρθα Ρέι και μαζί απέκτησαν πέντε ή σύμφωνα με άλλη πηγή εννέα παιδιά, μεταξύ τους ο Βασίλειος Montagu (1770-1851), συγγραφέας και νομικός. Η Μάρθα Ρέι δολοφονήθηκε τον Απρίλιο του 1779, όταν δολοφονήθηκε ο Ray στο φουαγέ της Βασιλικής όπερας στο Covent Garden του από τον Τζέιμς Χάκμαν. Ο συγγραφέας Herbert Croft περιέγραψε το 1780, τα περιστατικά της δολοφονίας στο μυθιστόρημα «Η αγάπη και η τρέλα».

 

1850 – Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον. Υπήρξε Σκωτσέζος μυθιστοριογράφος, ποιητής, δοκιμιογράφος, μουσικός και ταξιδιωτικός συγγραφέας, γνωστός παγκοσμίως για έργα όπως Το νησί των θησαυρών, Δόκτωρ Τζέκυλ και Κύριος Χάυντ και Η Απαγωγή. Η πολυμέρεια και η αφηγηματική του δεινότητα τον καθιέρωσαν ως μια από τις πιο εμβληματικές μορφές της βικτωριανής λογοτεχνίας, ενώ οι ιστορίες και οι χαρακτήρες του —όπως ο πειρατής με το ξύλινο πόδι— αγαπήθηκαν από αναγνώστες κάθε ηλικίας.

Κατά τη διάρκεια της ζωής του υπήρξε διεθνής διασημότητα και τα έργα του εκτιμήθηκαν από λογοτέχνες όπως οι Μπόρχες, Προυστ, Κόναν Ντόυλ, Κίπλινγκ και Ναμπόκοφ. Ωστόσο, με την άνοδο της μοντέρνας λογοτεχνίας μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η φήμη του υποχώρησε και για δεκαετίες θεωρούνταν συγγραφέας «δευτέρας διαλογής», περιορισμένος στη σφαίρα της παιδικής και της γοτθικής λογοτεχνίας. Μορφές όπως η Βιρτζίνια Γουλφ συνέβαλαν στον παραγκωνισμό του, γεγονός που κορυφώθηκε με τον αποκλεισμό του από μεγάλες ανθολογίες, όπως της Οξφόρδης (1973) και του Νόρτον έως το 2000.

Σταδιακά, από τα μέσα του 20ού αιώνα και ιδιαίτερα από το 1965, η κριτική επαναξιολόγηση ανέδειξε το πραγματικό του εύρος: έναν οξυδερκή μυθιστοριογράφο, θεωρητικό της λογοτεχνίας και ανθρωπιστή, μάρτυρα της αποικιακής εμπειρίας της Πολυνησίας. Σήμερα ο Στήβενσον θεωρείται ισάξιος με τον Κόνραντ και τον Χένρι Τζέημς, ενώ παραμένει εξαιρετικά δημοφιλής διεθνώς, κατατασσόμενος από την UNESCO στους 26 πιο μεταφρασμένους συγγραφείς παγκοσμίως.

 

Θάνατοι

 

1979 – Δημήτρης Ψαθάς. Υπήρξε από τους πιο δημοφιλείς Έλληνες χρονογράφους, θεατρικούς συγγραφείς και σατιρικούς πεζογράφους του 20ού αιώνα. Γεννημένος στην Τραπεζούντα του Πόντου, έφτασε στην Ελλάδα το 1923 ως πρόσφυγας, εμπειρία που σημάδεψε βαθιά την κοσμοθεωρία και το ύφος του. Από νεαρή ηλικία στράφηκε στη δημοσιογραφία, και ήδη από τη δεκαετία του 1930 το χρονογράφημά του καθιερώθηκε ως ένα από τα πιο αγαπημένα της αθηναϊκής καθημερινότητας, με χαρακτηριστικό συνδυασμό λεπτού χιούμορ, κοινωνικής παρατήρησης και πολιτικής ευφυΐας.

Η λογοτεχνική του πορεία απογειώθηκε με το ευθυμογράφημα Η Θέμις έχει νεύρα (1940), ενώ το εμβληματικό Μαντάμ Σουσού (1942) τον καθιέρωσε οριστικά στο αναγνωστικό κοινό. Η φιγούρα της Σουσούς, της μικροαστής που παριστάνει τη μεγαλοκυρία, έγινε σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής και γνώρισε θεατρικές, κινηματογραφικές και τηλεοπτικές μεταφορές. Μεταπολεμικά, ο Ψαθάς έγραψε επίσης θεατρικές κωμωδίες που σημείωσαν μεγάλη επιτυχία, όπως Φωνάζει ο κλέφτης, Ένας ήρωας με παντούφλες (σε συνεργασία με τον Αλέκο Σακελλάριο) και Ο Κύριος Πρόεδρος.

Ως δημοσιογράφος εργάστηκε σε μεγάλες εφημερίδες όπως το Βήμα και το Έθνος, όπου το χρονογράφημά του διακρινόταν για την οξυδέρκεια και την πολιτική του λεπτουργία. Σημαντικό έργο του αποτελεί και το τρίτομο Χρονικό της Σταφιδικής, ένα από τα πρώτα συστηματικά αφηγήματα για τα γεγονότα του Πόντου και τις διώξεις του ελληνικού πληθυσμού από τους Νεότουρκους.

Ο Ψαθάς, με γλώσσα ζωντανή, απλή και σκωπτική, κατόρθωσε να αποτυπώσει με τρόπο μοναδικό την ελληνική κοινωνία του 20ού αιώνα, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που παραμένει διαχρονικό, βαθιά ανθρώπινο και ακαταμάχητα χιουμοριστικό.

 

 

1979 – Γιάννης Μαρής. Λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γιάννη Τσιριμώκου (1916–1979), υπήρξε ο θεμελιωτής του ελληνικού αστυνομικού μυθιστορήματος και μία από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές της μεταπολεμικής δημοσιογραφίας. Γεννήθηκε στη Σκόπελο, όπου υπηρετούσε ο πατέρας του, δικαστικός Δημοσθένης Τσιριμώκος, και καταγόταν από σημαντική οικογένεια της Φθιώτιδας. Ο πολιτικός Ηλίας Τσιριμώκος, μεταγενέστερα πρωθυπουργός, ήταν δεύτερός του εξάδελφος. Τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια τα πέρασε στη Χίο και στη Λάρισα, ενώ φοίτησε στη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης. Από νωρίς εντάχθηκε στον χώρο της σοσιαλιστικής Αριστεράς και συμμετείχε, μαζί με τον Σβώλο και τον Ηλία Τσιριμώκο, στην ίδρυση της Ένωσης Λαϊκής Δημοκρατίας, ενώ αργότερα προσχώρησε στο ΕΑΜ.

Μετά τον πόλεμο στράφηκε επαγγελματικά στη δημοσιογραφία. Ως μέλος της συντακτικής ομάδας της εφημερίδας Μάχη διακρίθηκε ως αρχισυντάκτης, σχολιογράφος και κριτικός κινηματογράφου. Οι αποκαλύψεις της εφημερίδας για τα βασανιστήρια της Μακρονήσου οδήγησαν στη δίωξή του και στη φυλάκισή του, από την οποία απελευθερώθηκε χάρη στην παρέμβαση της Σοσιαλιστικής Διεθνούς και του Σβώλου. Εργάστηκε σε πολλές εφημερίδες της εποχής, πριν ενταχθεί στο συγκρότημα Μπότση.

Το συγγραφικό του έργο άρχισε τη δεκαετία του 1950, με πρώτο σημαντικό σταθμό το Έγκλημα στο Κολωνάκι (1953), που δημοσιεύθηκε αρχικά σε συνέχειες και αργότερα εκδόθηκε σε τόμο, γνωρίζοντας τεράστια επιτυχία και κινηματογραφική μεταφορά. Για περισσότερο από 25 χρόνια έγραψε δεκάδες αστυνομικά μυθιστορήματα, σενάρια και θεατρικά έργα, καθιερώνοντάς τον ως πατριάρχη του ελληνικού crime fiction.

Ήταν μέλος της ΕΣΗΕΑ, της Εταιρίας Θεατρικών Συγγραφέων και της Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου, ταξίδεψε σε πολλές χώρες σε δημοσιογραφικές αποστολές και υπήρξε ένθερμος οπαδός της ΑΕΚ. Πολυμαθής και δεινός αφηγητής, συμμετείχε και στο ρεπορτάζ για τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, αφήνοντας πίσω του μια διαχρονική, βασική παρακαταθήκη για την ελληνική αστυνομική λογοτεχνία.

 

——————————————————————————
Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia