...
Ο γέγονε… Γέγονε |
Γεγονότα
1829 – Ο Γκίκας Βούλγαρης είναι ο πρώτος Έλληνας που πατά το πόδι του στην Αυστραλία. Ήταν από τους πρώτους Έλληνες που πάτησαν το πόδι τους στην Αυστραλία. Γνωστός στους Αυστραλούς της εποχής του ως “Τζίνγκερ”, είχε καταδικαστεί για πειρατεία μαζί με άλλα άτομα, στ’ ανοιχτά της Κρήτης.
Αρχικά, η καταδίκη του αφορούσε σε θάνατο και στη συνέχεια σε φυλάκιση και εξορία στην Αυστραλία.
Οι πρώτοι Έλληνες μετανάστες της Αυστραλίας ήταν ουσιαστικά οι επτά ναυτικοί που είχαν καταδικαστεί από βρετανικό ναυτικό δικαστήριο το 1829. Ειδικότερα επρόκειτο για τους Αντώνιο Μανώλη, Δαμιανό Νίνη, Γεώργιο Βασιλάκη, Γκίκα Βούλγαρη, Κωνταντίνο Στρόμπολη, Γεώργιο Λαρίτσο και Νικόλαο Παπανδρέα, μέλη του πληρώματος της σκούνας Ηρακλής.
Όλοι τους ήταν ναυτικοί από την Ύδρα που το 1827, στη διάρκεια της Επανάστασης, είχαν επιτεθεί σε βρετανικό πλοίο που μετέφερε εφόδια στην Αίγυπτο. Το 1836 τους δόθηκε αμνηστία και οι πέντε επέστρεψαν στην Ελλάδα. Παρέμειναν στην Αυστραλία ο Γκίκας Βούλγαρης, που είχε παντρευτεί την Ιρλανδή Mary Lyons, και ο Αντώνης Μανώλης που έκανε αγροτικές εργασίες.
Στα τέλη του 19ου αιώνα υπήρχαν στην Αυστραλία αρκετοί Έλληνες ώστε το 1898 ιδρύθηκε η πρώτη Ορθόδοξη Κοινότητα στη Νέα Νότια Ουαλία. Το 1899, σε συνεργασία με τους αραβόφωνους ορθοδόξους, ιδρύθηκε ο πρώτος χριστιανικός ναός στο νότιο ημισφαίριο, η Αγία Τριάδα.
1953 – Το βράδυ της 9ης Απριλίου του 1953 ο τότε υπουργός Συντονισμού της κυβέρνησης Παπάγου, Σπύρος Μαρκεζίνης ανακοίνωσε αιφνιδιαστικά την πρωτοφανή μείωση της αξίας της δραχμής κατά 50% έναντι του δολαρίου.
Η υποτίμηση του εθνικού νομίσματος έφερε θετικά αποτελέσματα στην ελληνική οικονομία, αλλά υπήρξαν και έντονες κριτικές για σκάνδαλο.
Στη ραδιοφωνική του δήλωση ο Μαρκεζίνης, ανήμερα των 44ων γενεθλίων του, ανέφερε ότι η υποτίμηση πραγματοποιήθηκε με στόχο την ενίσχυση του τουρισμού, την προσέλκυση ξένων κεφαλαίων, τον επαναπατρισμό ελληνικών κεφαλαίων και την προώθηση των επενδύσεων.
Ενάμιση χρόνο νωρίτερα στις βουλευτικές εκλογές είχε θριαμβεύσει ο «Ελληνικός Συναγερμός» και ο Παπάγος διόριζε υπερυπουργό τον Σπύρο Μαρκεζίνη.
Η παράτολμη αυτή ενέργεια θα αποδώσει, καθώς θα αυξηθούν οι εξαγωγές και ο τουρισμός, παρά τις περί του αντιθέτου προβλέψεις της αντιπολίτευσης.
Γεννήσεις
1855 – Παύλος Κουντουριώτης (9 Απριλίου 1855 − 22 Αυγούστου 1935[2]) ήταν Ναύαρχος του Βασιλικού Ναυτικού, Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού και Αρχηγός του Β΄ Στόλου κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους.
Συμμετείχε στην Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης ως μέλος της τριανδρίας και διετέλεσε δύο φορές Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
Γεννήθηκε στην Ύδρα και ήταν γιος του Θεοδώρου Κουντουριώτη, προξένου και Βουλευτή και της Λουκίας Νεγρεπόντη. Από την πλευρά του πατέρα του καταγόταν από την ναυτική οικογένεια Κουντουριώτη και ήταν εγγονός του Γεωργίου Κουντουριώτη, πλοιοκτήτη και πρωθυπουργού της Ελλάδας, καθώς και αδελφός του τραπεζίτη και πολιτικού Ιωάννη Κουντουριώτη, ενώ η μητέρα του Λουκία, από την χιώτικη οικογένεια Νεγρεπόντη, ήταν εγγονή του πρίγκιπα Κωνσταντίνου Χαντζερή, ηγεμόνα της Βλαχίας. Ακολουθώντας τη ναυτική παράδοση της οικογένειας, κατατάχθηκε το 1875 στο Βασιλικό Ναυτικό.
1933 – Ζαν Πολ Μπελμοντό. Γεννήθηκε στις 9 Απριλίου 1933 στο Νεϊγί-συρ-Σεν, βορειοδυτικά του Παρισιού μέσα σε καλλιτεχνική οικογένεια. Ο πατέρας του, Πολ Μπελμοντό, ήταν γλύπτης με ιταλικές ρίζες και η μητέρα ζωγράφος. Ωστόσο, ο μικρός Μπελμοντό δεν είχε φανερώσει καμία καλλιτεχνική κλίση στα εφηβικά του χρόνια. Αντιθέτως, έδειξε από την αρχή κλίση στα αθλητικά. Δεν τα πήγαινε καλά στο σχολείο και το πάθος του σε αυτή την ηλικία ήταν το μποξ και το ποδόσφαιρο, ενώ μάλιστα έκανε και προπονήσεις μποξ.
Αποφάσισε έτσι να γίνει πυγμάχος και στη σύντομη καριέρα του στα ρινγκ ήταν μάλιστα αήττητος. Το ντεμπούτο του το έκανε το 1949 ρίχνοντας νοκάουτ τον αντίπαλό του από τον πρώτο γύρο, αν και την επόμενη κιόλας χρονιά, συνειδητοποιώντας τις θυσίες που έπρεπε να κάνει για να γίνει επαγγελματίας, τα παράτησε.
Τότε στράφηκε στην υποκριτική και έγινε δεκτός στην Εθνική Σχολή Δραματικής Τέχνης του Παρισιού και αποφοιτώντας το 1956 βρήκε αμέσως δουλειά στο σινεμά.
Με ένα τσιγάρο μόνιμα στο στόμα του, ο Ζαν Πολ Μπελμοντό ξεκίνησε την καριέρα του το 1957 παίζοντας μερικά μικρορολάκια σε γαλλικές ταινίες της εποχής και βρέθηκε στην αντίπερα όχθη από τον υπερβολικά όμορφο Αλέν Ντελόν, με τους κριτικούς να χαρακτηρίζουν τον Μπελμοντό «γοητευτικά άσχημο» – αν και πολλές θαυμάστριές του και μη, θα διαφωνούσαν με αυτό.
Θάνατοι
1626 – Φράνσις Μπέικον. Ο Σερ Φράνσις Μπέικον, Υποκόμης του Σαιντ Ώλμπανς (Sir Francis Bacon, Viscount St. Albans, 22 Ιανουαρίου 1561 – 9 Απριλίου 1626) γνωστός στην ελληνική βιβλιογραφία και ως Φραγκίσκος Βάκων, ήταν Άγγλος φιλόσοφος, πολιτικός, επιστήμονας, συγγραφέας και δεξιοτέχνης στη χρήση της αγγλικής γλώσσας.
Μνημονεύεται για την ικανότητά του ως αγορητή στο κοινοβούλιο και σε περιώνυμες δίκες, καθώς και ως καγκελάριος του βασιλιά της Αγγλίας Ιακώβου Α’.
Επίσης θεωρήθηκε ως ο άνθρωπος που επιδίωξε την κατάκτηση όλης της σφαίρας της γνώσης και που ύστερα από μελέτη και επισκόπηση υποστήριξε νέους τρόπους για να μπορέσει ο άνθρωπος να επιβάλει έναν έλλογο έλεγχο πάνω στη φύση, προς δόξα του θεού και βελτίωση της θέσης του ανθρώπου πάνω στον κόσμο.
1886 – Γκιστάβ ντ’ Εστάλ, γάλλος συγγραφέας και φιλέλληνας. Ο Γκιστάβ Σελινγκμάν ντ’ Εστάλ (Gustave Selingman d’ Eichthal) γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου 1804 στο Νανσί της Γαλλίας. Έφερε τον τίτλο του βαρώνου, όπως και ο τραπεζίτης πατέρας του Λουί Ντ’ Εστάλ, ιδρυτής της ομώνυμης τράπεζας των Παρισίων. Εβραίος το θρήσκευμα, μεταστράφηκε στον Χριστιανισμό σε ηλικία 13 ετών.
Μετά την αποφοίτησή του από το Λύκειο μαθήτευσε κοντά στον Γάλλο θετικιστή φιλόσοφο Ογκίστ Κοντ (1798-1857), ο οποίος έθεσε τις βάσεις της Κοινωνιολογίας. Ο Κοντ τον μύησε στις δοξασίες του κόμη Σεν Σιμόν (1760-1825), ενός από τους πρώτους ουτοπικούς σοσιαλιστές.
Ο σενσιμονσιμός, όπως ονομάστηκε το δόγμα του, προπαγάνδιζε την πλήρη εξαφάνιση κάθε ιδιοκτησίας, που δεν αποτελούσε προϊόν εργασίας και επιζητούσε τη μετατροπή του κράτους από μέσο κυριαρχίας και διοίκησης προσώπων σε οργανωτή της παραγωγής και ρυθμιστή των πολιτικών και κοινωνικών πραγμάτων. Πίστευε ότι η εκβιομηχάνιση, που τότε αναπτυσσόταν, θα έλυνε κάποτε όλα τα κοινωνικά προβλήματα, με την αφθονία και αύξηση των παραγόμενων αγαθών μέσω των νέων τεχνολογιών και την αύξηση του ελεύθερου χρόνου των εργαζομένων, εξαιτίας της αυξημένης παραγωγής.
Πρέσβευε τις ιδέες του Σαιν Σιμόν, ενός συμπατριώτη του ουτοπικού σοσιαλιστή. Όταν μαθεύτηκε ότι ήταν σενσιμονιστής παύθηκε από τη θέση του και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ελλάδα.

