...
| Λευτέρης Τηλιγάδας |
Ο γάμος ως αθώωση… βιασμού
| Μια ιστορία που αποκαλύπτει τον θεσμικό σεξισμό
και τις κοινωνικές πιέσεις της μετεμφυλιακής Ελλάδας |
Ήταν κάποτε —και όχι τόσο παλιά όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε— που η δικαιοσύνη στην Ελλάδα λειτουργούσε σαν ένας περίτεχνος μηχανισμός αναπαλαίωσης των ηθών, όχι για να προστατεύει τα θύματα, αλλά για να τακτοποιεί τις «αταξίες», έτσι ώστε η κοινωνική πρόσοψη να μένει ανέπαφη. Η είδηση του 1959 από το Αγρίνιο, με το κακουργιοδικείο να προτρέπει έναν εικοσάχρονο κατηγορούμενο για βιασμό να νυμφευθεί την δεκαοκτάχρονη παθούσα για να απαλλαγεί, είναι ένα συμπύκνωμα μιας ολόκληρης εποχής, ένας καθρέφτης που θρυμματίζεται, εκθέτοντας τη γυμνή αλήθεια, ότι για δεκαετίες το σώμα της γυναίκας δεν ανήκε στην ίδια, αλλά στη δημόσια εικόνα της οικογένειας, του χωριού και της κοινότητας. Η έννοια της συναίνεσης, η ατομική αξιοπρέπεια, η έννοια του εγκλήματος ως προσβολή προς το πρόσωπο και όχι προς την «τιμή» του περιβάλλοντος, ήταν πολυτέλειες.
Ο «γάμος-εξιλέωση» λειτούργησε για δεκαετίες ως θεσμική στρέβλωση, ένα νομικό έθιμο που επέτρεπε στον δράστη να μεταπηδά από το εδώλιο στο γάμο και από εκεί στην αθώωση. Η ποινική δίωξη ακυρωνόταν όχι επειδή το δικαστήριο έκρινε την πράξη ανύπαρκτη ή επειδή τα στοιχεία ήταν ελλιπή, αλλά επειδή το θύμα «διορθώθηκε». Η βία μεταμορφωνόταν δια μαγείας σε συζυγική υποχρέωση, κι αυτό λογιζόταν ως απονομή δικαιοσύνης. Στο βάθος αυτού του τελετουργικού σωφρονισμού κρύβεται η σιωπηλή αλλά πανίσχυρη ιδεολογία της εποχής: ο βιασμός δεν θεωρούνταν πρωτίστως εγκληματική πράξη, αλλά προσβολή της κοινωνικής υπόστασης της γυναίκας, την οποία μπορούσε να «επανορθώσει» ο ίδιος ο δράστης. Και το δικαστήριο, αντί να υψώσει φραγμό, λειτουργούσε ως κυβερνήτης αυτού του παρωχημένου κόσμου.
Η περίπτωση του Γ. Γρ…πούλου και της Μ. Μ…ρα δεν είναι μεμονωμένη, είναι όμως χαρακτηριστική. Η κοπέλα, δεμένη μέσα στο πλέγμα των κοινωνικών πιέσεων, ίσως χωρίς πραγματική δυνατότητα άρνησης, οδηγείται στον γάμο με τον άντρα που κατήγγειλε ως βιαστή της. Η δικαστική απόφαση, που ακολούθησε τη γαμήλια τελετή, είναι ηθικά αποκαλυπτική. Η δικαιοσύνη έπαυε να λειτουργεί την ίδια στιγμή που υποδείκνυε τον γάμο, έχοντας τη βεβαιότητα ότι το καθήκον της πλέον είχε τελειώσει. Όμως αυτό που για την ίδια φαινόταν λύση, για τη νέα γυναίκα ενδέχεται να ήταν μια νέα μορφή εγκλωβισμού.
Εάν θέλουμε να μην είμαστε απλώς αναδρομικά επικριτικοί, πρέπει να αντιμετωπίσουμε αυτήν την υπόθεση όχι ως ιστορικό παράδοξο αλλά ως ζωντανό υπόμνημα, ότι ο θεσμικός σεξισμός δεν εξαλείφεται επειδή αλλάζουν οι νόμοι, αλλά μόνο όταν αλλάζει η συνείδηση που τους κινεί. Η κοινωνία εκείνης της εποχής (ακόμα – ακόμα και η σημερινή πολλές φορές) είχε μάθει να αντιλαμβάνεται τις γυναίκες ως υποκείμενα τιμής και όχι ως υποκείμενα δικαίου. Αυτό ήταν το πραγματικό σκάνδαλο: όχι μόνο η απόφαση, αλλά και η αυτονόητη φυσικότητα με την οποία εκδόθηκε.
Πολλοί από τους μηχανισμούς που επέτρεπαν τέτοιες αποφάσεις εξακολουθούν να κρύβονται στις ρωγμές της σημερινής κοινωνίας, στα στερεότυπα που επιβιώνουν, στις έμφυλες προκαταλήψεις που αναπαράγονται, στη δυσπιστία απέναντι στις καταγγελίες των θυμάτων. Η τότε απόφαση του κακουργιοδικείου Αγρινίου, μας καλεί να διαλύσουμε κάθε ίχνος εκείνης της λογικής από τον δημόσιο βίο. Το χρωστάμε όχι μόνο στη Μ. Μ…ρα του 1959, αλλά και σε κάθε γυναίκα που ακόμη παλεύει να ακουστεί χωρίς να πρέπει να «διορθώσει» το ίδιο της το τραύμα για να δικαιωθεί.
Φωτογραφία: Σύνθεση εικόνων (Αίθουσα δικαστηρίου και ζευγάρι)
——————————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον
και όχι για να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν


