...
| Ηλίας Γιαννακόπουλος |

«Αχ, πού ’σαι, νιότη…»
| «Όταν είναι κανείς πολύ νέος, είναι πολύ νωρίς.
Όταν είναι γέρος, είναι πολύ αργά»* |
Κάθε τέλος του χρόνου πολλοί είναι αυτοί που συνηθίζουν να κοιτάζουν παλιές φωτογραφίες, ορμώμενοι από μια μυστηριώδη και ακατανόητη δύναμη, στην οποία είναι δύσκολο να αντισταθούν. Κι αν κάποιος προσπαθήσει να ξεφύγει από αυτή τη συνήθεια, είναι το Facebook που του θυμίζει αυτό το «χρέος». Χρέος, όμως, σε τι και προς τι; Ποια εσωτερική ανάγκη είναι αυτή που κανοναρχεί κάθε πράξη μας αυτές τις ημέρες του χρόνου και μας ωθεί να εστιάζουμε την προσοχή και το ενδιαφέρον μας στις παλιές φωτογραφίες; Αλήθεια, τι περιμένουμε από αυτές; Το μόνο που θα νιώσεις βλέποντάς τες είναι να μελαγχολήσεις και, μοιραία, στη μνήμη σου θα έρθει ο γνωστός αφορισμός του Κ. Βάρναλη: «Αχ, πού ’σαι, νιότη που ’δειχνες πως θα γινόμουν άλλος!»
Δεν μπορώ να ξέρω τι αισθανόταν εκείνη τη στιγμή ο ποιητής και εκφράστηκε με αυτούς τους στίχους. Οι περισσότεροι, σίγουρα, βλέποντας τις φωτογραφίες της νιότης τους, κάπου κυριεύονται από ένα παράπονο, από μια πίκρα ή και από μια μελαγχολία. Παράπονο, πίκρα και μελαγχολία για τις χαμένες προσδοκίες, τα ανεκπλήρωτα όνειρα και τις φρούδες ελπίδες. Για τις ατέλειωτες διαψεύσεις και ματαιώσεις όλων εκείνων που αποτέλεσαν τον κινητήριο μοχλό της νιότης τους. Στην πίκρα και στη μελαγχολία, κάπου-κάπου, προστίθεται και η οργή για τον χρόνο τον «ψεύτη», που άλλα μας έταξε και άλλα μας έδωσε. Τον χρόνο τον «κλέφτη», που μας «κλέβει τη ζωή» και μας ξεγελά, λέγοντάς μας συνεχώς ή αφήνοντάς μας να πιστεύουμε πως «έχουμε κι άλλο χρόνο».
Η Λογική, ο Καβάφης και ο Χρόνος
Τα ίδια, όμως, ψέματα φαίνεται πως ακούγαμε και από τη λογική μας, που πάντοτε στέκεται εμπόδιο στο να ζήσουμε ή και να διεκδικήσουμε αυτό που ποθεί κατάβαθα η ψυχή μας. Πάντοτε η Λογική και το Συναίσθημα, οι δύο αρχέγονες δυνάμεις της ανθρώπινης ύπαρξης, δεν μπόρεσαν να ισορροπήσουν στον χρόνο, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να αισθάνεται πως είναι ο αδικημένος και ο χαμένος της σύγκρουσής τους.
Κάπως έτσι ένιωθε και ο Καβάφης, όταν στο ποίημά του «Ένας γέρος» έγραφε:
«Και συλλογιέται η Φρόνησις πως τον εγέλα,
και πως την εμπιστευόταν πάντα — τι τρέλα! —
την ψεύτρα που έλεγε: Έχεις πολύν καιρό».
Και τώρα που έφυγαν τα χρόνια και ζούμε μόνο με τη μνήμη και τη νοσταλγία — που άλλοτε είναι βάλσαμο για την ψυχή μας και άλλοτε μια ελπίδα και προσδοκία πως ίσως κάποια όνειρά μας θα δικαιωθούν. Κι αυτό γιατί κανείς δεν μπορεί να αποδεχτεί αδιαμαρτύρητα την ήττα του από τα ψεύδη και τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις του Χρόνου και της Λογικής. Ίσως ο Ελύτης αυτό να εννοούσε όταν έγραφε και προειδοποιούσε:
«Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση».
Ο άνθρωπος απέναντι στον Χρόνο
Βέβαια, κάποιος θα μπορούσε να αντιτείνει πως ο καθένας μας πρέπει να συμβιβάζεται με την πραγματικότητα των γηρατειών και να μην αναλώνεται σε μια μάταιη αντιμαχία με τον πανδαμάτορα και ολετήρα Χρόνο. Η νιότη είναι εγωιστική και ποτέ δεν μπορεί να καταλάβει ή να αποδεχτεί πως το ηλιοβασίλεμα, το σούρουπο και η νύχτα αποτελούν μια νομοτέλεια της ζωής μας.
«Μέμνησο νέος ὢν, ὡς γέρων ἔσῃ ποτέ» (Μένανδρος).
Αν κάποιος προσπαθήσει να καταγράψει με ακρίβεια τις διαψεύσεις και τις ματαιώσεις των ελπίδων και των ονείρων της νιότης του, ίσως να χαρακτηριζόταν και ως αιθεροβάμων ή και ως άτομο με υψηλή δόση οίησης και μεγαλαυχίας. Κι αυτό γιατί ο άνθρωπος δεν κρίνεται από τα όνειρα και τις ελπίδες για τη ζωή του, αλλά από αυτά που πέτυχε και κατέκτησε. Δεν αξιολογείται από ποιες κορυφές λαχτάρησε να φτάσει, αλλά από εκείνες που κατέκτησε.
Στη ζωή μας πολλά περιμένουμε να έρθουν και πάνω σε αυτά χτίζουμε τις προσδοκίες μας για μια άλλη ζωή. Άλλοι βιάζονται να τα κατακτήσουν κι άλλοι αφήνονται στη μεγαθυμία του χρόνου ή στην εύνοια της τύχης. Υπάρχουν, όμως, και οι ακίνητοι και οι αδρανείς, που αφήνονται μοιραίοι στην κλεψύδρα του χρόνου.
Ίσως, στον τρόπο που αντιμετωπίζουν την κίνηση του χρόνου, θα μπορούσε να προστεθεί και μια άλλη ομάδα ανθρώπων, που δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να περιμένουν κάποιον που θα αλλάξει τη ζωή τους. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν οι απαισιόδοξοι και όσοι διακρίνονται από μειωμένη εκτίμηση για τον εαυτό τους και περιμένουν τα πάντα από κάποιον άλλον, έξω από τους ίδιους.
Αυτοί οι τύποι ανθρώπου μάς θυμίζουν τους δύο πρωταγωνιστές του έργου του Μπέκετ «Περιμένοντας τον Γκοντό». Ο Βλαδίμηρος και ο Εστραγκόν, κάτω από ένα δέντρο, για πολύ — απροσδιόριστο — χρόνο, περιμένουν κάποιον Γκοντό, που θεωρούν πως θα αποτελέσει την ευκαιρία για την έναρξη της ζωής τους ή για μια, έστω, άλλη πορεία. Το περίεργο είναι, όμως, πως αυτοί οι δύο άνθρωποι-ήρωες του έργου δεν γνωρίζουν το πρόσωπο του Γκοντό. Απλώς τον περιμένουν.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και σε πολλούς από εμάς, που αφήνουμε τον χρόνο να περνά περιμένοντας να έρθει κάποιος ή κάτι που θα μας ξυπνήσει. Δεν είναι, βέβαια, λίγες οι φορές που ίσως αυτόν τον κάποιον όχι μόνο δεν τον γνωρίζουμε, αλλά ίσως — ίσως — και να μη θέλουμε να έρθει. Είναι αυτοί οι άνθρωποι που αρέσκονται απλώς στο να «περιμένουν».
Ο Όργουελ για τον Χρόνο
Όπως, όμως, προείπαμε, η ενασχόληση με παλιές φωτογραφίες δεν προκαλεί μόνο μελαγχολία και δεν τροφοδοτεί μόνο τη νοσταλγία μας για εκείνα τα ωραία που πέρασαν ανεπιστρεπτί, αλλά διακονεί και την επιθυμία μας να προβλέψουμε ή, τουλάχιστον, να αποφύγουμε τα χειρότερα για το μέλλον. Γιατί, σύμφωνα και με τον Όργουελ («1984»): «Όποιος ελέγχει το παρελθόν, ελέγχει το μέλλον. Όποιος ελέγχει το παρόν, ελέγχει το παρελθόν».
Η διδαχή του Χρόνου
Να, λοιπόν, που μια παλιά συνήθεια, επιβεβλημένη από τον χρόνο (αρχή του νέου έτους / παλιές φωτογραφίες), μπορεί να αποβεί πολλαπλά ωφέλιμη, αφού ενεργοποιεί μια καταχρηστική λειτουργία της μνήμης και των συνειρμών. Αλλιώς, πώς θα πετυχαίναμε μια απρόσμενη συνάντηση και συζήτηση για τον χρόνο μεταξύ ανθρώπων που, το πιο πιθανό (αν όχι βέβαιο), δεν γνωρίζονται μεταξύ τους;
Πώς αλλιώς, δηλαδή, ο Βάρναλης, ο Καβάφης, ο Μένανδρος, ο Μπέκετ και ο Όργουελ θα μας δίδασκαν τον τρόπο διαχείρισης του χρόνου, τώρα που αυτός περνά δίπλα μας αδιαφορώντας για τα δικά μας προβλήματα και συναισθήματα;
Έστω και τώρα, όμως, κοιτάζοντας τις παλιές φωτογραφίες μας, μπορούμε ακόμη κάτι να πετύχουμε από όλα εκείνα που ονειρευτήκαμε στη νιότη μας.
Και το κυριότερο — και αυτό να διδάσκουμε στη νέα γενιά — πως για τις δικές μας διαψεύσεις, ματαιώσεις, αναβολές και αποτυχίες δεν φταίει μόνο ο χρόνος, αλλά κι εμείς που τον αφήσαμε «να κλέβει τη ζωή μας», όπως μας υπενθυμίζει πάντα ένα παλιό τραγούδι («Να μείνουμε πάντα παιδιά»).
«Εκδιδάσκει πάνθ’ ὁ γηράσκων χρόνος»
(Αισχύλος).
————————————————————
*(Διογένης)

