...
Α. Τάσσος
(κατά κόσμον Αναστάσιος Αλεβίζος)

|«Όρθιοι ως το τέλος» |
«Οι άνθρωποι που κινούνται στα έργα μου
σηκώνουν το βάρος της σκλαβιάς και της τυραννίας.
Αλλά είναι τόσο αλύγιστοι εκφραστικά,
που δεν μπορούν παρά να μένουν όρθιοι ως το τέλος»|
Γεννημένος στη Λευκοχώρα της Μεσσήνης, ανήμερα της 25ης Μαρτίου 1914, ο Αναστάσιος Αλεβίζος, που έφυγε από τη ζωή στις 13 Οκτώβρη του 1985, κουβαλούσε από τη γέννησή του ένα διπλό φορτίο: το βάρος μιας ιστορικής καταγωγής –γιος βασιλόφρονα αγρότη, απογόνου οπλαρχηγών του ’21– και την ασίγαστη ανάγκη να ερμηνεύσει τον κόσμο μέσα από τη γραμμή και το φως. Το 1918, μαζί με τη μητέρα του Σταυρούλα και τον αδελφό του Πάτροκλο, μετακομίζουν στο Δουργούτι, ακολουθώντας τον πατέρα του, Αντώνη, που είχε ήδη εγκατασταθεί εκεί αναζητώντας καλύτερη τύχη.
Στο σχολείο ξεχωρίζει για την ικανότητά του στο σχέδιο. Ο φιλόλογος και θεατρολόγος Γιάννης Σιδέρης αναγνωρίζει το ταλέντο του και τον φέρνει σε επαφή με τον κομμουνιστή ζωγράφο Γιώργο Κωτσάκη, ο οποίος του δίνει τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής. Παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του, ο νεαρός Τάσσος δίνει εξετάσεις στη Σχολή Καλών Τεχνών το 1930 και γίνεται δεκτός σε ηλικία μόλις δεκαέξι ετών. Μαθητεύει στη γλυπτική και τη ζωγραφική πλάι στους Επαμεινώνδα Θωμόπουλο, Ουμβέρτο Αργυρό και Κωνσταντίνο Παρθένη, ενώ από το 1933 ώς το 1939 διδάσκεται χαρακτική από τον μαρξιστή δάσκαλο Γιάννη Κεφαλληνό, που θα καθορίσει για πάντα την πορεία του.
Ο πρώτος κύκλος: Η τέχνη και η στράτευση
Από τα μαθητικά του χρόνια ο Τάσσος βρίσκεται κοντά στο εργατικό κίνημα. Το 1930, παραμονές Πρωτομαγιάς, συλλαμβάνεται «προληπτικά» και παραδίδεται στον πατέρα του με τη σύσταση να συμμορφωθεί. «Και συμμορφώθηκα», θα πει αργότερα με το γνώριμο χαμόγελό του, «την άλλη μέρα κιόλας έγινα μέλος της ΟΚΝΕ». Από εκείνη τη στιγμή η τέχνη και η πολιτική του ταυτότητα θα πορευτούν μαζί, αδιαχώριστες.

Το 1938 κερδίζει το Α΄ Βραβείο Χαρακτικής στην Πανελλήνια Έκθεση Κλασικών Τεχνών, παρουσιάζοντας έξι μεγάλες ξυλογραφίες. Δύο χρόνια αργότερα θα τιμηθεί με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Χαρακτικής, αλλά οι τιμές δεν θα τον προστατέψουν από τις διώξεις. Ο Μεταξάς τον συλλαμβάνει μετά την περίφημη αφίσα του με τον τσολιά που δείχνει με το δάχτυλο ρωτώντας: «Εσύ τι έδωσες;». Η αφίσα, που ο ίδιος ο δικτάτορας είχε εγκρίνει, βρέθηκε πάνω στον τάφο του λίγους μήνες μετά τον θάνατό του – και ο δημιουργός της έγινε ο πρώτος ύποπτος.
Στην Αντίσταση με τη χαρακτική ως όπλο
Με την εισβολή των Γερμανών και την ίδρυση του ΕΑΜ, ο Τάσσος θα σταθεί στην πρώτη γραμμή του ΕΑΜ Καλλιτεχνών, μαζί με τη σύντροφό του στη ζωή και στην τέχνη, τη Λουκία Μαγγιώρου, και μια πλειάδα δημιουργών – τη Βάσω Κατράκη, τον Κώστα Γραμματόπουλο, τον Γιώργο Γουναρόπουλο, τον Αγήνορα Αστεριάδη. Η τέχνη γίνεται εργαλείο Αντίστασης: ξυλογραφίες, προκηρύξεις, αφίσες, εικόνες του λαού που αγωνίζεται.

Το 1944, το ΕΑΜ Καλλιτεχνών αποφασίζει να συμμετάσχει στην Πανελλήνια Έκθεση, προκαλώντας την οργή των κατακτητών. Οι Γερμανοί την κλείνουν και ρίχνουν στα κελιά των φυλακών Αβέρωφ τους Τάσσο, Κεφαλληνό, Κορογιαννάκη και Κανά. Η κατακραυγή του καλλιτεχνικού κόσμου οδηγεί στην αποφυλάκισή τους, αλλά το μήνυμα έχει ήδη σταλεί: η τέχνη μπορεί να είναι επικίνδυνη, όταν μιλά για την ελευθερία.
Μετά την Κατοχή: η τέχνη του βιβλίου
Μετά την Απελευθέρωση, ο Τάσσος στρέφεται σε νέες θεματικές. Οι νεκρές φύσεις, τα γυμνά και τα πορτρέτα παίρνουν θέση δίπλα στα έργα της Αντίστασης, ενώ αρχίζει να χρησιμοποιεί χρώμα. Το 1946 αναλαμβάνει την καλλιτεχνική διεύθυνση των εκδόσεων του ΚΚΕ, Τα Νέα Βιβλία, και μετά το κλείσιμό τους, συνεργάζεται με τον Οργανισμό Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων, εικονογραφώντας σχολικά αναγνώσματα που μεγάλωσαν γενιές μαθητών.

Ο Τάκης Κατσουλίδης, μαθητής και φίλος του, θα γράψει αργότερα: «Ο τρόπος που ξεφύλλιζε το βιβλίο έδειχνε τον άνθρωπο που αγαπούσε το υλικό, το χαρτί, που ριγούσε τη στιγμή που έβγαινε το πρώτο τύπωμα». Το 1948 αναλαμβάνει καλλιτεχνικός σύμβουλος του λιθογραφείου Ασπιώτη–Έλκα και δύο χρόνια αργότερα συγκαταλέγεται στα ιδρυτικά μέλη της ομάδας «Στάθμη», που συνεχίζει το όραμα του ΕΑΜ Καλλιτεχνών: η τέχνη για όλους, η τέχνη ως πράξη κοινωνικής ευθύνης.
Το μαύρο και το άσπρο – η ουσία της μορφής
Στα τέλη της δεκαετίας του ’50, ο Τάσσος εγκαταλείπει το χρώμα και αφοσιώνεται στο ασπρόμαυρο. Όπως σημειώνει ο ιστορικός τέχνης Γιάννης Μπόλης, «αντιλαμβάνεται ότι το άσπρο και το μαύρο είναι ο πυρήνας της τέχνης του». Οι γραμμές γίνονται πιο αδρές, τα πρόσωπα σκληραίνουν, οι φιγούρες στριμώχνονται μέσα σε στενά περιγράμματα. Είναι η εποχή που ο καλλιτέχνης ωριμάζει, αποτυπώνοντας τη συνείδηση ενός λαού που παλεύει ανάμεσα στη λύπη και την αντοχή.

Παράλληλα, από το 1954 έως το 1967, συνεργάζεται με τα Ελληνικά Ταχυδρομεία, σχεδιάζοντας γραμματόσημα που έγιναν μικρά έργα τέχνης, ενώ από το 1962 εργάζεται και για την Κυπριακή Δημοκρατία. Δημιουργεί επίσης αγιογραφίες και μετάλλια, διευρύνοντας συνεχώς τα όρια της χαρακτικής.
Η δικτατορία και η «εσωτερική εξορία»
Με την επιβολή της χούντας, ο Τάσσος αποσύρεται στο Πεταλίδι Μεσσηνίας. Η «αυτοεξορία» του δεν είναι σιωπή αλλά στοχασμός. Στα έργα αυτής της περιόδου η Αντίσταση, το Πολυτεχνείο, η Κύπρος και το Βιετνάμ συναντιούνται στο ίδιο ιδεολογικό τοπίο. «Ήμουν πάντα στρατευμένος καλλιτέχνης», θα πει, «όχι από καθήκον, αλλά από ανάγκη να μιλώ για τον άνθρωπο».
Με τη Μεταπολίτευση, το 1975, εκθέτει 125 έργα του στην Εθνική Πινακοθήκη και δωρίζει 150 χαρακτικά της συλλογής του. Δύο χρόνια αργότερα πρωτοστατεί στην ίδρυση της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης – «το νέο αγωνιστικό ταμπούρι», όπως τη χαρακτήριζε. Ήθελε η τέχνη να φτάσει «μέχρι το τελευταίο ελληνικό χωριό».

Η παρακαταθήκη
Κατά τη διάρκεια της ζωής του, ο Τάσσος πραγματοποίησε δεκαοκτώ ατομικές εκθέσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό, απέσπασε δέκα διεθνή βραβεία και αναγορεύτηκε επίτιμος ακαδημαϊκός της Accademia del Arte del Disegno της Φλωρεντίας.
Ο Τάκης Κατσουλίδης θα γράψει μετά τον θάνατό του, στο περιοδικό Τέχνη και Λόγος: «Η καλλιτεχνική του δημιουργία ξεκινά ανάμεσα από δυο πολέμους και μια δικτατορία, συνεχίζεται μέσα από τον Β’ Παγκόσμιο και τον Εμφύλιο, ξαναδοκιμάζεται από μια δεύτερη δικτατορία και φτάνει μέχρι σήμερα, καταγράφοντας τα πάθη, τις χαρές και τις βιαιότητες μιας ρευστής κοινωνίας. Ο Τάσσος, σαν κοινωνικός σεισμογράφος, χαράζει ό,τι τον συγκινεί. Η εκρηκτικότητα του άσπρου και του μαύρου τον κάνει μοναδικό».
Στην Ελλάδα της μετεμφυλιακής λήθης και της δικτατορικής σιωπής, ο Τάσσος συνέχισε να χαράζει μορφές λαϊκών ανθρώπων, εργατών, γυναικών, προσώπων που αντιστέκονται. Με το κοπίδι του χάραζε όχι μόνο το ξύλο, αλλά και τη μνήμη. Και εκεί, ανάμεσα στις γραμμές του μαύρου και του λευκού, σώζεται ίσως το πιο βαθύ του μήνυμα: πως η τέχνη δεν είναι ποτέ ουδέτερη, αλλά μια πράξη ελευθερίας.
Σε ένα από τα τελευταία του κείμενα, στις 29 Μάρτη του 1985, για το πώς εκτιμούσε ο ίδιος την πορεία του και τη ζωή του ανάμεσα σε άλλα έγραφε: «Και τώρα σε πλήρη ωριμότητα συνεχίζουμε με τον ίδιο ενθουσιασμό, τα ίδια ιδανικά, την αλληλοεκτίμηση και την αγάπη για να πορευόμαστε στη ζωή, στους κοινωνικούς αγώνες και την τέχνη. Τι θα ήθελα αναλογιζόμενος την πορεία μου στη ζωή και στην τέχνη, να ‘ρχιζα τώρα από την αρχή με τις γνώσεις που έχω συσσωρεύσει και με την τεράστια πείρα μου, με το ταλέντο αυτό που διαθέτω. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι η τροχιά μου θα ήταν μακρύτερη και πολλά περισσότερα θα πρόσφερα στη ζωή και στην τέχνη και στην ειρήνη κι όμως για όλα αυτά ο αγώνας συνεχίζεται».
————————————————————————————————————————-
Πηγές: https://www.atassos.gr/, https://el.wikipedia.org/wiki/
——–————————————————
Επιμέλεια: Lef.T

