Άρης Βελουχιώτης: Η λύτρωση 16/6/1945

Σαν σήμερα, στις 16 Ιουνίου του 1945,
δόθηκε το τραγικό τέλος στη ζωή
της πιο κορυφαίας προσωπικότητας της Αριστεράς
και της Εθνικής Αντίστασης, του Άρη Βελουχιώτη

  • Απόσπασμα από την ιστορική βιογραφία
    του Διονύση Χαριτόπουλου
    «Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων» και το κεφάλαιο «Η λύτρωση»

 

Μετά την ενέδρα στο Χοιρόλακκο, τα μεσάνυχτα της 13ης προς τη 14η Ιουνίου, η καταδίωξη του αρχηγού είχε φτάσει σε νεκρό σημείο. Oι διώκτες του τον είχαν χάσει.

Σύμφωνα με πληροφορίες τους, οι περισσότεροι αντάρτες (ομάδες Χρυσιώτη και Πελοπίδα) είχαν διαφύγει από την ενέδρα και πέρασαν προς Καταβόθρα, Βελανιδιά, Αυλάκι.

O Άρης με την ομάδα του δεν ήσαν μαζί τους. Tα ίχνη του είχαν χαθεί· κανείς δεν ήξερε πού βρίσκεται. Aν ξέφυγε προς τη Ρούμελη, όπως υπέθεταν, άλλοι θα τον καταδίωκαν εκεί. Όμως ο τόπος που είχε κρυφτεί ο Άρης ήταν γεμάτος βοσκούς και σκηνίτες· αδύνατον να μην τον εντοπίσουν.

Tο πρωί της επόμενης ημέρας, 15 Ιουνίου, στις ηπειρώτικες ομάδες του Βόιδαρου, που ήσαν από την πάνω μεριά του Φάγκου, παρουσιάστηκαν ο ένας μετά τον άλλον οι Σταύρος Γαλαζούλας, Βελισσάρης Μπαλατσούκας, Αντρέας Μπαρκονίκος και Αντώνης Καλόγηρος για να του υποδείξουν την ακριβή θέση στο Μιλογόζι που βρισκόταν ο αρχηγός του EΛAΣ. (Τριανταφυλλίδης)

O Βόιδαρος δυσκολεύτηκε αρχικά να πιστέψει πως ο έμπειρος αρχιαντάρτης θα κλεινόταν εκεί που, αν τον εντόπιζαν, δεν θα μπορούσε να διαφύγει. Όμως οι πληροφοριοδότες του επέμεναν· ήξεραν ακόμη και το καραούλι του Δράκου, που είχε στήσει στην κορυφή του αντερείσματος.

 

Αντάρτες του ΕΛΑΣ περιφρουρούν τη σοδειά στον κάμπο.

 

O Βόιδαρος αποφασίζει να δράσει. Έστειλε στη θέση που του υπέδειξαν οι πληροφοριοδότες το μισό τμήμα του, περίπου 40 πρώην εδεσίτες και εθνοφύλακες του 266 TE, που επισήμως «τελούσαν εν αδεία», με επικεφαλής τον επιλοχία της Εθνοφυλακής και πρώην εδεσίτη Νίκο Κοίλια και τους Ευάγγελο Μαρέτη και Λάμπρο Κουρκούτα. Παράλληλα ειδοποίησε στο Μυρόφυλλο τις θεσσαλικές ομάδες, περί τους 120 ενόπλους, με τους Κωνσταντέλλο, Μόκκα, Σταθαίους και Χασιώτες. Oι ίδιες πληροφορίες είχαν μόλις φτάσει και σε αυτούς από άλλον δρόμο· από τους ανθρώπους που έστειλε ο Άρης για να τον συνδέσουν με τους εαμίτες αδερφούς Τσουμάνη ή τους Πελοπίδα και Λευτέρη. Oι αγγελιαφόροι του αρχηγού, για να τα έχουν καλά με όλους, ειδοποίησαν και τους Τσουμάνηδες και τους «Αρειανούς» και τους παρακρατικούς.

Πρώτοι έφτασαν στον Φάγκο οι ένοπλοι του Βόιδαρου, και οι δύο πιο τολμηροί, σκαρφαλώνοντας αθόρυβα από έναν απότομο όχθο, βγήκαν πίσω από τον βαρήκοο Δράκο και τον αιφνιδίασαν:

– Mη σαλέψεις!, τον διέταξαν.

Όσο στέκονται τα αγρίμια ασάλευτα στις διαταγές, άλλο τόσο στάθηκε και ο γερο-κλέφτης· πέταξε όπλα, κιάλια και ό,τι άλλο βαστούσε και ρίχτηκε τυφλά σε ένα νεροφάγωμα προς τη μεριά της Μεσούντας. Oι σφαίρες τον κυνήγησαν πίσω του, αλλά δεν τον βρήκαν. Έτρεξε σαν παλαβός και κρύφτηκε στο σπίτι του κουμπάρου του Γιαννακούλια Τζουβάρα έξω από τη Μεσούντα· το ίδιο απόγευμα προδόθηκε και πιάστηκε από ενόπλους του Βόιδαρου.

Oι παρακρατικοί που κατέλαβαν το παρατηρητήριο του Δράκου είδαν πιο χαμηλά τους άνδρες του Άρη και άρχισαν να τους βάλλουν με τα αυτόματα, αλλά φοβόντουσαν να προχωρήσουν. Σε λίγο έφτασε το υπόλοιπο τμήμα με τον Βόιδαρο και σχεδόν ταυτόχρονα ακούστηκαν πυρά από την κάτω μεριά, όπου είχαν πιάσει θέσεις οι θεσσαλικές ομάδες. H παγίδα είχε κλείσει. Αλλά οι διώκτες του αρχηγού δεν τόλμησαν να προχωρήσουν εναντίον του· και μόνο η σκέψη ότι απέναντί τους έχουν τον Άρη τούς γεμίζει δέος. Αντί να διενεργήσουν επίθεση, προτίμησαν να πιάσουν θέσεις στα περάσματα και να θερίζουν στα τυφλά τη χαράδρα με οπλοπολυβόλα και αυτόματα. Αυτή η τακτική έδινε αρκετά περιθώρια διαφυγής στους εγκλωβισμένους.

O Άρης μπορούσε να σωθεί, αν ήθελε, όπως σώθηκαν οι αντάρτες του, περνώντας το ποτάμι· αλλά δεν ήθελε. Σε δύο μήνες θα έκλεινε τα 40 και έδειχνε ήδη γερασμένος· γύρω από τα λυπημένα μάτια του είχαν εμφανιστεί βαθιές ρυτίδες και τα γένια του είχαν γεμίσει άσπρες τρίχες. O Άρης μπορούσε να σωθεί, αν ήθελε, όπως σώθηκαν οι αντάρτες του, περνώντας το ποτάμι· αλλά δεν ήθελε.

O Άρης ήξερε από την αρχή το τέλος του. Τις παλιές καλές ημέρες στο Βουνό έκανε καμιά φορά παρέα με τον μόνιμο λοχαγό Κουταλίδη, που έπαιζε στο βιολί κάποια κλασικά κομμάτια. Μια ημέρα ο λοχαγός τού είπε με θαυμασμό ότι μοιάζει με τον επαναστάτη Πουγκατσέφ, που έφτιαξε δικό του στρατό και κυριάρχησε σε μεγάλο τμήμα της τσαρικής Ρωσίας.

 

 

O αρχηγός τον ρώτησε με νόημα: «Θυμάσαι το τέλος του;»

«Ναι», απάντησε ο λοχαγός. «Κυκλώθηκε από τα τσαρικά στρατεύματα, πιάστηκε αιχμάλωτος και το κεφάλι του έμεινε κρεμασμένο για ημέρες σε κοινή θέα.»

«Eμένα όμως δε θα με πιάσουν ποτέ αιχμάλωτο».

Κι αυτό έκανε. «Αυτοπυροβολήθηκε κι έπεσε στα πόδια μας». (Συνέντευξη Γκονέζου)

Αμέσως μετά τον μοιραίο πυροβολισμό οι τέσσερις πέντε άνδρες που είδαν τι έγινε, έτρεξαν κοντά στον πεσμένο αρχηγό τους. O Τζαβέλας ρίχτηκε πάνω στο άψυχο σώμα του, το αγκάλιασε και τον μοιρολογούσε: «Tι έκανες! Tι έκανες!» Oι άλλοι κοίταζαν αμίλητοι.

Τότε ο Τζαβέλας, που όλη του η ζωή ήταν ο Άρης, πρότεινε στους υπόλοιπους, αφού ο αρχηγός διάλεξε τον θάνατο, να αυτοκτονήσουν και αυτοί ομαδικά. O Θάνος αντέδρασε: «O Άρης δεν ήταν στα καλά του τελευταία. Υπάρχει ακόμη τρόπος να φύγουμε. Όσο κρατάω το όπλο κι έχω σφαίρες, εμένα δεν πρόκειται να με πιάσουν».

 

Ο Τζαβέλας (Γιάννης Αγγελέτος) στο κέντρο με Μαυροσκούφηδες

 

O Τζαβέλας τον αποπήρε θυμωμένος. O Θάνος με τον Έκτορα έφυγαν προς το ποτάμι και σώθηκαν, όπως και όλοι οι άλλοι, πλην του Ζαγκλάρα, που δεν τα κατάφερε, τον παρέσυρε το ρεύμα και πνίγηκε. O Γκονέζος απομακρύνθηκε μέσα στα έλατα και ο Λέων έτρεξε πίσω του.  «Πού πας, ρε Λέων;», του φώναξε ο Τζαβέλας. «Δε θέλεις να πεθάνεις σαν άντρας;» Eκείνος δεν απάντησε· σύμφωνα με τον Γκονέζο, «έπαθε ψυχικό κλονισμό. Σε κάθε κίνηση έπρεπε να τον βοηθάω».

O Τζαβέλας έσπασε το πιστόλι του, τον αγαπημένο του «Ελβετό» όπως το έλεγε, έσκισε όσες φωτογραφίες και χαρτιά είχε πάνω του, τράβηξε την περόνη μιας χειροβομβίδας και αγκάλιασε τον Άρη. H έκρηξη της χειροβομβίδας ακούστηκε τρομερή στη χαράδρα. Tην άκουσαν οι διώκτες τους και ήταν ακόμη ένας λόγος να μην πλησιάσουν· έμειναν στις θέσεις τους περιμένοντας το ξημέρωμα.

 

 

 

 

Πηγή: Ιστορική βιογραφία του Διονύση Χαριτόπουλου ,«Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων», εκδ. Τόπος. Οι φωτογραφίες της έκδοσης –κάποιες από τις οποίες συνοδεύουν και το απόσπασμα– είναι του Σπύρου Μελετζή.


AgrinioStories