16 Αυγούστου 1969 | «Πετάμε γιά Ἀλβανία. Εἶμαι ὁ γιατρός Τσιρώνης!!!»



Λευτέρης Τηλιγάδας

«Πετάμε γιά Ἀλβανία
Εἶμαι ὁ γιατρός Τσιρώνης!!!»

«…Στο όνομα τῆς Δημοκρατίας, τῆς ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ
καί τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, κυριεῦται αὐτό τό ἀεροπλάνο!»


Ήταν καλοκαίρι του 1969, η Ελλάδα της χούντας έγινε μάρτυρας μιας από τις πιο παράξενες αεροπειρατείες της εποχής. Ο γιατρός Βασίλης Τσιρώνης, λίγους μήνες μετά την προσωρινή του αποφυλάκιση, αποφάσισε να φύγει οριστικά από τη χώρα μαζί με την οικογένειά του. Είχε πειστεί ότι οι διώξεις δεν θα σταματούσαν και πως στην Ελλάδα του Παπαδόπουλου δεν υπήρχε χώρος για αντιδικτατορική δράση. Επέλεξε την 16η Αυγούστου, ημέρα μαζικών καλοκαιρινών αποδράσεων των Αθηναίων, και την πτήση της Ολυμπιακής προς Αγρίνιο – με τελικό προορισμό τα Ιωάννινα. Το αεροσκάφος, μια Ντακότα, διέθετε καύσιμα αρκετά ώστε να πετάξει πολύ πιο μακριά.

Η οικογένεια Τσιρώνη, εξοπλισμένη με δύο πιστόλια και δύο μαχαίρια, κατέλαβε τις πρώτες θέσεις πίσω από το πιλοτήριο. Ο γιατρός είχε αποφασίσει: το αεροπλάνο θα κατευθυνόταν στην Αλβανία και από εκεί στη Σουηδία, όπου σχεδίαζε να συνεχίσει τον αγώνα του. Η πτήση ξεκίνησε ήρεμα, με πλήρωμα τον κυβερνήτη Γιώργο Τζώρτζη, τον συγκυβερνήτη Μιλτιάδη Χατζηγιαννάκη και τη 19χρονη αεροσυνοδό Ρίλα Παπασπύρου. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι σε λίγη ώρα θα βίωναν μια πρωτοφανή περιπέτεια.

«18/6/1969 Ο “Λευκός” πετάει για τον “Κόκκινο”

– Στο όνομα τῆς Δημοκρατίας, τῆς ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ καί τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, κυριεῦται αὐτό τό ἀεροπλάνο! Πετάμε γιά Ἀλβανία. Εἶμαι ὁ γιατρός Τσιρώνης!!!

– Θά πάμε ὅπου θέλετε γιατρέ» ἀπαντᾶ μέ θαυμαστή ψυχραιμία ὁ κυβερνήτης τοῦ ἀεροπλάνου τῆς «Ὀλυμπιακῆς ἀεροπορίας», ἐνώ σηκώνει τά χέρια, εὐνόητα τρομαγμένος, στο ἄκουσμα τῆς παραπάνω φράσης τοῦ ἀεροπειρατή. Φράσης, ποῦ τή συνόδευε ὁ ξερός κρότος τῆς ὄπλησης ἐνός «παραμπέλουμ»! Ὁ 2ος πιλότος τοῦ ἀεροσκάφους, σαφέστερα τρομαγμένος αὐτός, ἔχει ἐπίσης ὑψώσει τά χέρια, ἐνώ τό πρόσωπό του, ἔγινε …προσωπεῖο ἔντρομης ἀναμονῆς!

Τήν ἴδια στιγμή, ἀνοίγει ἡ πόρτα τῆς καμπίνας καί μπαίνει μέ τό περίστροφο στό χέρι ἡ Βαρβάρα Τσιρώνη!

Γνωστοποιῶ στήν σύζυγό μου ὅτι τό ἀεροπλάνο ἔχει κυριευθῆ καί ὅτι “οἱ πιλότοι ὑπακούουν καλῶς”!…

Ὁ ψύχραιμος κυβερνήτης, ἐνώ διατηρεῖ ὑψωμένα πάντα τά χέρια του, ρωτᾷ: “Εἴπατε Γιατρέ, ὅτι εἶστε ὁ κ. Τσιρώνης! Πρέπει νά εἶστε, νομίζω ὁ ἀγωνιστής γιατρός, μέ τίς ἀπεργίες, τίς πολιτικές διώξεις κλπ., κλπ.! Ἤ, κάνω λάθος;!”

Θά πρέπει νά χαμογέλασα (ἂν καλοθυμάμαι), καί τοῦ εἶπα: “Δέν κάνετε Λάθος. Αὐτός εἶμαι !”

– «…Ἀλλά τότε κ. Τσιρώνη, ἐμεῖς (ὑπονοώντας προφανῶς καί τόν 2ο χειριστή βοηθό του), εἴμαστε θαυμαστές σας καί φίλοι σας!… Θά μᾶς ἐπιτρέπατε νά καπνίσουμε ἕνα τσιγάρο; Ὀνομάζομαι Τζωρτζής καί ὁ συνάδελφός μου εἶναι ὁ κ. Χατζηγιαννάκης!»

– Χάρηκα γιά τή γνωριμία σας κύριοι, παρά τήν ἀνωμαλία τῶν περιστάσεων!… Τσιγάρο βεβαίως θά καπνίσουμε, καί μπορεῖτε τώρα, νά κατεβάσετε τά χέρια! Βάλτε τόν «αὐτόματο πιλότο», ἀπαγορεύω κάθε ἐπικοινωνία μέ τό ἔδαφος, καί θά μέ ἐνημερώνετε πρίν κάνετε ὁποιοδήποτε ἐλιγμό, στήν διάρκεια τῆς πτήσης!..

Πρόσφερα μέ τό ἀριστερό χέρι τήν ἀνοιχτή ταμπακιέρα μου στους “συνεργαζομένους” πιλότους, ἐνῶ στό δεξί χέρι, χαμήλωνα κάπως τό “παραμπέλουμ” (ὥστε νά σημαδεύει περισσότερο τό δάπεδο τῆς καμπίνας, παρά τούς πιλότους)!

Μὲ τὸ πρόσωπο στραμμένο πάντα στούς πιλότους, εἶπα στὴ σύζυγό μου νὰ εἰδοποιήσει τὸὺς γιούς μας νὰ περάσουν στὴν καμπίνα.

Μπῆκαν καὶ στάθηκαν δίπλα μου, μὲ τὴν ἔνταση ζωγραφισμένη στὴν ἔκφρασή τοῦς καί …τὰ «προσκοπικὰ» μαχαίρια στὰ χέρια!!  Ἦτὰν 14 καὶ 15 ἑτῶν μόλις ἐτῶν! Ὅσὸ γιὰ μένα, καὶ σύμπτωση πραγματοποιοῦσα αὐτὴ τὴν πειρατεία, ἄνημερα στὰ γενέθλιά μου. Ἀκριβῶς 40ρης!»

Μετά τον καφέ και τα αναψυκτικά στους 25 επιβάτες, η Παπασπύρου διαπίστωσε πως οι τέσσερις επιβάτες των πρώτων θέσεων είχαν εξαφανιστεί και η πόρτα του πιλοτηρίου δεν άνοιγε. Οι ψίθυροι μετατράπηκαν γρήγορα σε ανησυχία, ώσπου ο ίδιος ο Τσιρώνης ακούστηκε να διατάζει: «Σκάστε και καθίστε». Οι επιβάτες υποψιάζονταν αεροπειρατεία, κάποιοι μάλιστα πίστευαν ότι ο πιλότος είχε δολοφονηθεί. Το αεροπλάνο πέρασε το Αγρίνιο, συνέχισε για Γιάννενα και, όταν στον ουρανό εμφανίστηκαν αλβανικά Μιγκ, η αγωνία μετατράπηκε σε πανικό.

Ο Τζώρτζης ανακοίνωσε τελικά αναγκαστική προσγείωση. Η Ντακότα κατέβηκε απότομα σε ένα εγκαταλελειμμένο στρατιωτικό αεροδρόμιο κοντά στην Αυλώνα. «Στο όνομα της δημοκρατίας και της ελευθερίας», διακήρυξε ο Τσιρώνης, υψώνοντας το όπλο του. Οι Αλβανοί στρατιώτες περικύκλωσαν το αεροπλάνο, οι επιβάτες κατέβηκαν σαστισμένοι, ένας μουσικός λιποθύμησε, ενώ η οικογένεια του γιατρού μπήκε σε διαπραγματεύσεις με τους αξιωματικούς.

Το πλήρωμα και οι υπόλοιποι επιβάτες οδηγήθηκαν σε ένα πανδοχείο που είχε ετοιμαστεί ειδικά για την περίσταση. Εκεί η νεαρή αεροσυνοδός έμαθε από τον κυβερνήτη ότι στην Αθήνα αγνοούσαν την τύχη τους. Ο ίδιος ανησυχούσε μήπως θεωρηθεί συνεργάτης του Τσιρώνη, καθώς είχε κι εκείνος πολιτικές εκκρεμότητες με το καθεστώς. Η Παπασπύρου, κόρη μακρονησιώτη, φοβόταν επίσης για τη θέση της στην Ολυμπιακή. Ακολούθησαν ανακρίσεις από τις αλβανικές αρχές, μικρές στιγμές χαλάρωσης και, το ίδιο βράδυ, ένα γεύμα που θύμιζε σκηνή ταινίας: μακρύ τραπέζι με άσπρο τραπεζομάντηλο, κόκκινο κρασί, κοτόπουλο, μουσική, χοροί και όλοι – «αεροπειρατές», επιβάτες και κομισάριοι – μαζί.

Την επομένη, 17 Αυγούστου, οι Έλληνες επιβάτες και το πλήρωμα επέστρεψαν μέσω Κέρκυρας στην Αθήνα, όπου τους υποδέχθηκε ο αναπληρωτής υπουργός Προεδρίας εκ μέρους του Παπαδόπουλου. Η «Εθνική Κυβέρνησις» παρουσίασε το περιστατικό ως «απόδειξη ενδιαφέροντος για την ασφάλεια των πολιτών», ενώ καταδίκασε τον «εγκληματία» Τσιρώνη. Το γεγονός δεν έλαβε μεγάλη δημοσιότητα· ούτε η χούντα ούτε η Ολυμπιακή ήθελαν να τραβήξει τα φώτα. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος Ωνάσης καθησύχασε το πλήρωμα πως δεν υπήρχε υποψία εναντίον τους.

 


Φωτογραφία στη Σουηδία λίγο μετά το εγχείρημα
(Λεζάντα: Tillsammans i Sverige: Tsironis med en av sina söner.
Läkaren med Fidel Castrosniktet var alltför känd.
Χειρόγραφη μετάφραση: Ὁ γιατρός μὲ τήν φυσιογνωμία τοῦ Φιντέλ Κάστρο
καί τόν ἕνα ἀπό τοὺς υἱούς του (γράφουν οἱ Σουηδοί…)
[ Πηγή: Βασίλη Τσιρώνη, Από το Γαλάζιο Βιβλίο, σελ. 79]

 

Η οικογένεια Τσιρώνη εγκαταστάθηκε στη Σουηδία, ταλαιπωρήθηκε, επέστρεψε μετά την πτώση των συνταγματαρχών και βρέθηκε ξανά στο στόχαστρο. Ο γιατρός, αμετανόητος και ρομαντικός, οδηγήθηκε σε ακραία σύγκρουση με τις αρχές, στις 11 Ιουλίου 1978. Ταμπουρωμένος στο διαμέρισμά του στο Παλαιό Φάληρο, αντιμετώπισε την επέμβαση 28 κομάντος με επικεφαλής τον Μιχάλη Γεωργακάκη. Το σχέδιο, που είχε εκπονηθεί από το υπουργείο Δημόσιας Τάξης, έβαλε βίαιο τέλος στο «ανεξάρτητο κράτος» του γιατρού. Η κυβέρνηση Καραμανλή μίλησε για «διαρκή κίνδυνο» και επιχείρησε να δικαιολογήσει τον φόνο. Όμως για πολλούς, ο Βασίλης Τσιρώνης έμεινε ως ο ρομαντικός γιατρός από το Αγρίνιο, που τόλμησε να αμφισβητήσει καθεστώτα και συμβάσεις, πληρώνοντας το τίμημα με τη ζωή του.

 

Φωτογραφία: Σκίτσο της εποχής σε σουηδικό έντυπο
Πηγή: Βαίλη Τσιρώνη, Γαλάζιο Βιβλίο, σελ. 17
——————————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον

και όχι για  να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν