Θέρμος | Από τον προϊστορικό οικισμό στο ιερό του Απόλλωνα



Θέρμος

Από τον προϊστορικό οικισμό
στο ιερό του Απόλλωνα

Η σταδιακή πορεία ενός αιτωλικού κέντρου από αγροκτηνοτροφική κοινότητα
σε πολιτικό και θρησκευτικό πυρήνα της Αιτωλικής Συμπολιτείας


Ο Θέρμος, κέντρο θρησκευτικής και πολιτικής ζωής της Αιτωλικής Συμπολιτείας, μνημονεύεται από λίγες αρχαίες πηγές, κυρίως τον Πολύβιο, που περιγράφει την εκστρατεία του Φιλίππου Ε΄ το 218 π.Χ. και δίνει πολύτιμες πληροφορίες για το ιερό του Απόλλωνα, τα μνημεία, τις οικίες και τις ετήσιες αγορές και πανηγύρεις με αρχαιρεσίες. Ο Στράβων αναφέρεται επίσης στους «Θέρμους», υπονοώντας διασκορπισμένους οικισμούς στην πεδιάδα.

Η ακριβής θέση του ιερού εντοπίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, στο υψίπεδο βορειοανατολικά της λίμνης Τριχωνίδας, κοντά στο σημερινό Θέρμο, μετά την ανακάλυψη επιγραφών με το όνομα του τόπου. Οι πρώτες ανασκαφές έγιναν από την Αρχαιολογική Εταιρεία το 1897, με επικεφαλής τον Γιώργο Σωτηριάδη, ο οποίος εργάστηκε ως το 1908, αποκαλύπτοντας τον περίπτερο ναό του Απόλλωνα, τα μέγαρα Α και Β, τον ναό του «Απόλλωνος Λυκείου» και τμήματα της αγοράς. Από το 1912 ως το 1932, ο Κωνσταντίνος Α. Ρωμαίος συνέχισε το έργο, φέρνοντας στο φως κτήρια της Υστεροελλαδικής περιόδου και επανεξετάζοντας τα δεδομένα.

Η νέα ανασκαφική φάση άρχισε το 1983 με στόχο την πλήρη αποκάλυψη και μελέτη της αγοράς, ενώ από το 1992 η έρευνα επικεντρώθηκε στα βαθύτερα στρώματα του ναού του Απόλλωνα. Η σύγχρονη έρευνα, με πιο εξειδικευμένες μεθόδους, έλεγξε τα παλαιά δεδομένα και κατέληξε σε νέα συμπεράσματα, αναθεωρώντας θεωρίες που συνέδεαν τυπολογικά και λειτουργικά το μέγαρο Β με τον πρώιμο ναό. Η έμφαση πλέον δίνεται στην ιδιαιτερότητα κάθε ιερού και στην τοπική ιστορική συνέχεια, αντί για γενικά ερμηνευτικά σχήματα.

Στον 20ό αιώνα, ο Θέρμος ξεχώρισε σε δύο ερευνητικά πεδία: την πρώιμη αρχαϊκή τέχνη, με τις πήλινες διακοσμήσεις και ζωγραφιστές πλάκες («μετόπες»), και την αρχιτεκτονική εξέλιξη από τα αψιδωτά κτήρια της μεσοελλαδικής παράδοσης (μέγαρο Α) στα ορθογώνια της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου (μέγαρο Β). Η παλαιότερη άποψη ότι το μέγαρο Β αποτέλεσε μεταβατικό στάδιο από κατοικία ηγεμόνα σε ναό, κρίθηκε πλέον ανεπαρκής.

Η νέα στρωματογραφική μελέτη έδειξε ότι η ιστορική συνέχεια του Θέρμου από την προϊστορική περίοδο έως τον 7ο με 6ο αιώνα π.Χ. δεν στηρίζεται σε τυπολογική εξέλιξη, αλλά σε σταδιακή ανάπτυξη της πολιτικής, κοινωνικής, λατρευτικής και εθνοτικής σημασίας του. Ο τόπος, φυσικά οχυρός αλλά ανοιχτός σε επικοινωνίες, βρισκόταν σε κομβικό σημείο μετακίνησης ανθρώπων και κοπαδιών μεταξύ ορεινών και πεδινών περιοχών. Η ύπαρξη πηγών, πιθανώς και θερμών, συνέβαλε στην ανάπτυξή του.

Ο αρχαιότερος πυρήνας βρισκόταν στο βορειοανατολικό άκρο του περιβόλου του ιερού και της αγοράς. Τα παλαιότερα ίχνη είναι κοιλότητες ημιυπόγειων καλυβιών κάτω από το μέγαρο Α, που αρχικά θεωρήθηκαν τάφοι. Πιθανότατα πριν το 1600 π.Χ. υπήρχε μόνιμος οικισμός, ανοιχτός σε επαφές, όπως δείχνουν κεραμικά και λίθινα ευρήματα. Τα κτήρια εξελίχθηκαν από ελλειψοειδή σε τετράγωνα, συνυπάρχοντας στην Υστεροελλαδική εποχή.

Από τον 15ο αιώνα π.Χ. ο Θέρμος επηρεάζεται από τον μυκηναϊκό πολιτισμό, με εισαγόμενα και τοπικά αγγεία, αλλά χωρίς πλήρη πολιτισμική ενσωμάτωση και χωρίς να γίνει διοικητικό κέντρο. Παρέμεινε σημαντικός αγροκτηνοτροφικός οικισμός με ηγεμονική εξουσία που έλεγχε την ευρύτερη περιοχή. Τα ίχνη λατρείας της περιόδου είναι περιορισμένα: αναστραμμένα πιθάρια με στάχτη και οστά ζώων, πιθανόν υπολείμματα θυσιών ή τελετουργικών γευμάτων, καθώς και μυκηναϊκά τελετουργικά σκεύη που μπορεί να είχαν και κοσμική χρήση. Ο οικισμός γνώρισε αρκετές καταστροφές, με σημαντικές από αυτές μόνο δύο: μία γύρω στο 1450 π.Χ., που διατήρησε άθικτα αντικείμενα σε οικίες, και μία τελική στο τέλος της Υστεροελλαδικής περιόδου.

Η σύγχρονη έρευνα κατέληξε ότι η σημασία του Θέρμου διαμορφώθηκε σταδιακά, από αγροκτηνοτροφικό κέντρο με προϊστορικές ρίζες σε πολιτικό και θρησκευτικό πυρήνα της Αιτωλίας, χωρίς τις απλουστευτικές μεταβάσεις που υπέθεταν οι πρώτες θεωρίες.

 

——————————————————————————————————————————————————————–
Υποσημείωση: Οι χρονολογίες που καταγράφονται πριν την 16η Φεβρουαρίου 1923 είναι σύμφωνες με την χρονολόγηση των πηγών. Για την αντιστοίχιση με τη σημερινή χρονολόγηση πρέπει στην αντίστοιχη χρονολογία να προστεθούν 13 μέρες.
Πηγή: Με πληροφορίες από Ιωάννης Παπαποστόλου, «Θέρμος – Η νέα ανασκαφή του πρώιμου ιερού», Χρονογραφικό και ιστοριοδιφικό Δελτίο τῆς ἐν Ἀθήναις Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, ο ΜΕΝΤΩΡ, Έτος 21ο, Τεύχος 88, Ιούνιος 2008, σελ. 73-96
Ο Ιωάννης Παπαποστόλου υπήρξε ομότιμος Καθηγητής Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, που έφυγε από τη ζωή το 2023. Κάτω από τη διεύθυνσή του πραγματοποιήθηκε η συστηματική ανασκαφή (τρίτη κατά σειρά) του ιερού του Απόλλωνος στο Θέρμο. Αφιερώθηκε στο έργο αυτό 40 ολόκληρα χρόνια από το 1983 μέχρι και το 2023, δίνοντας την ευκαιρία σε εκατοντάδες φοιτητές Αρχαιολογίας να μαθητεύσουν στην ανασκαφή, πολλοί εκ των οποίων σήμερα στελεχώνουν Κεντρικές ή Περιφερειακές Υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού.
«Το πλούσιο ανασκαφικό και συγγραφικό έργο του Ιωάννη Α. Παπαποστόλου, ο οποίος υπηρέτησε για 60 χρόνια την επιστήμη της Αρχαιολογίας είτε από τη θέση του Επιμελητή και του Εφόρου Αρχαιοτήτων είτε από τη θέση του Καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας, αποδεικνύει πως υπήρξε πιστός θεράπων και άοκνος εργάτης του πολιτισμού, που όχι μόνον από καθήκον ή από επαγγελματική υποχρέωση, αλλά με περισσή αγάπη εργάσθηκε ακόμη και μετά τη συνταξιοδότησή του για τη διάσωση, τη συντήρηση και την προβολή των μνημείων της πατρίδας μας. Το μεγάλο του όμως ανασκαφικό ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στη συνέχιση της ανασκαφής του Ιερού του Απόλλωνος Θερμίου, την οποία υπηρέτησε για 40 ολόκληρα χρόνια (1983-2023), δίνοντας την ευκαιρία να μαθητεύσουν σε αυτήν και να μυηθούν στις τεχνικές της ανασκαφής εκατοντάδες φοιτητές της Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, πολλοί εκ των οποίων σήμερα στελεχώνουν Κεντρικές ή Περιφερειακές Υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού.
»Ο ίδιος δημοσίευε ανελλιπώς τις ετήσιες εκθέσεις ανασκαφών, μονογραφίες και άρθρα σε ελληνικά και ξενόγλωσσα περιοδικά, πρακτικά διεθνών συνεδρίων και συλλογικούς τόμους που ξεπερνούν τον αριθμό 100, προσφέροντας στην αρχαιολογική κοινότητα πολύτιμα συγγράμματα που αποδεικνύουν την επιστημονική του πληρότητα και δεινότητα. Η παρακαταθήκη που αφήνει ο σπουδαίος αυτός αρχαιολόγος στις επερχόμενες γενεές είναι ανεκτίμητη και έχει αναγνωριστεί από την ελληνική και παγκόσμια κοινότητα. Ευεργέτησε την Αιτωλία με το επιστημονικό και συγγραφικό του έργο και ως ένας ζωντανός φάρος γνώσης προσέφερε όσο λίγοι στο δημόσιο αγαθό του πολιτισμού. Η Αρχαιολογική Υπηρεσία και ιδίως η Εφορεία Αρχαιοτήτων Αιτωλοακαρνανίας και Λευκάδος του οφείλει βαθιά ευγνωμοσύνη για την τεράστια προσφορά του». [Από την ανακοίνωση που εξέδωσε η προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Αιτωλοακαρνανίας και Λευκάδος, Δρ Ολυμπία Βικάτου, μετά το γεγονός του θανάτου του]

 

Φωτογραφία: από τη δεύτερη ανασκαφή του Ρωμαίου.
Αριστερά οι πρόποδες του Μεγαλἀκκου.
Επιμέλεια: Λευτέρης Τηλιγάδας
—————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον

και όχι για  να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν