Σουίτα ερωτική | 4. Έρως ανίκατε μάχαν


...

| Αντρέας Τσαπάρας | Σουίτα ερωτική |

Έρως ανίκατε μάχαν

| Μια εξαιρετική καταγραφή ορισμένων γεγονότων της Κατοχικής περιόδου
στην πόλη του Αγρινίου από έναν Αγρινιώτη, τον Αντρέα Τσαπάρα,
που δεν τα έζησε μόνο, αλλά με τη συμμετοχή του τα συνδιαμόρφωσε |


Ο συνταγματάρχης Χ στάθηκε πάντα ευγενικός και στις προβλέψεις και στις πληροφορίες του ήταν, όπως είπαμε, σωστός κι αληθινός, Παρ’ όλ’ αυτά όμως στο τέλος τα κατάφερε, αυτός που τον είχαμε ξεχωρίσει για την άψογη συμπεριφορά του, να μας «γελάσει» με το χειρότερο τρόπο. θα σας διηγηθώ το τελευταίο επεισόδιο της μικρής αυτής αντιστασιακής ιστορίας, για να καταλάβετε τι θέλω να πω. όλοι σας, άλλωστε, θα είχατε την περιέργεια να μάθετε τι απόγινε και πώς έφυγε από την Περιφέρειά μας ο συνταγματάρχης αυτός του Ιταλικού Στρατού που είχε δεθεί τόσο στενά με την πόλη μας. Αλλά και τι απόγινε πάλι με τον έρωτα, που, όσο ρομαντικό κι αν τον έδειχνε εξωτερικά, στο τέλος φάνηκε πως τον απασχολούσε πολύ ρεαλιστικά. Τι απόγινε λοιπόν;

Πάνω, ανάραχα στα Λυκοράχια, το μικρό βουνό που στόλιζε όμορφα προς τα βορειοδυτικά το Αγρίνιο, βρίσκεται ένα συμπαθητικό με λίγα σπίτια χωριό, η Βελάουστα. Απέχει μιάμιση ώρα πάνω-κάτω από την πόλη κι ο δρόμος που οδηγεί ίσαμε κει είναι πολύ ανηφορικός. Κι εμείς αναθυμόμαστε με συγκίνηση σήμερα πόσες και πόσες φορές δεν ανηφορίσαμε το δύσκολο, γεμάτο πέτρες και τρόχαλα μονοπάτι, τρέχοντας πάντα να τελειώσουμε κάποια δουλειά, από τις τόσες πολλές που πρόβαλλε κάθε λίγο και λιγάκι η ανάγκη του αγώνα. Από τη θέση του, βλέπετε, προσφερόταν κι αποτελούσε πραγματικά τότε το χωριό αυτό ένα κέντρο ανεφοδιασμού κι επικοινωνίας.

Από κει άρχιζε, ας πούμε, για την περιοχή μας η «Ελεύθερη Ελλάδα» κι εκεί τοποθετούσαμε κατά διαστήματα κι ανάλογα με τις περιστάσεις ένα μέρος από τον εκδοτικό μηχανισμό κι από τις άλλες «πολιτικές» και «στρατιωτικές» υπηρεσίες της οργάνωσης. Ένα κέντρο, που όμως έπρεπε πάντα να φυλάγεται καλά για να προλαβαίνει τις ξαφνικές επιδρομές του εχθρού.

Ευθυμία Αυγούλη

Εκεί, λουπόν, στη Βελάουστα είχε εγκατασταθεί από την αρχή του καλοκαιριού του 1943 και η Χρυσούλα Αυγούλη με τη μητέρα της, μια πανέξυπνη νοικοκυρά, την κυρία Ευθυμία. Τ’ αδέλφια, που είχαν δοθεί όλα στον αγώνα και τον περισσότερο καιρό έλειπαν σε διάφορες αποστολές, είχαν θεωρήσει απαραίτητο τον υποχρεωτικό αυτό παραθερισμό για τη μητέρα και την αδερφή τους. Τις εξασφάλιζαν έτσι από τους κινδύνους που παρουσίαζε τότε γι’ αυτές η παραμονή τους στο Αγρίνιο. Κι από την άλλη μεριά με την ομαδική αλλά διακριτική αυτή απομάκρυνση από την πόλη, σκέπτονταν ίσως πολύ σωστά, πως έδιναν την ευκαιρία στον ερωτοχτυπημένο συνταγματάρχη ν’ απαλλαγεί κι ο ίδιος από το αίσθημά του, που τον βασάνιζε άσκοπα από την αρχή. Το καλύτερο μάλιστα ήταν να το ξεχάσει κιόλας για πάντα. Και καθώς έδειχναν όλα τα σημεία τώρα τελευταία μια τέτοια κατάληξη φαινόταν σχεδόν βέβαιη.

Οι μέρες περνούσαν γλήγορα στη Βελάουστα, που ζούσε κείνη την εποχή μέσα σ’ ένα δημιουργικό οργασμό από τη δραστηριότητα της πολιτικής αλλά και στρατιωτικής Οργάνωσης. Όλοι δούλευαν συντονισμένα για το μεγάλο σκοπό και μαζί τους οι δυο γυναίκες, που, δεν αρκούνταν να καμαρώνουν μονάχα το αεικίνητο πλήθος των αγωνιστών, παρά βοηθούσαν κιόλας κι αυτές, όσο μπορούσαν, στην κοινή προσπάθεια. Ώσπου, ένα πρωινό του Σεπτέμβρη, δυο μέρες, αν θυμάμαι καλά, πριν τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, φτάνει ένας βιαστικός «μαντατοφόρος» από την πόλη, κατευθύνεται ρωτώντας στο σπίτι που έμενε η Χρυσούλα με τη μητέρα της και, μόλις μπήκε μέσα, σχεδόν τρέχοντας, τους είπε πως τον έστειλε κάποιος «υπεύθυνος» για να τους δώσει ένα σημείωμα. Μόλις άνοιξαν κι ανήσυχες διάβασαν το κλειστό γράμμα, οι γυναίκες κλονίστηκαν κι ένας μεγάλος πόνος ζωγραφίστηκε στα πρόσωπά τους. Το θλιβερό μήνυμα ήταν, πως ο Κωστάκης, ο αδελφός της Χρυσούλας, γυρίζοντας από κάποια αποστολή είχε τραυματιστεί και βρισκόταν σε δύσκολη κατάσταση σ’ ένα απόμερο καλυβόσπιτο, λίγο πιο έξω από το Αγρίνιο. Η Χρυσούλα έπρεπε να πάει αμέσως να τον δει και να φροντίσει γι’ αυτόν. Θα τη συνόδευε και θα την οδηγούσε ο συναγωνιστής που έφερε το σημείωμα.

Ο άλλος αδελφός, ο Δήμος, έλειπε κι αυτός κι έτσι οι δυο γυναίκες, ζαλισμένες καθώς ήταν από την ξαφνική είδηση, πήραν μόνες τους την απόφαση. Η Χρυσούλα έπρεπε να φύγει χωρίς αναβολή. Κι έφυγε πραγματικά αμέσως διαβεβαιώνοντας τη μητέρα της, πως, μόλις έφτανε στον τόπο που της όριζαν, θα φρόντιζε να την πληροφορήσει, όσο μπορούσε πιο σύντομα, για την κατάσταση του Κωστάκη. Όμως εδώ ήταν που γελάστηκε. Έδωσε μια υπόσχεση που δεν μπόρεσε να την κρατήσει. Γιατί, φτάνοντας στο μέρος που την καλούσαν, βρήκε, βέβαια, έναν τραυματία, όμως ο τραυματίας αυτός δεν ήταν ο αδελφός της Κωστάκης. Ήταν ο Μάριο Σολίνα, πληγωμένος, όπως ξέρουμε, βαριά πριν από πολύν καιρό από το μικρό γιο της Αφροδίτης, τον Έρωτα.

Τι ακριβώς έγινε στην απρόοπτη αυτή συνάντηση δε μπορώ να ξέρω. Το αυτοκίνητο πάντως βρέθηκε δίπλα στο δρόμο και το ζευγάρι φαίνεται, πως, μ’ ένα άγνωστο σε μας δρομολόγιο, ταξίδεψε προς τη χώρα της ευτυχίας, που, όπως είναι γνωστό, για όλες τις μεγάλες αισθηματικές ιστορίες, δε μπορεί να είναι άλλη παρά η ηλιόλουστη Ιταλία. Κι ο Σολίνα ολοκλήρωσε έτσι τον αντιφασιστικό του αγώνα, αφού θριάμβευσε πραγματικά στην πανανθρώπινη ειρηνική περιοχή της αγάπης. Κέρδισε μια μεγάλη νίκη. Κι όπως λένε πολλοί, είναι η μοναδική νίκη που, ύστερα από τόσους άδικους αγώνες, τόσες θυσίες και καταστροφές, κέρδισε η φασιστική Ιταλία στην Ελλάδα.

 

Διαβάστε όλες τις αναρτήσεις της ενότητας
στο link που ακολουθεί: Σουίτα Ερωτική

—————————————————————————————————————————————

Πηγή: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Ιστορία της Αντίστασης 1940-45, εκδόσεις Αυλός, Αθήνα 1979. Είναι το δεύτερο μέρος ενός κειμένου που δημοσιεύτηκε στο τεύχος του «αΑ», τεύχος 12 | Δεκέμβρης 2018,  με τίτλο «Νυχτερινή περιπέτεια».
Φωτογραφία: Μάριο Σολάνα και Χρυσούλα Αυγούλη
——————————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον

και όχι για  να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *