Η εξέγερση των καπνοπαραγωγών | Δολοφονία Μήτσου Βλάχου


...

Λευτέρης Τηλιγάδας

Η δολοφονία του Μήτσου Βλάχου

Η εξέγερση των καπνοπαραγωγών το 1962 στο Βάλτο και το Ξηρόμερο


Το ξημέρωμα της 8ης Σεπτεμβρίου του 1962, περίπου 4.000 καπνοπαραγωγοί είχαν αποκλείσει σημεία της εθνικής οδού Ηγουμενίτσας–Αγρινίου–Αθηνών, σταματώντας πλήρως την κυκλοφορία για να διαμαρτυρηθούν δυναμικά ενάντια στις εξευτελιστικές τιμές αγοράς του καπνού τους. Η απάντηση της κυβέρνησης Καραμανλή ήταν να κινητοποιήσει μεγάλες δυνάμεις χωροφυλακής, οι οποίες μεταφέρθηκαν με στρατιωτικά φορτηγά, λεωφορεία και αεροπλάνα, εξοπλισμένες με κράνη και όπλα οι οποίες εξαπέλυσαν μια σχεδόν στρατιωτικού τύπου επιχείρηση για να αντιμετωπίσουν την εξέγερση των καπνοπαραγωγών του Ξηρομέρου, που είχαν βγει στους δρόμους. Ο απολογισμός ήταν βαρύς: ένας νεκρός αγρότης και 29 τραυματίες, ανάμεσά τους 17 χωρικοί –πολλοί σοβαρά χτυπημένοι– και 12 χωροφύλακες.

Η πιο σφοδρή σύγκρουση σημειώθηκε στο 24ο χιλιόμετρο, στη γέφυρα του χωριού Σφήνα. Εκεί, χιλιάδες καπνοπαραγωγοί με ρόπαλα και πέτρες συγκρούστηκαν με τα ΜΑΤ της εποχής: άνδρες της χωροφυλακής που χτυπούσαν με κλομπ και έριχναν δακρυγόνα, ενώ δεν δίστασαν να ρίξουν και πυροβολισμούς στον αέρα. Στη διάρκεια αυτής της μάχης σκοτώθηκε ο 24χρονος αγρότης Μήτσος Βλάχος από τη Λεπενού, χτυπημένος βίαια στο κεφάλι. Οι εικόνες που περιέγραψαν οι αυτόπτες μάρτυρες ήταν σοκαριστικές: το κρανίο του είχε συνθλιβεί, με το αίμα και την εγκεφαλική ουσία να απλώνονται πάνω στη γέφυρα. Δεκάδες τραυματίες, χωροφύλακες και αγρότες, μεταφέρθηκαν αιμόφυρτοι στο νοσοκομείο Αγρινίου.

Ο νεαρός Δημήτρης Βλάχος, παιδί μιας πολύτεκνης οικογένειας αγροτοκτηνοτρόφων, γιος του Κωνσταντίνου και της Γεωργίας Βλάχου, είχε μόλις ολοκληρώσει τη στρατιωτική του θητεία. Στο χωριό και στην πόλη τον ήξεραν όλοι ως «Μήτσο». Ζωηρός, δυναμικός και ανυποχώρητος, ξεχώριζε για τον χαρακτήρα του που δεν συμβιβαζόταν εύκολα. Η μαχητική του στάση στην κρίσιμη εκείνη σύγκρουση τον έφερε στο προσκήνιο και τον έκανε στόχο. Όταν οι συγκρούσεις κορυφώθηκαν, μια σφαίρα από το όπλο χωροφύλακα τον βρήκε στο κεφάλι. Ο Βλάχος μεταφέρθηκε αμέσως στο Γενικό Νοσοκομείο Αγρινίου, όπου όμως οι γιατροί δεν μπορούσαν παρά να διαπιστώσουν τον θάνατό του.

Η τοπική εφημερίδα μετέδωσε το γεγονός με μια φράση που έμελλε να καθορίσει την επίσημη κυβερνητική εκδοχή: «Ο φονευθείς εδέχθη πλήγμα εις την κεφαλήν. Το κρανίον του εθραύσθη και η εγκεφαλική ουσία εχύθη επί του καταστρώματος της γέφυρας». Παρά την ωμότητά της, η διατύπωση αυτή χρησιμοποιήθηκε ως βάση για να στηριχθεί μια εκδοχή που προσπαθούσε να αποσείσει την ευθύνη από τα όπλα της χωροφυλακής. Ο θάνατος του νεαρού Λεπενιώτη αποδόθηκε σε «αδέσποτη» πέτρα, δήθεν ριγμένη από κάποιον αγρότη μέσα στη σύγχυση. Σημείο εκκίνησης αυτής της γραμμής ήταν η δήλωση του συνταγματάρχη Βινιαράκη, επικεφαλής της επιχείρησης της χωροφυλακής στη Σφήνα, ο οποίος υποστήριξε ότι «ο Βλάχος εφονεύθη από λίθον ριφθέντα υπό αγρότου».

Η απόπειρα αυτή δεν άντεξε για πολύ. Σύντομα οι ιατροδικαστικές εξετάσεις των γιατρών του Αγρινίου —του Τσούτσου, του Ζαπατίνα και του Παπαθανασιάδη— απέδειξαν ότι ο Βλάχος είχε χτυπηθεί από σφαίρα, η οποία προκάλεσε διαμπερές τραύμα στο κρανίο. Ο γιατρός Αλέξανδρος Τσούτσος, σε προφορική μαρτυρία του στη Μαρία Αγγέλη, κατέθεσε πως βρέθηκε δίπλα στον νεαρό από την πρώτη στιγμή. «Το τραύμα ήταν διαμπερές στο κρανίο», θυμάται. «Όπως καταλαβαίνετε, πήραμε ένα ταξί που βρήκαμε μπροστά μας, μαζί με τον Γρηγόρη τον Σταυρόπουλο, τον δημοσιογράφο, και τον πήγαμε στο νοσοκομείο. Δεν τον προλάβαμε ζωντανό. Πάει επιτόπου. Ακαριαίως. Κι αυτό μπορεί να είναι και καλό, με έναν τρόπο. Μετά άρχισαν οι άλλες διαδικασίες, οι φασαρίες, οι ιατροδικαστικές εξετάσεις…».

Ο ίδιος γιατρός θυμάται ακόμη ότι, μόλις η χωροφυλακή ενημερώθηκε για το συμβάν, έστειλε αμέσως όργανα για να ελέγξουν την κατάσταση. Παράλληλα, η οικογένεια του Βλάχου ζήτησε να συμμετάσχει ο ίδιος στη νεκροψία και τη νεκροτομή. Με παραγγελία του διοικητή της χωροφυλακής Καντάρη, ο Τσούτσος ήταν παρών και από κοινού με τους συναδέλφους του υπέγραψε την ιατροδικαστική έκθεση. «Βεβαιώσαμε όλα τα στοιχεία», σημείωσε. «Ήταν δολοφονία από σφαίρα. Θάνατος από σφαίρα. Διαμπερές τραύμα στο κρανίο».

Μετά τη «σφαγή» στη Σφήνα, οι δυνάμεις της χωροφυλακής κινήθηκαν προς το Στάνο, κοντά στην Αμφιλοχία, όπου είχαν συγκεντρωθεί περίπου 3.000 καπνοπαραγωγοί, οι οποίοι, όπως ειπώθηκε, ήταν οπλισμένοι με κυνηγετικά όπλα. Το χωριό περικυκλώθηκε από εκατοντάδες ένοπλους αστυνομικούς, χωρίς όμως να υπάρξει νέα ένοπλη σύγκρουση. Οι αγρότες διαλύθηκαν αργά το απόγευμα, λίγο πριν πέσει το σκοτάδι, αποφεύγοντας νέα αιματοχυσία. Ωστόσο η ατμόσφαιρα σε ολόκληρη την περιοχή ήταν πλέον εκρηκτική.

Για δώδεκα ολόκληρες ώρες, από τις έξι το πρωί μέχρι το βράδυ, η επαρχία Βάλτου και Ξηρομέρου έμοιαζε με εμπόλεμη ζώνη. Η εθνική οδός είχε παραλύσει, χιλιάδες αυτοκίνητα παρέμεναν ακινητοποιημένα, ενώ οι αγρότες αρνούνταν πεισματικά να εγκαταλείψουν τα μπλόκα τους. Ο νομάρχης, ανώτεροι αξιωματικοί της χωροφυλακής και οι εισαγγελείς Αγρινίου και Μεσολογγίου έκαναν συνεχώς εκκλήσεις για διάλυση, χωρίς αποτέλεσμα.

Οι δηλώσεις της κυβέρνησης δεν έριξαν απλά «λάδι στη φωτιά», αλλά ολόκληρα βαρέλια. Ο υπουργός Συντονισμού Παπαληγούρας τόνισε ότι η πολιτική της κυβέρνησης για τον καπνό είναι «δίκαιη» και ότι οι τιμές στο Ξηρόμερο είναι 20% υψηλότερες από τις περσινές. Παρουσίασε τα μέτρα ως ευνοϊκά για τους καπνοπαραγωγούς, επιμένοντας ότι το κράτος έχει εξαναγκάσει τις καπνοβιομηχανίες να διαθέσουν 30 εκατομμύρια δραχμές για να στηρίξουν τις τιμές. Στην πράξη όμως οι αγρότες έβλεπαν το εισόδημά τους να καταρρέει και θεώρησαν την απάντηση πρόκληση.

Οι πληροφορίες για τον απολογισμό των συγκρούσεων εκείνη τη μέρα ήταν συγκεχυμένες. Τα διεθνή πρακτορεία μιλούσαν για έναν νεκρό και δεκάδες τραυματίες, μερικοί εκ των οποίων σε κρίσιμη κατάσταση. Το Υφυπουργείο Δημόσιας Ασφάλειας προσπάθησε να διαψεύσει τον θάνατο διαδηλωτή, αλλά αργότερα έγινε γνωστό ότι ένας ακόμη αγρότης, ονόματι Μπίλιος, υπέκυψε στα τραύματά του στο νοσοκομείο Αγρινίου. Συνολικά οι τραυματίες ξεπέρασαν τους σαράντα, ανάμεσα στους οποίους ήταν και αρκετοί αστυνομικοί. Η Ένωση Κέντρου έσπευσε να δηλώσει ότι είχε προειδοποιήσει την κυβέρνηση για τον κίνδυνο «δίκαιης εξέγερσης» των καπνοπαραγωγών της Αιτωλοακαρνανίας. Παρ’ όλα αυτά, η σύγκρουση δεν αποφεύχθηκε. Οι δρόμοι γέμισαν αίμα και η δυσπιστία ανάμεσα στους αγρότες και την εξουσία βάθυνε ακόμη περισσότερο. Το μόνο βέβαιο μετά τα γεγονότα της ημέρας ήταν ότι το Ξηρόμερο και ολόκληρη η περιοχή «έβραζαν»∙ και η σπίθα που άναψε στις γέφυρες του Βάλτου δύσκολα θα έσβηνε.

Ο φόνος του Δημήτρη Βλάχου συγκλόνισε και βύθισε στο πένθος ολόκληρη την Αιτωλοακαρνανία. Η κηδεία του, το απόγευμα της Κυριακής 9 Σεπτεμβρίου, εξελίχθηκε σε μια μεγαλειώδη αγροτική κινητοποίηση. Πάνω από χίλιοι αγρότες συνέρρευσαν στη Λεπενού για να αποχαιρετήσουν τον δολοφονημένο από τα πυρά της χωροφυλακής. Οι καμπάνες σε όλα τα γύρω χωριά και κωμοπόλεις χτυπούσαν πένθιμα, ενώ στον αέρα αντηχούσαν συνθήματα όπως «Δημοκρατία», «Ζήτω η αγροτιά», «Δεν πέθανες, ήρωα». Η τελετή δεν ήταν απλώς μια κηδεία· ήταν μια συλλογική δήλωση οργής, θλίψης και αποφασιστικότητας.

Η εικόνα στο φτωχικό σπίτι της οικογένειας Βλάχου ήταν συγκλονιστική. Στο μικρό, σκοτεινό δωμάτιο, όπου είχε τοποθετηθεί το φέρετρο, είχαν συγκεντρωθεί οι στενότεροι συγγενείς και πλήθος μαυροφορεμένων γυναικών. Καθισμένες καταγής, μοιρολογούσαν το παλικάρι, ενώ ο θρήνος της μάνας και της αδελφής του αντηχούσε σπαρακτικός. Στο κεφάλι του νεκρού, δεμένο με επίδεσμο, ακουμπούσαν με στοργή τα χέρια τους ψιθυρίζοντας με λυγμούς: «Σε δολοφόνησαν, λεβέντη μας», «Γιατί να πας έτσι άδικα;». Το σώμα του ήταν σκεπασμένο με λουλούδια – κόκκινα τριαντάφυλλα, γιασεμιά, γεράνια, βασιλικά και αγριολούλουδα – και ντυμένο με ένα καινούριο άσπρο πουκάμισο και σκούρο κοστούμι. Στο δάχτυλό του είχαν περάσει μια βέρα, τηρώντας το τοπικό έθιμο που ήθελε τους ανύπαντρους νεκρούς να ντύνονται σαν γαμπροί. Μια μαυροφορεμένη γυναίκα πλησίασε το φέρετρο και ακούμπησε πάνω του λίγα αμύγδαλα κι ένα μήλο – μια πράξη γεμάτη συμβολισμό, που σφράγιζε τη συλλογική μνήμη της στιγμής.

Στην εκφορά του νεκρού παρευρέθηκαν εκπρόσωποι κοινοτήτων και καπνοπαραγωγικών συνεταιρισμών, ενώ στους επικήδειους λόγους η αιματηρή επίθεση της Σφήνας συγκρίθηκε με το Κιλελέρ. Στα καφενεία και στις πλατείες οι αγρότες δεν έκρυβαν την αγανάκτησή τους. Συζητούσαν ανοιχτά για νέες, αποφασιστικές κινητοποιήσεις, ακόμη και για μια «πορεία θανάτου» προς το Αγρίνιο και το Μεσολόγγι, δείχνοντας ότι οι απειλές και η βία δεν θα τους σταματούσαν.

Η Δικαιοσύνη κινήθηκε με βραδύτητα και επιφυλακτικότητα. Στις 11 Σεπτεμβρίου, μόλις δύο μέρες μετά τη δολοφονία του Βλάχου και τον τραυματισμό του Μπίλια, ο αντεισαγγελέας Αγρινίου Πεταλάς απήγγειλε κατηγορίες κατά «αγνώστων οργάνων της χωροφυλακής» – ανθρωποκτονία στην πρώτη περίπτωση, πρόκληση τραυμάτων στη δεύτερη. Παράλληλα, οι μηχανισμοί της χωροφυλακής έριχναν βάρος στην επικοινωνιακή διαχείριση. Αναζητούσαν τρόπους να πείσουν την κοινή γνώμη πως οι αγρότες δεν κινητοποιούνταν αυθόρμητα για το ψωμί και τον κόπο τους, αλλά υποκινούνταν από πολιτικά κέντρα της αριστεράς και του κέντρου. Σε αυτό το πλαίσιο, επιχείρησαν να ενοχοποιήσουν τον γνωστό κομμουνιστή Βαγγέλη Αυδή, ισχυριζόμενοι ότι από το σπίτι του εκτοξεύθηκαν δύο βόμβες. Ωστόσο, κανείς δεν είδε ή άκουσε τις εκρήξεις, ούτε καν ο ταγματάρχης Κονταρίνης, επικεφαλής της σχολής ενομοταρχών που συμμετείχε στα γεγονότα. Ο ίδιος παραδέχθηκε ότι δεν αντιλήφθηκε τίποτα, εξαιτίας της ταυτόχρονης χρήσης δακρυγόνων από τη χωροφυλακή. Η κατηγορία κατά του Αυδή δεν οδήγησε σε καμία σύλληψη· έμεινε μετέωρη, περισσότερο ως μέσο δημιουργίας εντυπώσεων.

Στον απόηχο της δολοφονίας, οι αρχές εγκατέλειψαν το μπλόκο στο Στάνο και στράφηκαν σε συλλήψεις. Δεκαοκτώ καπνοπαραγωγοί συνελήφθησαν· έντεκα παραπέμφθηκαν σε δίκη με την κατηγορία της «στάσεως και της παρακωλύσεως των συγκοινωνιών», ενώ οι υπόλοιποι επτά κατηγορήθηκαν ότι «υποκίνησαν από κοινού τους καπνοπαραγωγούς σε στάση, πρωτοστατώντας στην οργάνωση της διαδήλωσης». Η δίκη ορίστηκε για τις 10 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς.

Η τραγική μορφή του Δημήτρη Βλάχου δεν έμεινε μόνο στη μνήμη των συγχωριανών και των αγροτών· πέρασε και στη λογοτεχνία. Ο Αγρινιώτης ποιητής Παναγιώτης Χατζόπουλος έγραψε ένα ποίημα-θρήνο για τον νεαρό, που ενσωμάτωσε στον λαϊκό θρύλο της περιοχής. Στίχοι γεμάτοι οργή και πένθος μιλούν για τον Βλάχο που χτυπήθηκε στη Σφήνα, για τον κάμπο που γέμισε αίμα, για τον Άσπρο που πίσω έκανε και για τα καπνοχώραφα που βογγούν. Το ποίημα καταλήγει με την εικόνα του κορμιού του Μήτσου Βλάχου να στέκεται σαν αιώνιο φλάμπουρο, σκιάχτρο και ελπίδα, πάνω από τα χωριά του Βάλτου και το Ξηρόμερο. Ένα φλάμπουρο που θύμιζε και θα θυμίζει στους αγρότες πως το ψωμί κατακτιέται με αγώνα.

«Τρία πουλάκια κάθουνται στου Πεταλά τη ράχη.
Το΄να κοιτάει το Μαχαλά, τ ‘ άλλο κατά το Ρίβιο,
το τρίτο το καλύτερο, τη Λεπενού τη δόλια.
Το΄να το λέει σαν πέρδικα, σα χελιδόνα τ΄ άλλο,
το τρίτο το πικρότερο, σα λαβωμένη μάνα,
που της επήρε τον υγιό φαρμακωμένο βόλι.
Κι όλο ξεσκλάει τα ρούχα της κι όλο τροχάει τα νύχια
κι όλο βουρλιέται και βογγάει, σκούζει και καταριέται:
«Πανάθεμά σας έμποροι και τρις ανάθεμά σας,
που βάλατε τους αδερφούς, αδέρφια να σκοτώνουν,
για να μας πάρτε τα καπνά, το γαίμα της καρδιάς μας».
Μια μπαταριά ν ‘ ακούστηκε, πιο πέρα απ ‘ το ποτάμι.
Γιόμοσ ‘ ο κάμπος γαίματα, γιόμοσ’ η πλάση φρίκη
κι ο Άσπρος πίσω έκαμε κι οι λίμνες ξεχειλίσαν.
Βογγάν΄ τα καπνοχώραφα, σκούζουν οι βαλαώρες
κι ο Πεταλάς σκοτείνιασε και βάφτηκε στα μαύρα.
Αστράφτ’ ο Μπούμπστος τρεις βολές και τ ‘ Άγραφα βροντάνε.
Το Μήτσο Βλάχο βάρεσαν στη Σφήνα στο γιοφύρι,
για να κιοτέψει η αγροτιά, τη σύναξη να λύσει.
Μα ετούτοι δεν κιοτέβουνε, το δίκιο τους το παίρνουν,
στήνοντας φλάμπουρο τρανό κι αιώνια τιμημένο
του Μήτσου Βλάχου το κορμί, σκιάχτρο μαζί κι ελπίδα,
πάνου απ’ του Βάλτου τα χωριά κι όλο το Ξηρομέρι.
Ν’ αναθυμιέται η αγροτιά, πως το ψωμί κερδιέται».

——————————————————————————————————————————————————————–
Πηγές: Εφ. Μακεδονία, Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου, έτος 51ον, αρ. φύλλου 16.716 | Μαρία Αγγέλη, Ο κόσμος της εργασίας: Γυναίκες και άνδρες στην παραγωγή & επεξεργασία του καπνού (Αγρίνιο 19ος – 20ος αι.), τόμος Β’ | Εφ. Ελευθερία, 11 Σεπτεμβρίου 1962 | 8. Εφ. Αυγή, Τρίτη 11 Σεπτέμβρη 1962.
Φωτογραφία: Μήτσος Βλάχος
(Πηγή: agriniomemories.blogspot.gr)
——————————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον

και όχι για  να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν