...
Γραμμένη Οξυά
Η Γραμμένη Οξυά απέχει από το Αγρίνιο περίπου 170 χλμ.
Ο χρόνος που απαιτείται για τη διαδρομή με αυτοκίνητο
είναι 3 ώρες και 15 λεπτά περίπου, ανάλογα με τις κυκλοφοριακές συνθήκες
και την ακριβή διαδρομή που θα επιλέξετε.

| Με click στον χάρτη σε μεγέθυνση η διαδρομή|
Η μνήμη των βουνών
Η Γραμμένη Οξυά είναι ένα γραφικό ορεινό χωριό στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας
Ανήκει στη δημοτική ενότητα Αποδοτίας του δήμου Ναυπακτίας
Σύμφωνα με την απογραφή του 2021, ο πληθυσμός του είναι 54 κάτοικοι
Επιμέλεια: Λ. Τηλιγάδας
Η Γραμμένη Οξυά δεν είναι απλώς ένα ορεινό χωριό της Ναυπακτίας· είναι ένας τόπος που κουβαλά επάνω του το ύψος, τη σιωπή και τη μνήμη των βουνών που το περιβάλλουν, καθώς είναι χτισμένη στα 1.130 μέτρα, στις νότιες απολήξεις της Οξυάς και στις βορειοδυτικές πλαγιές των Βαρδουσίων, εκεί όπου ο ορίζοντας ανοίγει προς τον Εύηνο και το βλέμμα ταξιδεύει χωρίς εμπόδιο. Όποιος φτάνει ως εδώ αντιλαμβάνεται ότι το χωριό δεν προσφέρεται απλώς για επίσκεψη αλλά για εμπειρία, επειδή η φύση δεν λειτουργεί ως φόντο αλλά ως πρωταγωνιστής, αφού οι οξιές, που σχηματίζουν το νοτιότερο δάσος του είδους τους στην Ευρώπη, αγκαλιάζουν τον οικισμό και τον προστατεύουν, ενώ τα έλατα, οι δρυς και οι καστανιές συμπληρώνουν ένα τοπίο που αλλάζει πρόσωπο με τις εποχές και διδάσκει υπομονή σε όποιον μάθει να το παρατηρεί.
Το χωριό, που παλαιότερα ονομαζόταν Σιτίστα, κουβαλά μια ονομασία που μαρτυρά την αγροτική του ρίζα, επειδή συνδέθηκε με τα σιτηρά που καλλιεργούνταν στην περιοχή, ωστόσο το 1927 μετονομάστηκε σε Γραμμένη Οξυά, όταν οι κάτοικοι θέλησαν να τιμήσουν έναν θρύλο που είχε περάσει από γενιά σε γενιά, σύμφωνα με τον οποίο ο αρχικλεφτοκαπετάνιος Τσαμ Καλόγερος σώθηκε από έναν σφοδρό ανεμοστρόβιλο στη θέση «Πεντιβί», επειδή πρόλαβε να πιαστεί από μια οξιά την οποία χάραξε με το μαχαίρι του σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, ώστε το δέντρο να μείνει γνωστό ως «γραμμένο» και το όνομά του να δοθεί τελικά σε ολόκληρο τον οικισμό. Έτσι, όταν οι ντόπιοι μιλούν για τη Γραμμένη Οξυά, δεν αναφέρονται μόνο σε έναν γεωγραφικό τόπο αλλά σε μια ιστορία σωτηρίας που έγινε συλλογική μνήμη και σε έναν συμβολισμό που ενώνει το φυσικό στοιχείο με την ανθρώπινη μοίρα.
Η παρουσία ζωής στην περιοχή χάνεται στα βάθη του χρόνου, όπως δείχνουν τα κεραμικά ευρήματα, οι πελεκημένοι λίθοι και τα ίχνη παλαιού υδραγωγείου, ενώ στο Κάτω Χωριό, ανάμεσα στα ξωκλήσια του Αγίου Δημητρίου και της Αγίας Μαρίνας, έχουν εντοπιστεί στοιχεία αρχαίου αιτωλικού οικισμού, τα οποία μαρτυρούν ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα δεν ήταν περιστασιακή αλλά οργανωμένη, καθώς τάφοι και νομίσματα υποδηλώνουν κοινωνική δομή και οικονομική κίνηση. Απέναντι από το Επάνω Χωριό, στη θέση «Παλιόδενδρα», σώζεται ένας υπόσκαφος μακεδονικός τάφος που οι κάτοικοι αποκαλούν «Χωνοκλησιά» ή «Γονοκλησιά», γεγονός που ενισχύει την πεποίθηση ότι η περιοχή υπήρξε σημείο εγκατάστασης ή διέλευσης προσώπων με ισχύ και κύρος, αφού τέτοια μνημεία δεν ανεγείρονταν χωρίς λόγο και χωρίς κοινωνική βαρύτητα.
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας η Γραμμένη Οξυά αποτέλεσε καταφύγιο και πεδίο συγκρούσεων, επειδή το ορεινό της ανάγλυφο προσφερόταν για άμυνα και απόκρυψη, ενώ το 1794 σημειώθηκαν μάχες στο διάσελο της περιοχής ανάμεσα στους Κοντογιανναίους και τον Γιουσούφ Αράπη, απεσταλμένο του Μαχμούτ Πασά των Ιωαννίνων, γεγονός που αποδεικνύει ότι το χωριό δεν βρισκόταν στο περιθώριο των εξελίξεων αλλά μέσα στη δίνη τους. Αργότερα, στις 23 Σεπτεμβρίου 1828, στη θέση «Ρίπα», ο τουρκικός στρατός ηττήθηκε και υποχώρησε προς το Γαρδίκι, επειδή οι ελληνικές δυνάμεις εκμεταλλεύτηκαν τη γνώση του εδάφους και τη μορφολογία του τόπου, στοιχείο που δείχνει πόσο στενά δεμένη ήταν η επιβίωση με το βουνό.
Σήμερα, παρότι ο πληθυσμός είναι περιορισμένος και οι αποστάσεις μεγάλες, η Γραμμένη Οξυά διατηρεί την αίσθηση μιας κοινότητας που γνωρίζει την αξία της συνέχειας, καθώς η πλατεία με τον πλάτανο και η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου λειτουργούν ως σημεία αναφοράς για όσους έφυγαν και επιστρέφουν, ενώ η μνήμη των Σιστινών μαστόρων, που υπήρξαν φημισμένοι τεχνίτες της πέτρας, παραμένει ζωντανή μέσα από την παροιμιακή φράση «Τον κόσμο τον έχτισαν οι Σιστινοί μαστόροι», η οποία δεν ειπώθηκε για να υπερβάλει αλλά για να αποδώσει την υπερηφάνεια μιας μικρής κοινωνίας που έμαθε να δημιουργεί μέσα σε δύσκολες συνθήκες. Όταν ακούς τους ανθρώπους να μιλούν για τον τόπο τους, καταλαβαίνεις ότι η Γραμμένη Οξυά δεν περιγράφεται μόνο με υψόμετρα και χιλιόμετρα, επειδή αυτό που τελικά μένει είναι η αίσθηση ότι εδώ το παρελθόν δεν αποτελεί αφήγηση σε βιβλίο αλλά ζωντανή παρουσία που συνοδεύει κάθε βήμα στο βουνό.












