Γέγονε την 6η Σεπτεμβρίου


...

Ο γέγονε… Γέγονε |


Γεγονότα

 

1861 – Σημειώνεται αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας της βασίλισσας Αμαλίας από τον φοιτητή Αριστείδη Δόσιο.

Στις 6 Σεπτεμβρίου 1861, στις 9 το βράδυ, ένας νεαρός 18 ετών πυροβόλησε με περίστροφο τη βασίλισσα Αμαλία σε κάποια απόσταση από τα ανάκτορα, καθώς επέστρεφε με το άλογο από τον περίπατό της, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Αυτός που πυροβόλησε ονομαζόταν Αριστείδης Δόσιος, δεύτερος γιος του Κωνσταντίνου Δόσιου.

Ο τελευταίος είχε διατελέσει γενικός γραμματέας στο υπουργείο Εσωτερικών και ανήκε σε γνωστή οικογένεια που είχε ανάμειξη στην πολιτική και ήταν εγγεγραμμένη στο επονομαζόμενο Αγγλικό Κόμμα − τότε που υπήρχαν εκείνα τα τρία κόμματα. Φυσικά, οι παραδόσεις της οικογένειας ήταν εναντίον του Όθωνα, αλλά ο νεαρός Δόσιος με τον ευέξαπτο και βίαιο χαρακτήρα του έδωσε συνέχεια σε αυτή την αντιπολιτευτική στάση μέχρι που, χωρίς να το γνωρίζουν ο πατέρας του και τα υπόλοιπα μέλη τη οικογένειας, αποπειράθηκε να σκοτώσει.

Ειπώθηκε όχι τάχα η απόπειρα κατά της βασίλισσας είχε αποφασισθεί από μία ομάδα νεαρών που σύχναζαν στο γραφείο της εφημερίδας το Μέλλον της Πατρίδος. Επίσης, ότι οι νέοι αυτοί έβαλαν κλήρο για το ποιος θα πυροβολούσε, και ότι, επειδή εκείνος που κληρώθηκε δείλιασε, ανέλαβε ο Δόσιος να το κάνει. Ωστόσο, αυτή η φήμη δεν είναι επιβεβαιωμένη ούτε ο Δόσιος κατέθεσε κάτι τέτοιο. Το μόνο που είπε ήταν ότι ο ίδιος με προσωπική του πρωτοβουλία προχώρησε στην ενέργεια κατά της βασίλισσας, προκειμένου να απαλλάξει την πατρίδα του από την τυραννία και να ικανοποιήσει την κοινή γνώμη.

 

 

1901 – Μπάφαλο Νέας Υόρκης. Κατά τη διάρκεια της Διεθνούς Έκθεσης, ο πρόεδρος Γουίλιαμ ΜακΚίνλεϊ χαιρετά τους επισκέπτες, όταν ένας νεαρός εργάτης πολωνικής καταγωγής, ο Λέων Τσόλγκος, τον πλησιάζει και τον πυροβολεί δύο φορές, τραυματίζοντάς τον σοβαρά.

Ο ΜακΚίνλεϊ μεταφέρεται σε νοσοκομείο και υποβάλλεται σε χειρουργική επέμβαση, αλλά υποκύπτει στα τραύματά του στις 14 Σεπτεμβρίου. Ο Τσόλγκος συλλαμβάνεται αμέσως. Στις ανακρίσεις του δηλώνει ότι ενέπνευσαν την πράξη του οι αναρχικές ιδέες, θεωρώντας τον πρόεδρο εκπρόσωπο ενός καταπιεστικού συστήματος. Η αμερικανική κοινωνία σοκάρεται και ξεκινά έντονη συζήτηση γύρω από την πολιτική βία και την ασφάλεια των ηγετών.

Ο Τσόλγκος δικάζεται γρήγορα, καταδικάζεται σε θάνατο και εκτελείται στην ηλεκτρική καρέκλα στις 29 Οκτωβρίου 1901. Η δολοφονία οδηγεί στην άνοδο του αντιπροέδρου Θίοντορ Ρούζβελτ στην προεδρία και εντείνει την επιφυλακτικότητα απέναντι σε αναρχικές οργανώσεις και μετανάστες.

Η υπόθεση παραμένει σημαντικό επεισόδιο στην αμερικανική ιστορία, αναδεικνύοντας τις κοινωνικές εντάσεις της εποχής και τη σύνδεση της πολιτικής βίας με ατομικές ενέργειες, χωρίς να υποδηλώνει οργανωμένη δράση από μεγαλύτερα κινήματα.

 

1959 –  Η 6η Σεπτεμβρίου του 1959 γράφτηκε με χρυσά γράμματα στην ιστορία του ΠΑΟΚ. Εκείνο το συννεφιασμένο, μουντό Κυριακάτικο απόγευμα, η Θεσσαλονίκη ανηφόριζε προς την Τούμπα, τη νέα έδρα του συλλόγου, χωρίς πολλοί να συνειδητοποιούν ότι γίνονταν μάρτυρες μιας μεγάλης στιγμής. Το γήπεδο είχε ανοίξει επίσημα τις πύλες του, και η ατμόσφαιρα ήταν ήδη φορτισμένη με προσμονή και ενθουσιασμό.

Η Τούμπα γέμισε ασφυκτικά. Στις εξέδρες βρισκόταν ο κόσμος του ΠΑΟΚ, αλλά και η κοινωνική και ποδοσφαιρική ελίτ της πόλης, καθώς και αξιόλογοι παράγοντες από όλη την Ελλάδα. Στις 5:30 το απόγευμα, ένα στρατιωτικό αεροπλάνο κατέβασε τη μπάλα στη σέντρα για το πρώτο επίσημο εναρκτήριο λάκτισμα, σηματοδοτώντας την έναρξη ενός νέου κεφαλαίου για τον σύλλογο.

Μόλις είκοσι λεπτά αργότερα, η Τούμπα ξέσπασε σε ζητωκραυγές. Ο Κιουρτζής, με ένα δυνατό σουτ, έστειλε τη μπάλα στα δίχτυα, χαρίζοντας στον ΠΑΟΚ την πρώτη νίκη στο νέο του γήπεδο, με 1-0 απέναντι στην ΑΕΚ. Οι παίκτες που φόρεσαν την πρώτη σύνθεση μέσα στο ιστορικό γήπεδο ήταν οι Πρόγιος, Χασιώτης, Κεμανίδης, Πετρίδης, Χαβανίδης, Γιαννέλος, Λέανδρος, Τσιντόγλου, Κουϊρουκίδης, Κιουρτζής και Νικολαϊδης – οι πρωταγωνιστές μιας ημέρας που θα μείνει χαραγμένη στη μνήμη του συλλόγου.

Η Τούμπα είχε γεννηθεί, όχι απλώς ως γήπεδο, αλλά ως σύμβολο για τον ΠΑΟΚ και τους φιλάθλους του. Από εκείνη τη στιγμή, κάθε γκολ, κάθε νίκη και κάθε συγκίνηση που θα ζούσε ο «Δικέφαλος του Βορρά» θα έβρισκε τη φυσική της έδρα στο γήπεδο που το ίδιο απόγευμα απέκτησε ψυχή και ιστορία. Η μέρα εκείνη δεν ήταν απλώς ένα ποδοσφαιρικό γεγονός· ήταν η απαρχή μιας νέας εποχής για την ομάδα και την πόλη.

 

1966 – Ο πρωθυπουργός της Νοτίου Αφρικής, Χέντρικ Φέρβερντ, δολοφονείται στο Κοινοβούλιο από τον ελληνικής καταγωγής δημόσιο υπάλληλο Δημήτριο Τσαφέντα.

Στις 6 Σεπτεμβρίου 1966, η Νότιος Αφρική συγκλονίστηκε από μια δολοφονία που έμελλε να γραφτεί με μαύρα γράμματα στην ιστορία του απαρτχάιντ. Ο πρωθυπουργός Χέντρικ Φέρβερντ, αρχιτέκτονας των πιο σκληρών νόμων φυλετικού διαχωρισμού, έπεσε νεκρός μέσα στο ίδιο το Κοινοβούλιο, από τις μαχαιριές ενός Έλληνα μετανάστη, του 48χρονου Δημήτρη Τσαφέντα.

Το μεσημέρι εκείνης της ημέρας, ο 65χρονος Φέρβερντ εισήλθε στην αίθουσα συνεδριάσεων του κοινοβουλίου στο Κέιπ Τάουν και κατευθύνθηκε στο πρωθυπουργικό έδρανο. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, ο κλητήρας Τσαφέντας τον πλησίασε και τον μαχαίρωσε θανάσιμα. Ο πρωθυπουργός μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο, αλλά οι γιατροί διαπίστωσαν απλώς τον θάνατό του.

Ο Τσαφέντας, γιος Έλληνα και Μοζαμβικανής, είχε έρθει αντιμέτωπος με τον σκληρό φυλετικό διαχωρισμό. Το καθεστώς τον είχε χαρακτηρίσει «μιγά» και του είχε απαγορεύσει να παντρευτεί μια μαύρη γυναίκα, απορρίπτοντας την αίτησή του για αλλαγή της ταξινόμησης. Η προσωπική του αυτή ήττα, σε συνδυασμό με την αγανάκτηση για το απαρτχάιντ, τον οδήγησαν στο σχέδιο της δολοφονίας.

Η σύλληψή του έγινε αμέσως μέσα στο Κοινοβούλιο. Στη δίκη, οι αρχές τον χαρακτήρισαν «ψυχοπαθή», κρίνοντάς τον ανίκανο για θανατική καταδίκη. Έτσι γλίτωσε την εκτέλεση, όμως πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του πίσω από τα κάγκελα, ως κρατούμενος χωρίς δικαιώματα.

Η δολοφονία του Φέρβερντ, του ανθρώπου που είχε ταυτιστεί όσο κανείς με τη θεσμοθέτηση του φυλετικού μίσους, σόκαρε το καθεστώς της Νοτίου Αφρικής, ενώ η πράξη του Τσαφέντα έμεινε στην ιστορία ως η πρώτη και μοναδική βίαιη ανατροπή μέσα στην καρδιά του απαρτχάιντ.

 

1985 – Το καλοκαίρι του 1985, η Νέα Δημοκρατία βρέθηκε σε βαθιά κρίση μετά την εκλογική της ήττα και την απόφαση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη να διεκδικήσει εκ νέου την ηγεσία. Ο Κωστής Στεφανόπουλος, που είχε ήδη χάσει την εσωκομματική μάχη έναν χρόνο νωρίτερα, διαφώνησε ανοιχτά και αποχώρησε, ιδρύοντας τη Δημοκρατική Ανανέωση (ΔΗΑΝΑ). Μαζί του συντάχθηκαν εννέα βουλευτές της Ν.Δ. και δύο μέλη της εκτελεστικής επιτροπής, δίνοντας στο νέο κόμμα χαρακτήρα διάσπασης με θεσμικό βάρος.

Η ΔΗΑΝΑ δοκίμασε την τύχη της για πρώτη φορά στις εκλογές του Ιουνίου 1989, κερδίζοντας 1,01% και μία έδρα για τον Στεφανόπουλο στην Α΄ Αθήνας, ενώ στις ευρωεκλογές της ίδιας μέρας εξασφάλισε επίσης μία έδρα. Ωστόσο, η αποχή της από τις εκλογές του Νοεμβρίου και η χαμηλή επίδοση του 1990 (0,67%) έδειξαν τα όρια της πολιτικής της απήχησης. Τότε, η έδρα του κόμματος αποδείχθηκε καθοριστική: ο Θεόδωρος Κατσίκης στήριξε τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη ώστε να σχηματίσει μονοκομματική κυβέρνηση. Σύντομα όμως προσχώρησε στη Ν.Δ., αφήνοντας τη ΔΗΑΝΑ χωρίς εκπροσώπηση στη Βουλή.

Η τελευταία μεγάλη μάχη δόθηκε στις ευρωεκλογές του 1994. Παρά το 2,79% που αποτέλεσε το υψηλότερο ποσοστό της, το κόμμα δεν ξεπέρασε το όριο του 3% για την είσοδο στο Ευρωκοινοβούλιο. Λίγες ημέρες αργότερα, ο Στεφανόπουλος ανακοίνωσε τη διάλυση της ΔΗΑΝΑ και αποσύρθηκε από την ενεργό πολιτική. Έναν χρόνο μετά, εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας με πρόταση της Πολιτικής Άνοιξης και στήριξη του ΠΑΣΟΚ. Τα εναπομείναντα στελέχη κράτησαν τυπικά το κόμμα έως το 1996, οπότε ενσωματώθηκε στην Πολιτική Άνοιξη του Αντώνη Σαμαρά, κλείνοντας οριστικά τον κύκλο μιας σύντομης αλλά χαρακτηριστικής παρένθεσης της Μεταπολίτευσης.

 

Γεννήσεις

 

1772 – Λογγίνος Χέυδεν. Ο Λόντεβικ Σίγκισμουντ Βίνσεντ Γκούσταφ, γνωστός στην Ελλάδα ως Λογγίνος Χέυδεν, υπήρξε μία από τις εμβληματικές μορφές της ναυτικής ιστορίας του 19ου αιώνα. Γεννημένος στο Ζαουντλάρεν της Ολλανδίας, κατατάχθηκε στο ναυτικό σε ηλικία μόλις εννέα ετών, δείχνοντας από νωρίς την κλίση του στη θάλασσα. Στα 16 του χρόνια είχε ήδη προαχθεί, και η πορεία του τον οδήγησε στη ρωσική υπηρεσία, όπου ξεχώρισε για τις ικανότητές του.

Το 1827, ως αρχηγός του ρωσικού στόλου, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου. Ο στόλος του, αποτελούμενος από οκτώ πλοία, ενώθηκε με τις δυνάμεις της Αγγλίας και της Γαλλίας και διέλυσε τον Τουρκο-Αιγυπτιακό στόλο, καθορίζοντας την έκβαση του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Η συμβολή του Χέυδεν υπήρξε τόσο στρατιωτική όσο και συμβολική: την ίδια χρονιά, σύμφωνα με την παράδοση, έφερε στην Ελλάδα τα πρώτα μανταρίνια, προσθέτοντας μια μικρή αλλά χαρακτηριστική πινελιά στη μνήμη του.

Εκτός από τη δράση του στη Μεσόγειο, υπήρξε κυβερνήτης της Ρεβάλης, ενώ το 1832 επέστρεψε οριστικά στην Ολλανδία. Πέθανε σε ηλικία 77 ή 78 ετών, αφήνοντας πίσω του μια πολυμελή οικογένεια. Από τον γάμο του με την Άννα Μαρία Άκελαϊε απέκτησε έξι παιδιά· ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Φρειδερίκος, που έμελλε να γίνει κυβερνήτης του δουκάτου της Φινλανδίας.

Στην Αθήνα, κοντά στην πλατεία Βικτωρίας, μία οδός φέρει το όνομά του, δίπλα σε εκείνες των συμμάχων του στη Ναυμαχία, του Άγγλου Έντουαρντ Κόδριγκτον και του Γάλλου Ανρί Δεριγνύ. Έτσι, η μνήμη του Λογγίνου Χέυδεν μένει ζωντανή, συνδέοντας το όνομά του με την ελευθερία της Ελλάδας και την ιστορία της πόλης.

 

1925 – Αντρέα Καμιλέρι. Ο Αντρέα Καμιλλέρι, ο συγγραφέας που μετέτρεψε τη Σικελία σε λογοτεχνικό τοπίο, γεννήθηκε το 1925 στο Πόρτο Εμπέντοκλε. Από μικρός έδειξε τον ανυπότακτο χαρακτήρα του· στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αποβλήθηκε από το επισκοπικό κολέγιο όπου φοιτούσε επειδή πέταξε ένα αυγό σε έναν σταυρό. Το 1943 αποφοίτησε από το κλασικό λύκειο του Αγκριτζέντο, χωρίς εξετάσεις, λόγω της απόβασης των συμμάχων στη Σικελία. Σύντομα γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή, αλλά δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις σπουδές του. Προτίμησε να στραφεί στη λογοτεχνία και την πολιτική, εντασσόμενος στο Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και αρχίζοντας να δημοσιεύει τα πρώτα του διηγήματα και ποιήματα.

Από το 1948 έως το 1950 φοίτησε στην περίφημη Ακαδημία Δραματικής Τέχνης «Silvio d’Amico», ανοίγοντας τον δρόμο για μια καριέρα στη σκηνοθεσία και το σενάριο. Παρά το γεγονός ότι το 1954 αποκλείστηκε από διαγωνισμό πρόσληψης στη RAI λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων, δεν εγκατέλειψε. Το 1957 παντρεύτηκε τη Ροσέττα Ντέλο Σιέστο, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά, ενώ το 1958 τόλμησε κάτι πρωτοποριακό: παρουσίασε για πρώτη φορά στην Ιταλία το θέατρο του παραλόγου του Σάμουελ Μπέκετ, ανεβάζοντας το έργο «Το τέλος του παιχνιδιού» στη Ρώμη.

Τη δεκαετία του ’60 κατάφερε τελικά να συνεργαστεί με τη RAI και συμμετείχε σε σημαντικές τηλεοπτικές παραγωγές, όπως οι «Περιπέτειες της Λάουρα Στορμ», ο «Υπολοχαγός Σέρινταν» και «Οι έρευνες του αστυνόμου Μαίγρε», με πρωταγωνιστή τον Τζίνο Τσέρβι.

Η συγγραφική του πορεία ξεκίνησε το 1978 με το μυθιστόρημα Η ροή των πραγμάτων. Δύο χρόνια αργότερα ακολούθησε το Καπνός στον ορίζοντα, το πρώτο που διαδραματίζεται στη φανταστική σικελική πόλη Βιγκάτα, προάγγελο του κόσμου όπου αργότερα θα γεννηθεί ο εμβληματικός επιθεωρητής Μονταλμπάνο.

 

Θάνατοι

 

2007 – Λουτσιάνο Παβαρότι. Ένας από τους πιο αγαπημένους τενόρους του 20ού αιώνα, γεννήθηκε στις 12 Οκτωβρίου 1935 στη Μόντενα της Ιταλίας. Γιος αρτοποιού, μεγάλωσε σε μια απλή οικογένεια, αλλά από νωρίς έδειξε πως η φωνή του θα τον οδηγούσε πολύ μακριά. Ξεκίνησε τη διαδρομή του ως δάσκαλος φωνητικής, όμως στα τέλη της δεκαετίας του ’50 πήρε τη μεγάλη απόφαση να αφοσιωθεί στο τραγούδι.

Η καριέρα του απογειώθηκε το 1961, όταν κέρδισε τον διαγωνισμό Ρέτζο Εμίλια και ερμήνευσε για πρώτη φορά έργο του Πουτσίνι, κερδίζοντας το ιταλικό κοινό. Δύο χρόνια αργότερα εμφανίστηκε εκτός Ιταλίας, στο Άμστερνταμ, ανοίγοντας τον δρόμο για μια καριέρα που γρήγορα θα ξεπερνούσε τα ευρωπαϊκά σύνορα. Μέχρι το 1965 είχε ήδη τραγουδήσει στις μεγαλύτερες όπερες της Γηραιάς Ηπείρου, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές και προκαλώντας ενθουσιασμό όπου κι αν εμφανιζόταν.

Σύντομα η φωνή του ακούστηκε στην Αμερική, την Αυστραλία και την Άπω Ανατολή. Ο Παβαρότι έγινε σύμβολο της όπερας, φέρνοντας το λυρικό τραγούδι πιο κοντά σε ένα παγκόσμιο κοινό, ακόμα και σε όσους δεν είχαν ποτέ βρεθεί σε μια αίθουσα όπερας.

Το 2004 ανέβηκε για τελευταία φορά στη σκηνή της όπερας, συνεχίζοντας όμως τις συναυλίες. Η συγκινητική του αποχαιρετιστήρια εμφάνιση ήρθε τον Φεβρουάριο του 2006, στην τελετή έναρξης των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων στο Τορίνο. Στην πορεία του τιμήθηκε με πέντε βραβεία Γκράμι, επιβεβαιώνοντας το παγκόσμιο εκτόπισμα της φωνής του.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του πάλεψε με τον καρκίνο στο πάγκρεας. Μετά από χειρουργείο το καλοκαίρι του 2006, αποσύρθηκε στη γενέτειρά του. Ο Λουτσιάνο Παβαρότι έφυγε από τη ζωή στις 6 Σεπτεμβρίου 2007, αφήνοντας πίσω του μια ανεκτίμητη κληρονομιά στην ιστορία της μουσικής.

 

2011 – Μάικλ Χαρτ. Γεννημένος το 1960, είναι ένας από τους πιο αναγνωρισμένους πολιτικούς φιλοσόφους της εποχής μας. Το όνομά του έγινε παγκοσμίως γνωστό με το βιβλίο Empire, που συνέγραψε με τον Αντόνιο Νέγκρι και που ο Σλαβόι Ζίζεκ χαρακτήρισε ως το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο του 21ου αιώνα». Στο έργο αυτό οι δύο στοχαστές υποστήριξαν ότι οι κυρίαρχες δυνάμεις της εποχής μας – η ταξική καταπίεση, η παγκοσμιοποίηση, η εμπορευματοποίηση των συναισθημάτων και των υπηρεσιών – μπορούν να μετατραπούν σε εφαλτήριο για κοινωνικές αλλαγές χωρίς προηγούμενο.

Η τριλογία που ξεκίνησε με το Empire συνεχίστηκε με το Multitude: War and Democracy in the Age of Empire το 2004, όπου αναπτύχθηκε η έννοια του «πλήθους» ως φορέα ενός νέου, παγκόσμιου δημοκρατικού κινήματος. Ολοκληρώθηκε το 2009 με το Commonwealth, που έθεσε τις βάσεις για μια νέα προσέγγιση των κοινών αγαθών και της συλλογικής πολιτικής δράσης.

Η πορεία του Χαρτ ξεκίνησε μακριά από τη φιλοσοφία. Απόφοιτος μηχανικός του Swarthmore College, την εποχή της ενεργειακής κρίσης στράφηκε στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, πιστεύοντας ότι έτσι θα μπορούσε να υπηρετήσει την πολιτική πράξη έξω από τις αντιπαραθέσεις της πανεπιστημιούπολης. Εργάστηκε σε εταιρείες ηλιακής ενέργειας, συμμετείχε στο Sanctuary Movement και βοήθησε να φτάσουν υπολογιστές στο Πανεπιστήμιο του Ελ Σαλβαδόρ. Όπως παραδέχτηκε, όμως, οι εμπειρίες αυτές τον διαμόρφωσαν περισσότερο τον ίδιο παρά τους αποδέκτες της βοήθειάς του.

Το 1983 μετακόμισε στο Σιάτλ για μεταπτυχιακές σπουδές στη συγκριτική φιλολογία. Εκεί γνώρισε τον Νέγκρι μέσα από τη μετάφραση έργων του, ξεκινώντας μια συνεργασία που θα άφηνε ανεξίτηλο αποτύπωμα στη σύγχρονη πολιτική θεωρία. Μετά τη διδακτορική του διατριβή για τον Ζιλ Ντελέζ, δίδαξε αρχικά στη Νότια Καλιφόρνια και από το 1994 στο Πανεπιστήμιο Duke, όπου σήμερα είναι καθηγητής Λογοτεχνίας και Ιταλικών.

 

————————————————————————
Πηγές: sansimera.gr, el.wikipedia