Γέγονε την 4η Αυγούστου


...

Ο γέγονε… Γέγονε|


Γεγονότα

 

1693 – Ο καλόγερος Ντομ Περινιόν παρασκευάζει την πρώτη σαμπάνια, σε μοναστήρι Βενεδικτίνων στο Οτβιγιέ της Καμπανίας.

H σαμπάνια αποτελεί σύμβολο της απόλαυσης και της πολυτέλειας. Διαχρονικά συνοδεύει τις καλύτερες στιγμές της πολιτικής ζωής, βρίσκεται σε περίοπτη θέση στα κοσμοπολίτικα πάρτι και είναι συνώνυμο του πλούτου και της χλιδής. Τα τελευταία χρόνια η κατανάλωση σαμπάνιας δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο των «εχόντων» καθώς ένα μεγάλο κομμάτι έχει πλέον τη δυνατότητα να απολαύσει ένα ποτήρι σαμπάνιας λόγω της μαζικής παραγωγής της.

Η ιστορία της ξεκινά από τη Γαλλία τον 17ο αιώνα. «Πατέρας» της θεωρείται ο μοναχός σε Ντομ Περινιόν, που ήταν υπεύθυνος για την κάβα τού Αβαείου του Οτβιλιέ όπου εκείνη την εποχή παράγονταν τα πιο ονομαστά κρασιά της χώρας. Εκείνη την εποχή, οι οινοποιοί της περιοχής της Καμπανίας είχαν παρατηρήσει πως σε ορισμένα κρασιά σχηματίζονταν φυσαλίδες και θεωρούνταν πρόβλημα. Όμως το φαινόμενο αυτό προσέδιδε μια ξεχωριστή γεύση στα κρασιά.

Όπως διαπιστώθηκε αργότερα, αυτές οι φυσαλίδες οφείλονταν στη δεύτερη αλκοολική ζύμωση που γίνεται στο μπουκάλι μετά την εμφιάλωση του κρασιού, κατά τη διαδικασία της οποίας παράγεται διοξείδιο του άνθρακα. Ο Βενεδικτίνος καλόγερος ήταν ο άνθρωπος που μελέτησε τη διαδικασία αυτή δημιουργώντας την πρώτη σαμπάνια το 1693. Σύμφωνα με το μύθο, μόλις παρασκεύασε την πρώτη σαμπάνια και γεύτηκε την πρώτη γουλιά, ο ίδιος φώναξε: “Ελάτε γρήγορα, πίνω τα αστέρια.

Βέβαια υπάρχουν και απόψεις ιστορικών που αποδίδουν τη δημιουργία της στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ωστόσο ο Περινιόν είναι ο άνθρωπος που καθιέρωσε τους κανόνες παρασκευής της από συγκεκριμένες ποικιλίες σταφυλιών που είναι κυρίως τα “Pinot Noir”, ” Chardonnay” και “Pinot Meunier” και οι οποίοι ισχύουν απαρέγκλιτα μέχρι σήμερα. Ο ίδιος μάλιστα μπορούσε μόνο από τη γεύση ενός σταφυλιού να μαντέψει τον αμπελώνα προέλευσής του και για αυτό το λόγο έχει γραφτεί πως ήταν τυφλός, κάτι που διαψεύδεται από τις επίσημες καταγραφές. Προς τιμήν του, ίσως η πιο δημοφιλής εταιρίας παρασκευής σαμπάνιας Moet et Chandon, έδωσε το όνομά του στην καλύτερη και ακριβότερη σαμπάνια της (Dom Perignon).

 

1809 – Ο πρίγκιπας Μέτερνιχ, ο άνθρωπος που θα παίξει κυρίαρχο ρόλο στις ευρωπαϊκές υποθέσεις για τις επόμενες τέσσερις δεκαετίες, γίνεται υπουργός Εξωτερικών της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Ο Κλέμενς φον Μέττερνιχ, γεννημένος το 1773 σε οικογένεια διπλωματών, αναδείχθηκε σε έναν από τους πιο σημαντικούς Ευρωπαίους πολιτικούς του 19ου αιώνα. Με σπουδές στο Στρασβούργο και το Μάιντς, ανέλαβε καίριες διπλωματικές αποστολές στη Σαξονία, την Πρωσία και τη Γαλλία, πριν διοριστεί υπουργός Εξωτερικών της Αυστρίας το 1809. Κεντρικός στόχος του ήταν η διατήρηση της ισορροπίας δυνάμεων στην Ευρώπη και η προστασία της Αυστριακής Αυτοκρατορίας, συχνά μέσω συντηρητικών και κατασταλτικών μεθόδων.

Αρχικά επιδίωξε ύφεση με τη Γαλλία μέσω του γάμου του Ναπολέοντα με την αρχιδούκισσα Μαρία Λουίζα, ελπίζοντας σε ενίσχυση της αυστριακής επιρροής. Ωστόσο, καθώς ο Ναπολέων γινόταν όλο και πιο επιθετικός, ο Μέττερνιχ απομακρύνθηκε από τη συμμαχία μαζί του. Προσπάθησε ανεπιτυχώς να μεσολαβήσει για ειρήνη μέσω των προτάσεων της Φρανκφούρτης και τελικά ενέταξε την Αυστρία στον Έκτο Συνασπισμό. Ως βασικός διαπραγματευτής, πρωταγωνίστησε στη Συνθήκη του Φονταινεμπλώ και στο Συνέδριο της Βιέννης, όπου διαμόρφωσε τη μεταναπολεόντεια Ευρώπη και ανύψωσε τη διπλωματική επιρροή της Αυστρίας στο απόγειό της.

Η πολιτική του στηρίχθηκε στον αυταρχισμό, τη λογοκρισία και την καταστολή εθνικιστικών και φιλελεύθερων κινημάτων. Διετέλεσε Καγκελάριος από το 1821 έως το 1848, προωθώντας τη διατήρηση της Αυτοκρατορίας με κάθε μέσο. Η Επανάσταση του 1848 τον ανάγκασε σε παραίτηση και εξορία, ωστόσο επανήλθε το 1851 ως σύμβουλος του Φραγκίσκου Ιωσήφ. Παρέμεινε ενεργός μέχρι το τέλος της ζωής του, πεθαίνοντας το 1859. Η πολιτική του κληρονομιά εξακολουθεί να προκαλεί διχογνωμία: άλλοι τον βλέπουν ως προστάτη της ειρήνης και της σταθερότητας, άλλοι ως αντίπαλο της προόδου και της ελευθερίας.

 

1865 – Ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» του Διονύσιου Σολωμού καθιερώνεται ως εθνικός ύμνος της Ελλάδας. Το ποίημα γράφτηκε από τον Διονύσιο Σολωμό τον Μάιο του 1823 στη Ζάκυνθο και έναν χρόνο αργότερα τυπώθηκε στο Μεσολόγγι.

Το ποίημα συνδυάζει στοιχεία από τον ρομαντισμό αλλά και τον κλασικισμό. Οι στροφές που χρησιμοποιούνται είναι τετράστιχες, ενώ, στους στίχους παρατηρείται εναλλαγή τροχαϊκών οκτασύλλαβων και επτασύλλαβων. Το 1828 μελοποιήθηκε από τον Κερκυραίο Νικόλαο Μάντζαρο πάνω σε λαϊκά μοτίβα, για τετράφωνη ανδρική χορωδία. Από τότε ακουγόταν τακτικά σε εθνικές γιορτές, αλλά και στα σπίτια των Κερκυραίων αστών και αναγνωρίστηκε στη συνείδηση των Ιονίων ως άτυπος ύμνος της Επτανήσου.

Ακολούθησαν και άλλες μελοποιήσεις από τον Μάντζαρο (2η το 1837 και 3η το 1839-40), ο οποίος υπέβαλε το έργο του στο Βασιλιά Όθωνα (4η «αντιστικτική» μελοποίηση, Δεκέμβριος 1844).

Παρά την τιμητική επιβράβευση του μουσικοσυνθέτη Μάντζαρου με τον Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρα (Ιούνιος 1845) και του Διονυσίου Σολωμού με το Χρυσό Σταυρό του ίδιου Τάγματος (1849), το έργο (και ειδικά η πρώτη μελοποίησή του) διαδόθηκε μεν ως «θούριος», αλλά δεν υιοθετήθηκε ως ύμνος από τον Όθωνα. Ο Μάντζαρος το 1861 επανεξέτασε για 5η φορά το έργο, αυτή τη φορά σε ρυθμό εμβατηρίου κατά παραγγελία του Υπουργού Στρατιωτικών.

Όταν ο Βασιλιάς Γεώργιος Α΄ επισκέφθηκε την Κέρκυρα το 1865 μετά την ενσωμάτωση των Επτανήσων με την Ελλάδα, άκουσε την εκδοχή για ορχήστρα πνευστών της αρχής της πρώτης μελοποίησης που έπαιζε η μπάντα της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κέρκυρας και του έκανε εντύπωση. Ακολούθησε Βασιλικό Διάταγμα του Υπουργείου Ναυτικών (Υπουργός Δ. Στ. Μπουντούρης) που το χαρακτήρισε «επίσημον εθνικόν άσμα» και διατάχθηκε η εκτέλεσή του «κατά πάσας τας ναυτικάς παρατάξεις του Βασιλικού Ναυτικού». Επίσης ενημερώθηκαν οι ξένοι πρέσβεις, ώστε να ανακρούεται και από τα ξένα πλοία στις περιπτώσεις απόδοσης τιμών προς τον Βασιλιά της Ελλάδος ή την Ελληνική Σημαία. Από τότε θεωρείται ως εθνικός ύμνος της Ελλάδος.

 

1960 – Έπειτα από παρέμβαση της ελληνικής πρεσβείας στο Παρίσι, απαλείφονται από γνωστό γαλλικό λεξικό οι ερμηνείες του λήμματος grec (Έλληνας) ως απατεώνας, λωποδύτης, παλιάνθρωπος.

Αν πέσει στα χέρια σας κανένα κάπως παλιό (προπολεμικό) αγγλικό ή γαλλικό λεξικό, και αναζητήσετε το λήμμα Greek ή grec (Έλληνας) θα δείτε, μετά τις κυριολεκτικές σημασίες, την όχι και τόσο κολακευτική σημασία «χαρτοκλέφτης, απατεώνας».

Λέγεται ότι μια επιτροπή Ελλήνων λογίων διαμαρτυρήθηκε στους υπεύθυνους των μεγάλων λεξικών, του Λιτρέ και του Λαρούς και του Ρομπέρ, κι έτσι η προσβλητική σημασία απαλείφθηκε από τα λεξικά. Σε μιαν άλλη, μάλλον αναξιόπιστη πηγή ακούγεται ότι έγινε και επίσημο διπλωματικό διάβημα προς τη Γαλλική Ακαδημία (αυτά την εποχή που η γαλλική γλώσσα κυριαρχούσε, δηλαδή προπολεμικά).

Έλληνας λοιπόν σήμαινε: Πονηρός, πανούργος, κατεργάρης· απατεώνας, ιδίως χαρτοκλέφτης. Πότε υπήρχε η σημασία αυτή; Στα γαλλικά, καταγράφεται πρώτη φορά το 1721, αλλά βρίσκει τη μεγάλη της χρήση από το 1750 και σε όλο τον 19ο αιώνα. Στον εικοστό αιώνα φαίνεται να ατονεί, και μεταπολεμικά μπορούμε πια να πούμε ότι έχει σχεδόν πάψει να χρησιμοποιείται. Παρόμοια πορεία έχουμε και στα αγγλικά.

Η αναφορά στους Greek = χαρτοκλέφτες δεν έχει βέβαια σχέση με τους Έλληνες της εποχής, αν και σε αρκετές περιπτώσεις γίνεται μια φευγαλέα σύγκριση με τους αρχαίους Έλληνες. Σε αυτά τα έργα, με τον όρο Modern Greeks δεν εννοούνται οι σύγχρονοι Έλληνες αλλά οι χαρτοπαίκτες της εποχής. Για παράδειγμα, στο The pursuits of fashion (1810) ο Edward Goulburn αναφέρει ότι οι όροι gamblers και Greeks είναι συνώνυμοι αλλά ο Greek είναι ο πιο αξιοσέβαστος χαρτοπαίκτης.

Η σημασία υπάρχει επίσης και στα λεξικά της αργκό/σλαγκ αλλά και το νεότερο λεξικό της αργκό των εκδ. Λαρούς. Συγκεκριμένα, στην έκδοση του 1990, η πρώτη σημασία του λήμματος grec είναι Tricheur habile (επιδέξιος χαρτοκλέφτης) και μας δίνει την πληροφορία ότι «όταν ο Έλληνας δρα σε καφενείο ή σε φιλική συγκέντρωση.

 

1984 – Ο Δημήτρης Θανόπουλος κατακτά το αργυρό μετάλλιο στην κατηγορία 82 κιλών της ελληνορωμαϊκής πάλης στους Ολυμπιακών Αγώνες του Λος Άντζελες.

Στην ίδια διοργάνωση, ο Μπάμπης Χολίδης κατακτά το χάλκινο μετάλλιο στην κατηγορία των 57 κιλών. Ο Θανόπουλος γεννήθηκε το 1959 στην Στεμνίτσα της Αρκαδίας. Σε ηλικία 13 ετών έρχεται στην Αθήνα και γνωρίζεται με το άθλημα της πάλης. Αναδείχτηκε 9 φορές Πρωταθλητής Ελλάδος ενώ είχε και πολλές διακρίσεις εκτός Ελλάδος.

Έλαβε μέρος σε 3 Ολυμπιάδες (1980-Μόσχα, 1984-Λος Άντζελες, 1988-Σεούλ). Η μεγαλύτερη του διάκριση ήταν στην Ολυμπιάδα του Λος Άντζελες το 1984, όταν και κατέκτησε το ασημένιο μετάλλιο, το δεύτερο μετάλλιο στην ελληνορωμαϊκή πάλη μετά τον Στέλιο Μυγιάκη, στην κατηγόρια των 82 κιλών.

Στην ίδια Ολυμπιάδα ο Μπάμπης Χολίδης κατέκτησε ένα ακόμη, το τρίτο, χάλκινο μετάλλιο στην κατηγορία των 57 κιλών. Ο ίδιος διετέλεσε από το 1998 μέχρι και το 2000 προπονητής της εθνικής ομάδας ελληνορωμαϊκής πάλης ανδρών. Μαζί με τον Γιώργο Ρουμπάνη, ήταν ο άνθρωπος που σκέφτηκε και ίδρυσε τον Σύλλογο Ελλήνων Ολυμπιονικών το 1985.

 

Γεννήσεις

 

1792 – Πέρσι Σέλεϊ (αγγλ. Percy Bysshe Shelley) ήταν Άγγλος ποιητής, βασικός εκπρόσωπος του ρομαντισμού. Ανήκει, μαζί με τον Λόρδο Μπάυρον και τον Τζον Κητς, στη δεύτερη γενιά των Άγγλων ρομαντικών.

Ο Σέλλεϋ δεν γνώρισε την αναγνώριση που περίμενε ως ποιητής στη διάρκεια της ζωής του. Μετά τον θάνατό του, όμως, το έργο του έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές και επηρέασε πολλές γενιές ποιητών. Αν και η οικογένειά του ήταν αριστοκρατική, ο Σέλλεϋ είχε ριζοσπαστικές ιδέες και στράφηκε, με την ποίηση αλλά και με τον τρόπο ζωής του, εναντίον όλων των παραδοσιακών θεσμών. Ξεπέρασε την εσωστρέφεια του ρομαντικού ατομικισμού και εξέφρασε μέσω του έργου του το όραμά του για ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη. Πέθανε, σε ηλικία 30 ετών, στον κόλπο Λα Σπέτσια στην Ιταλία.

Ο Πέρσυ Σέλλεϋ από τη νεαρή του ηλικία διακρινόταν για τη λεπτότητα του συναισθηματικού του κόσμου, την πρωτοτυπία και επαναστατικότητα των ιδεών του. Αυτά τα χαρακτηριστικά σε συνδυασμό με την εξαίρετη κυριαρχία του στα εκφραστικά του μέσα, του προσέδωσαν ιδιαίτερη θέση στην αγγλική λογοτεχνία. Αφιέρωσε τη σύντομη ζωή του στα ιδεώδη της ειρήνης, της αδελφοσύνης και της αγάπης. Τα ιδεώδη του ήταν συχνά πολύ προωθημένα, όπως η υποστήριξη του αθεϊσμού, ενώ υπήρξε αναμφισβήτητα φιλέλληνας – στο ποίημά του Ελλάς (Hellas) υμνεί την Ελληνική Επανάσταση (1821) ενάντια στον τουρκικό ζυγό.

 

1821 – Λουί Βιτόν Ανατολική Γαλλία, Αύγουστος του 1821. Το κλάμα ενός μωρού που γεννιέται θα ξυπνήσει τη γειτονιά του φτωχού χωριού Anchay.

Το αγοράκι που ήρθε στον κόσμο, είναι ο Louis της πάμφτωχης οικογένειας Vuitton. Οι πρόγονοί του, ανήκαν όλοι στην εργατική τάξη. Ξυλουργοί, αγρότες και καπελάδες. Ο πατέρας του, ο Xavier Vuitton, ήταν αγρότης και η μητέρα του, Corinne Gaillard, έφτιαχνε καπέλα. Στα 10 του ο Louis έχασε τη μητέρα του.

Σε ηλικία 13 ετών, μπουχτισμένος από την ζωή στην επαρχία και την αυστηρή θετή μητέρα του, ο Vuitton εγκατέλειψε το σπίτι του για να πάει στο Παρίσι. Το ταξίδι των 470 χιλιομέτρων του πήρε δύο χρόνια με τα πόδια και είχε φυσικά πολλές στάσεις σε χωριά και πόλεις όπου έκανε περίεργες δουλειές για να κερδίσει χρήματα και να συνεχίσει την πορεία του.

Όταν επιτέλους έφτασε στο Παρίσι το 1837, ο Louis Vuitton έγινε μαθητευόμενος σε ένα επιτυχημένο εργαστήριο κατασκευής κιβωτίων συσκευασίας – τέχνη που ήταν πολύ αξιοσέβαστη εκείνη την εποχή. Τα ταξίδια σε όλο τον κόσμο είχαν γίνει πολύ δημοφιλή και σχεδόν όλοι χρειάζονταν ανθεκτικές αποσκευές. Μέσα σε λίγα χρόνια είχε αποκτήσει τη φήμη ενός από τους καλύτερους τεχνίτες σε όλο το Παρίσι.

Μετά από 17 ολόκληρα χρόνια που εργάστηκε ως υπάλληλος, αποφάσισε, το 1854 να ιδρύσει την ομώνυμη εταιρεία, με κατάστημα στο Παρίσι και να παντρευτεί με την 17χρονη Clemence-Emilie Parriaux. Η εξωτερική πινακίδα έγραφε: “Συσκευάζουμε με ασφάλεια τα πιο εύθραυστα αντικείμενα. Ειδικευόμαστε στη συσκευασίας μόδας”. Η φήμη του πλέον περνούσε τα γαλλικά σύνορα.

Τα ταξιδιωτικά κιβώτια Louis Vuitton ήταν δυνατά και πανέμορφα με τα κομψά μονογράμματα και το λακαρισμένο δέρμα. Μετέφεραν τα ρούχα και τα αξεσουάρ των κυριών στους πιο κακοτράχαλους δρόμους. Ήταν ανθεκτικά στη λάσπη και στις λακκούβες του Παρισιού της μεταβιομηχανικής επανάστασης.

Το 1867, ο Vuitton τιμήθηκε με χάλκινο μετάλλιο στην Exposition Universelle, μια διεθνή έκθεση που διοργάνωσε ο Ναπολέων και πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι, γεγονός που αύξησε περαιτέρω τη δημοτικότητά του.

Κατά τη διάρκεια του Γαλλο-Πρωσικού πολέμου, από το 1870-71, το εργαστήριο του Vuitton λεηλατήθηκε και καταστράφηκε. Μόλις τελείωσε ο πόλεμος, εγκαταστάθηκε σε ένα νέο εργαστήριο σε μια αριστοκρατική περιοχή του Παρισιού. Ο μπεζ και κόκκινος ριγέ LV καμβάς μπήκε στις ζωές των Γάλλων το 1872. Ο σχεδιασμός απευθυνόταν κυρίως στη νέα παριζιάνικη ελίτ.

Ο Louis Vuitton έζησε όμορφα, βλέποντας το μικρό του εργαστήριο να γιγαντώνεται. Συνέχισε να εργάζεται ταπεινά μέχρι το θάνατό του στην ηλικία των 72 ετών στις 27 Φεβρουαρίου 1892.

 

Θάνατοι

 

1875 – Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Γεννήθηκε στις 2 Απριλίου 1805 στο Όντενσε, στο νησί Φιονία της Δανίας. Ο πατέρας του ξέπεσε και δούλευε τσαγκάρης, για να ζήσει την οικογένειά του. Αλλά, μην μπορώντας να αντέξει στη φτώχεια, πέθανε πολύ νέος, αφήνοντας το γιο του το Χανς ορφανό, με τη μητέρα του για μόνο στήριγμα.

Ο Χανς ήταν ένα περίεργο παιδί με εξαιρετική φαντασία. Πολλές φορές τον έβλεπαν να περπατά στο δρόμο σαν ονειροπαρμένος και το μυαλό του δεν το είχε πουθενά αλλού, παρά μόνο στα ποιήματα και στο διάβασμα. Προσπάθησε άδικα να μάθει την τέχνη του πατέρα του. Όταν τέλειωσε το σχολείο των άπορων παιδιών, μπήκε σε ένα ραφτάδικο, για να μάθει την τέχνη, αλλά ούτε και εκεί τα κατάφερε. Το ενδιαφέρον του κέρδισε το θέατρο, όπου αποστήθιζε ολόκληρες σκηνές από τα έργα που έβλεπε. Όταν ήταν με τους φίλους του, του άρεσε να απαγγέλλει και να τραγουδά. Ήταν δεκατεσσάρων χρονών, όταν, κυνηγώντας μια καλύτερη τύχη, έφθασε στην Κοπεγχάγη, με μόνη του περιουσία 30 φράγκα με σκοπό να γίνει ηθοποιός. Έδωσε εξετάσεις στη Βασιλική Σχολή θεάτρου, αλλά ήταν τόσο άσχημος και αδύνατος, που δεν τον δέχτηκαν.

Επειδή είχε ωραία φωνή, άρχισε να σπουδάζει μουσική, αλλά αρρώστησε ξαφνικά και έχασε τη φωνή του. Έτσι, το μόνο ταλέντο που του έμεινε ήταν το ταλέντο της ποίησης. Οι στίχοι του άρεσαν και βρήκε έναν προστάτη, τον Κέλλαν, που τον έστειλε στο πανεπιστήμιο, όπου κέρδισε μια βασιλική επιχορήγηση. Το 1827 δημοσίευσε ποιήματά του και έπειτα εξέδωσε μια σειρά έργων που του εξασφάλισαν την παγκόσμια δόξα.

Αφού εξέδωσε αρκετά βιβλία, άρχισε τα ταξίδια του. Γύρισε τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Αγγλία, την Ελλάδα, την Ιταλία, την Τουρκία και ταξίδεψε στην Ανατολή. Απόκτησε μεγάλη δόξα και η μεγαλύτερη ευτυχία του ήταν η υποδοχή που του έκανε η ιδιαίτερη πατρίδα του, το Όντενσε, που τον κάλεσε στα 1867. Πέθανε στις 4 Αυγούστου 1875 στην Κοπεγχάγη.

 

————————————————————————
Πηγές: sansimera.gr, el.wikipedia