...
Ο γέγονε… Γέγονε |
Γεγονότα
1791 – Η όπερα του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ «Ο Μαγικός Αυλός» κάνει πρεμιέρα στη Βιέννη.
Ο Μαγικός Αυλός, KV 620 (γερμ. Die Zauberflöte) είναι γερμανική όπερα σε δύο πράξεις του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, σε λιμπρέτο του Εμάνουελ Σικανέντερ (1751-1812).
Το έργο είναι γραμμένο στη μορφή του γερμανικού ζίνγκσπιλ (singspiel) και συντέθηκε το 1791, κατά το τελευταίο έτος ζωής του Μότσαρτ. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 30 Σεπτεμβρίου 1791 στο θέατρο του Βάιντεν (Theater auf der Weiden), στη Βιέννη, όπου σημείωσε μεγάλη επιτυχία.
Χαρακτηρίζεται ως η τελευταία όπερα του συνθέτη, αν και το μεγαλύτερο μέρος της συντέθηκε πριν το έργο Η Μεγαλοψυχία του Τίτο (La clemenza di Tito), το οποίο ωστόσο παρουσιάστηκε νωρίτερα.
Ο Μαγικός Αυλός, έργο πλούσιο σε συμβολισμούς, για το οποίο έχουν προταθεί πολυάριθμες ερμηνείες, διαπνέεται από τις ιδέες του Διαφωτισμού και του Τεκτονισμού, ενσωματώνοντας παράλληλα στοιχεία παραμυθιού.
1876 – Ιδρύεται το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, από την κυβέρνηση του Αλεξάνδρου Κουμουνδούρου.
Στην Ελλάδα τα χρηματιστήρια δεν έχουν τόσο μακρόχρονη ιστορία. Το χρηματιστήριο Αθηνών ιδρύθηκε μόλις τον 19ο αιώνα. Όσο η ελληνική οικονομία όμως είχε μαζικό κρατικό έλεγχο και το τραπεζικό σύστημα ήταν μη ανταγωνιστικό, το χρηματιστήριο απευθυνόταν μόνο σε λίγες σχετικά μικρές εταιρείες και σε περιορισμένους επενδυτές.
Μαζικά γνωστό και αγαπητό έγινε την δεκαετία του 1990, καθώς το ελληνικό τραπεζικό σύστημα άρχισε να απελευθερώνεται, μεγάλες τράπεζες ιδιωτικοποιήθηκαν και τα επιτόκια άρχισαν να πέφτουν στον δρόμο προς την ΟΝΕ.
Μετοχοποιήσεις μεγάλων δημόσιων εταιρειών όπως ο ΟΤΕ και αρκετά αργότερα η ΔΕΗ, βοήθησαν στο να διαδοθεί η κατοχή μετοχών στους Έλληνες. Κατά το τέλος της δεκαετίας το χρηματιστήριο είχε περίπου 1,5 εκατομμύρια ενεργούς μετόχους οι οποίοι έψαχναν για πιο αποδοτικές επενδύσεις από τα πενιχρά επιτόκια καταθέσεων και τα ελάχιστα άλλα επενδυτικά εργαλεία.
Η μεγάλη πτώση του χρηματιστηρίου από το 1999 μέχρι το 2003 ονομάστηκε Χρηματιστηριακό κραχ του 1999 και επηρέασε σχεδόν ολόκληρη την οικονομική πορεία της Ελλάδας. Ο αριθμός των ενεργών επενδυτών σε μετοχές σήμερα (Μάιος 2006) είναι σημαντικά χαμηλότερος, λόγω της πτώσης των τιμών και την συνακόλουθη μείωση του ενθουσιασμού.
Αυτή η αρκετά μεγάλη πτώση ήταν παράλληλη με την πτώση τιμών στα περισσότερα δυτικά χρηματιστήρια που ακολούθησε την “φούσκα” των μετοχών υψηλής τεχνολογίας. Στην Ελλάδα όμως, λόγω της μεγάλης απειρίας των μετόχων και του “τυχοδιωκτικού” χαρακτήρα των περισσότερων επενδυτών, η πτώση έγινε πιο αισθητή ψυχολογικά. Οι επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία όμως παρέμειναν πολύ περιορισμένες.
Τα τελευταία χρόνια έχουμε μια σχετική άνοδο στο ΧΑΑ. Κυρίως δύναμη φαίνονται να είναι ξένα επενδυτικά κεφάλαια που βλέπουν προοπτικές ανόδου, κυρίως στις επιχειρήσεις που έχουν κάποια ανάμιξη σε βαλκανικά και μεσογειακά κράτη.
1999 – Το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας απονέμεται στο γερμανό συγγραφέα Γκίντερ Γκρας, συγγραφέα, μεταξύ άλλων, του μυθιστορήματος «Ο μικρός τυμπανιστής».
Ο Γκύντερ Γκρας γεννήθηκε στις 16 Οκτωβρίου του 1927 στο Ντάντσιχ, (σημερ. Πολωνία), από Γερμανό προτεστάντη πατέρα και καθολική μητέρα, πολωνικής καταγωγής και ανατράφηκε ως καθολικός.
Αφού προσπάθησε ανεπιτυχώς, όταν ήταν δεκαπέντε χρονών, να καταταγεί στα γερμανικά υποβρύχια, για να ξεφύγει από το ασφυκτικό οικογενειακό περιβάλλον του, όπως ο ίδιος υποστήριξε σε συνέντευξή του το 2006, εντάχθηκε πρώτα στο Reichsarbeitdienst και το 1944 στα Waffen-SS (ένοπλος κλάδος της SS).
Ως μέλος των Waffen-SS συμμετείχε στις επιχειρήσεις της 10ης Μεραρχίας Θωρακισμένων SS “Frundsberg” από τον Φεβρουάριο του 1945 μέχρι τον Απρίλιο του ίδιου έτους, οπότε τραυματίστηκε, συνελήφθη από Αμερικανούς στρατιώτες και στάλθηκε σε στρατόπεδο αιχμαλώτων.
Μετά τον πόλεμο εργάστηκε για δύο χρόνια σε ορυχείο και έλαβε εκπαίδευση λιθοξόου. Αργότερα σπούδασε γλυπτική και γραφιστική, πρώτα στην Ακαδημία Τεχνών του Ντίσελντορφ (Künstakademie Düsseldorf) και έπειτα στο Βερολίνο. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 ξεκινά και το λογοτεχνικό του έργο, που θα τον κάνει παγκοσμίως γνωστό. Από το 1983 έως το 1986 διετέλεσε Πρόεδρος της Ακαδημίας Τεχνών του Βερολίνου. Ο Γκύντερ Γκρας νυμφεύθηκε δύο φορές, το 1954 και το 1979. Πέθανε στις 13 Απριλίου 2015 σε μία κλινική στο Λίμπεκ της Γερμανίας.
Γεννήσεις
1898 – Ορέστης Μακρής (Χαλκίδα, 30 Σεπτεμβρίου 1898 – Αθήνα, 29 Ιανουαρίου 1975)
Ήταν Έλληνας ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου και τενόρος της οπερέτας. Τελείωσε το Ωδείο Αθηνών και εμφανίσθηκε στη σκηνή πρώτα ως τενόρος στο θίασο Ροζαλίας Νίκα το 1925, κατόπιν στον θίασο του Ιωάννη Παπαϊωάννου και αργότερα μεταπήδησε στο είδος των κωμικών ρόλων.
Το 1939 συνέπραξε με το θίασο Νίκου Μηλιάδη – Κυριάκου Μαυρέα. Ως ηθοποιός διέπρεψε σε απόδοση λαϊκών τύπων. Ανεπανάληπτη ήταν η απόδοσή του στο τύπο του «μεθύστακα», που αποτέλεσε σταθμό στο ελληνικό θέατρο. Τον τύπο αυτόν μετέφερε αργότερα και στον κινηματογράφο σε ομώνυμη ταινία.
Το 1955 απέδωσε τόσο αληθινά τον χαρακτήρα του μισητού ιδιοκτήτη που έγινε αποδέκτης ευτράπελου επεισοδίου σε κεντρικό δρόμο της Αθήνας θεωρούμενος ως πραγματικός ιδιοκτήτης. Συμμετείχε σε περίπου σαράντα ταινίες παίζοντας χαρακτηριστικούς ρόλους, όπως του μεθυσμένου, του άστοργου, του ανάποδου μα και στοργικού πατέρα. Ήταν παντρεμένος με την Βαρβάρα Δαμίγου, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά.
1924 – Νίκος Ρίζος (Πέτα Άρτας, 30 Σεπτεμβρίου 1924 – Αθήνα, 20 Απριλίου 1999)
Ήταν Έλληνας ηθοποιός. Πρωταγωνίστησε σε πολλές κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου. Παντρεύτηκε την επίσης ηθοποιό, Έλσα Ρίζου (Ελένη Λαμπροπούλου γ. 10/12/1933), με την οποία απέκτησε έναν γιο, τον Κωνσταντίνο (γ. 1/5/1966).
Έκανε την πρώτη του εμφάνιση στην κλασική επιθεώρηση «Άνθρωποι, άνθρωποι» το 1948, στο θέατρο «Μετροπόλιταν» και απέκτησε δικό του θίασο το 1959, ενώ το 1961 δημιούργησε τον θίασο “Βασίλης Αυλωνίτης – Γεωργία Βασιλειάδου – Νίκος Ρίζος”, που διατηρήθηκε, σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία, μέχρι το 1965, παρουσιάζοντας διάφορες κωμωδίες τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Γερμανία για τους μετανάστες. Το 1986 μετέτρεψε τον κινηματογράφο «Άστορ» της οδού Σταδίου σε θέατρο, το οποίο λειτούργησε υπό την καλλιτεχνική διεύθυνσή του μέχρι το 1990.
Ο Νίκος Ρίζος, άλλωστε, υπήρξε πολύ επιτυχημένος θεατρικός επιχειρηματίας επί 27 χρόνια. Έπαιξε σε περίπου 130 κινηματογραφικές ταινίες, όπως Το σωφεράκι του Γιώργου Τζαβέλλα, Ο θησαυρός του μακαρίτη του Νίκου Τσιφόρου, Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο κοντός, επίσης του Τσιφόρου, Συμμορία εραστών κ.ά. Στην τηλεόραση πρωταγωνίστησε μαζί με τη Μάρθα Καραγιάννη στη σειρά Ο δρόμος του Κώστα Λυχναρά, σε σενάριο Κώστα Πρετεντέρη και το 1999 στην τηλεοπτική μεταφορά του μυθιστορήματος του ακαδημαϊκού Τάσου Αθανασιάδη Η αίθουσα του θρόνου στο Mega. Ήταν η τελευταία του εμφάνιση στην τηλεόραση, μιας και την ημέρα προβολής του τελευταίου επεισοδίου της σειράς ο Νίκος Ρίζος πέθανε.
Θάνατοι
1826 – Γιάννης Γκούρας (Πανουργιάς Φωκίδας, 1791 – 1 Οκτωβρίου 1826)
Ήταν οπλαρχηγός της Στερεάς Ελλάδας. Ανήκε στην ομάδα του αρματολού Πανουργιά και εν συνεχεία του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Πανουργιά. Έδωσε εντολή να σκοτώσουν τον Οδυσσέα Ανδρούτσο πριν δικαστεί, και να τον πετάξουν από τα βράχια της Ακρόπολης, διαδίδοντας ότι δήθεν προσπάθησε να δραπετεύσει. Ο Ι.Μαμούρης γνωστός ως «Γιάννης του Γκούρα» ήταν εξάδελφος του στρατηγού Ιωάννη Γκούρα.
Γεννήθηκε το 1791 στη Ντρέμισσα από φτωχή οικογένεια. Όταν ήταν παιδί έβοσκε τα πρόβατα ενός Τούρκου αγά αλλά στα 17 του προτίμησε το τουφέκι από την ταπεινή εργασία του ραγιά τσοπάνου. Ήταν ξάδερφος του Πανουργιά που αργότερα ακολούθησε στη μάχη . Από παιδί εξασκήθηκε στα όπλα. Με την έναρξη της επανάστασης στρατολογεί αγωνιστές. Λίγα χρόνια πριν από την Ελληνική επανάσταση του 1821 υπηρέτησε ως απλός στρατιώτης στον Οδυσσέα Ανδρούτσο, που τότε ήταν οπλαρχηγός στη Λιβαδειά. Στην αρχή οδηγούσε τον σκύλο του, ονόματι Σαμψόνι, αλλά στη συνέχεια κέρδισε την εμπιστοσύνη του αρχηγού του. Απόχτησε την εκτίμηση του Ανδρούτσου σκοτώνοντας ένα Τούρκο στην Αθήνα και έγινε πρωτοπαλίκαρό του λίγους μήνες πριν από την έκρηξη της επανάστασης.
Στις 1 Οκτωβρίου 1826 κατά την πολιορκία της Ακροπόλεως από τον Κιουταχή σκοτώθηκε ο Γκούρας. Λίγες μέρες πριν από το τραγικό γεγονός ο Γκούρας και ο Μακρυγιάννης που ήταν μαλωμένοι, συμφιλιώθηκαν. Σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία ο Μακρυγιάννης πήγε στο Γκούρα και του εξήγησε πως διάφοροι άτιμοι είχαν μπει ανάμεσά τους. Με την ίδια ευκαιρία επέκρινε τον Γκούρα για την υπερβολική φιλοχρηματία και την αρπακτικότητα του και του καταλόγισε τον φόνο του Οδυσσέα .Και ο Μακρυγιάννης γράφει: «Δάκρυσαν τα μάτια του, του καημένου ,τον είπε η συνείδηση του …Μου είπε : ‘’Αν ζήσω και εβγώ έξω, δεν θέλω ματαξέρει από αυτούς τους μπερμπάντηδες .
Και τα χρήματά ,μου είπε καταγινομαι να φκιάσω την διαθήκη μου και θα κάμω σκολειά κι άλλα καλά δια την πατρίδα. Και θα αφήσω όλων εσάς το μερίδιον σας’’ ‘’Να ζήσεις και να χαρείς ,αδελφέ, και να κάμεις καλά πράγματα για την πατρίδα ,να βγάλεις αυτόν τον λεκέ από πάνω σου ,ότι όποιος σε έχει φίλο λυπάται. Εγώ δεν θέλω από μέρους μου τίποτας.’’» .
Ο Γκούρας είχε πυροβολήσει τους Τούρκους από τη θέση του ,οι Τούρκοι είχαν αντιπυροβολήσει σημαδεύοντας την λάμψη του όπλου του και τον είχαν χτυπήσει στον κρόταφο. Έπεσε νεκρός στο ίδιο σχεδόν σημείο όπου είχε βρεθεί το πτώμα του Ανδρούτσου. Όταν η Κυβέρνηση έμαθε την συμφορά φοβήθηκε μήπως η φρουρά της Ακρόπολης συνθηκολογήσει και για αυτό ζήτησε από τον Φαβιέρο να συνεργαστεί με τις άτακτες δυνάμεις και να χτυπήσουν τη γραμμή ανεφοδιασμού των Τούρκων στη Βοιωτία.Ο Φαβιέρος γεννημένος πολεμιστής και τίμιος αξιωματικός δεν μπορούσε να αρνηθεί.
1985 – Τσαρλς Ρίχτερ. Ο Τσαρλς Ρίχτερ γεννήθηκε το 1900 στο Χάμιλτον του Οχάιο. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Στάνφορντ και πήρε το διδακτορικό του από το Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Καλιφόρνιας. Εργάστηκε σαν βοηθός ερευνητής στο Ινστιτούτο Κάρνεγκι από το 1927 μετά από πρόσκληση του νομπελίστα φυσικού Ρόμπερτ Μίλικαν. Εκεί ξεκίνησε και η συνεργασία του με τον Μπένο Γκούτενμπεργκ.
Το εργαστήριο σεισμολογίας στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Καλιφόρνια ήλπιζε να ξεκινήσει την έκδοση τακτικών αναφορών για τους σεισμούς στη Νότια Καλιφόρνια, και είχε την ανάγκη ενός συστήματος μέτρησης της έντασης των σεισμών για τις αναφορές αυτές. Ο Ρίχτερ και ο Γκούτενμπεργκ επινόησαν την κλίμακα, η οποία θα γινόταν γνωστή σαν κλίμακα Ρίχτερ, για την κάλυψη των αναγκών αυτών, η οποία βασιζόταν στη μέτρηση της μετατόπισης του εδάφους εξαιτίας των σεισμικών κυμάτων, όπως είχε προταθεί από τον Κίγοο Βαντάτι. Σχεδίασαν ακόμη ένα σεισμογράφο που μετρούσε τη μετατόπιση αυτή, και ανέπτυξαν μία λογαριθμική κλίμακα για τη μέτρηση του μεγέθους.
Η ονομασία μέγεθος (magnitude) για τη μέτρηση αυτή προήλθε από το ενδιαφέρον του Ρίχτερ στην αστρονομία κατά την παιδική του ηλικία. Στην επιστήμη αυτή το μέγεθος των αστεριών μετριέται σε μεγέθη (magnitudes). Η συμβολή του Γκούτενμπεργκ ήταν ουσιώδης, αλλά η αποστροφή του προς τις συνεντεύξεις συνέβαλλε στη μη συμπερίληψη του ονόματος του στην κλίμακα. Μετά τη δημοσίευση της το 1935, η κλίμακα γρήγορα υιοθετήθηκε στη μέτρηση της έντασης των σεισμών.
Ο Ρίχτερ παρέμεινε στο Ινστιτούτο Κάρνεγκι μέχρι το 1936 οπότε του προσφέρθηκε θέση στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Καλιφόρνια, όπου εργαζόταν ο Μπένο Γκούτενμπεργκ. Από κοινού εξέδωσαν τη «Σεισμικότητα της Γης» (Seismicity of the Earth) το 1941. Η αναθεωρημένη της έκδοση που κυκλοφόρησε το 1954 θεωρείται σημείο αναφοράς για τον τομέα.
Έγινε καθηγητής στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Καλιφόρνια το 1952. Το 1958, εξέδωσε την «Στοιχειώδη Σεισμολογία» (Elementary Seismology), η οποία βασιζόταν στις σημειώσεις του από την προπτυχιακή του διδασκαλία. Καθώς ο Ρίχτερ δε δημοσίευσε ποτέ άρθρα σε περιοδικά με κριτές, αυτή θεωρείται συχνά η μεγαλύτερη συμβολή του στη σεισμολογία.
Από το 1959 έως το 1960 διέμεινε στην Ιαπωνία ως υπότροφος του Ιδρύματος Φουλμπράιτ. Την περίοδο αυτή αναμείχθηκε με τη δημιουργία κανόνων ασφαλείας στα κτίρια για περιοχές με υψηλή σεισμική δραστηριότητα. Η κυβέρνηση της πόλης του Λος Άντζελες απομάκρυνε πολλά διακοσμητικά και γείσα από δημόσια κτίρια στη δεκαετία του 1960 χάρη στις προειδοποιητικές εκστρατείες του Ρίχτερ. Μετά το σεισμό του 1971, η πόλη χαρακτήρισε τις προειδοποιήσεις του σημαντικές για την αποφυγή πολλών θανάτων. Ο Ρίχτερ αποσύρθηκε το 1970.
Ήταν επίσης γυμνιστής, και επισκέφτηκε πολλές κοινότητες γυμνιστών με τη σύζυγό του. Ο Ρίχτερ πέθανε από συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια στις 30 Σεπτεμβρίου του 1985 στην Πασαντίνα της Καλιφόρνιας.
————————————————————————
Πηγές: sansimera.gr, el.wikipedia


