...
Ο γέγονε… Γέγονε |
Γεγονότα
1777 – Ο Τζέιμς Κουκ ανακαλύπτει το Κιριτιμάτι. Ο Τζέιμς Κουκ ήταν Άγγλος εξερευνητής, θαλασσοπόρος, χαρτογράφος και καπετάνιος του βρετανικού βασιλικού ναυτικού. Ο Κουκ έκανε τρία εξερευνητικά ταξίδια για λογαριασμό της Μεγάλης Βρετανίας και έπλευσε δύο φορές τον γύρο του κόσμου.
Ήταν ο πρώτος Βρετανός καπετάνιος που έκανε τον περίπλου της Γης με ένα μοναδικό σκάφος. Ήταν επίσης ο πρώτος που σταμάτησε το σκορβούτο ρυθμίζοντας τη δίαιτα με την προληπτική λήψη κίτρου και ξινολάχανου. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους θαλασσοπόρους παγκοσμίως.
ανακάλυψε το Κιριτιμάτι στις 24 Δεκεμβρίου 1777 από τον Καπετάνιο Ο Τζέιμς Κουκ. Κιριτιμάτι είναι ο Γκιλμπερτιανός συλλαβισμός για τα Χριστούγεννα. Τα Γκιλμπερτιανά είναι η μοναδική γλώσσα που ομιλείται στο νησί.
Το νησί κάποτε διεκδικούσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό την Νομοθετική Πράξη Νήσων με αποθέματα Γκουανό του 1856. Αυτή η διεκδίκηση έληξε επίσημα με μια συνθήκη μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κιριμπάτι που υπογράφηκε το 1979 (επικυρώθηκε το 1983).
Κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Ένοπλες Αεροπορικές Δυνάμεις των Η.Π.Α. διατηρούσαν έναν μετεωρολογικό σταθμό και ένα κέντρο επικοινωνιών στην ατόλλη. Εξυπηρετούνταν από έναν αεροδιάδρομο που επίσης παρείχε εγκαταστάσεις ανάπαυσης και ανεφοδιασμού για αεροπλάνα που ταξίδευαν μεταξύ Χαβάης και Νότιου Ειρηνικού. Υπήρχε επίσης ένας μικρός ιδιωτικός ραδιομετεωρολογικός ερευνητικός σταθμός.
Σήμερα, υπάρχουν 4 χωριά στο νησί, Λονδίνο (1.829 κάτοικοι το 2005), Ταμπουακέα (1.881 κάτοικοι), Μπανάνα ή Μπανάνα Γουέλς (1.170 κάτοικοι), Πολωνία (235 κάτοικοι) και Παρίσι (ερείπια). Συνολικά το Κιριτιμάτι είχε πληθυσμό 5.115 κατοίκων το 2005. Το Λονδίνο είναι το κύριο χωριό και λιμένας.
1800 – Πραγματοποιείται αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Η πιο γνωστή αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας κατά του Ναπολέων Βοναπάρτης σημειώθηκε στο Παρίσι, το βράδυ της 24ης Δεκεμβρίου 1800, και έμεινε γνωστή ως η υπόθεση της «Κολασμένης Μηχανής» (machine infernale). Ο Ναπολέων ήταν τότε Πρώτος Ύπατος της Γαλλικής Δημοκρατίας, σε μια περίοδο πολιτικής αστάθειας, όπου βασιλόφρονες, Ιακωβίνοι και παλιοί επαναστάτες συγκρούονταν για το μέλλον της χώρας.
Καθώς η άμαξά του κατευθυνόταν προς την Όπερα του Παρισιού, όπου θα παρακολουθούσε παράσταση, πέρασε από τη στενή Rue Saint-Nicaise, κοντά στο Λούβρο. Εκεί, βασιλόφρονες συνωμότες είχαν τοποθετήσει σε κάρο ένα βαρέλι γεμάτο μπαρούτι, συνδεδεμένο με μηχανισμό πυροδότησης. Η έκρηξη σημειώθηκε λίγα δευτερόλεπτα αφότου η άμαξα είχε ήδη απομακρυνθεί.
Ο Ναπολέων βγήκε σώος, όμως οι συνέπειες ήταν φονικές: τουλάχιστον 22 άνθρωποι σκοτώθηκαν, δεκάδες τραυματίστηκαν και ολόκληρα σπίτια καταστράφηκαν. Το Παρίσι συγκλονίστηκε, ενώ η αίσθηση ανασφάλειας κορυφώθηκε.
Αν και οι πραγματικοί δράστες ήταν βασιλόφρονες, ο Ναπολέων εκμεταλλεύτηκε πολιτικά την απόπειρα, κατηγορώντας αρχικά τους Ιακωβίνους. Ακολούθησαν συλλήψεις, εξορίες και ενίσχυση της αστυνομικής καταστολής. Η αποτυχημένη δολοφονία λειτούργησε τελικά υπέρ του: ενίσχυσε το προφίλ του «σωτήρα της τάξης» και άνοιξε τον δρόμο για τη συγκέντρωση εξουσίας που οδήγησε, λίγα χρόνια αργότερα, στη μετατροπή του σε αυτοκράτορα.
1914 – Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος: Αρχίζει η «Ανακωχή των Χριστουγέννων». Η Ανακωχή των Χριστουγέννων ήταν μια σειρά από εκτεταμένες ανεπίσημες εκεχειρίες που έλαβαν χώρα στο Δυτικό Μέτωπο στις γιορτές των Χριστουγέννων του 1914 κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Κατά τη διάρκεια της βδομάδας πριν από τα Χριστούγεννα,
Γερμανοί και Βρετανοί στρατιώτες άρχισαν να ανταλλάσσουν γιορτινές ευχές και τραγούδια ανάμεσα στα χαρακώματά τους. Σε μερικές περιπτώσεις η ένταση ελαττώθηκε σε βαθμό που οι στρατιώτες περπατούσαν απέναντι για να κουβεντιάσουν με τους αντιπάλους τους και να τους δώσουν δώρα. Την παραμονή και ανήμερα των Χριστουγέννων πολλοί στρατιώτες και από τις δυο πλευρές — καθώς και, σε μικρότερο βαθμό, Γαλλικές μονάδες — επιχείρησαν με δική τους πρωτοβουλία στην ουδέτερη ζώνη κάνοντας παρέα μεταξύ τους και ανταλλάσσοντας τρόφιμα και ενθύμια. Παράλληλα έγιναν κοινές κηδείες, ενώ σε πολλές από τις συναντήσεις οι αντίπαλοι στρατιώτες τραγούδησαν μαζί τα κάλαντα ή έπαιξαν μεταξύ τους ποδόσφαιρο.
Η ανακωχή θεωρείται μια συμβολική στιγμή ανθρωπισμού και ειρήνης μέσα σε μια από τις πιο βίαιες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας. Δεν έλαβε χώρα παντού· σε κάποιες περιοχές του μετώπου οι μάχες συνεχίστηκαν όλη την ημέρα, ενώ σε άλλες απλώς οι δυο πλευρές συνεννοήθηκαν για την αποκομιδή των νεκρών. Την επόμενη χρονιά τα Χριστούγεννα μερικές μονάδες οργάνωσαν ξανά εκεχειρία με τους αντιπάλους, αλλά αυτό το φαινόμενο δεν ήταν τόσο εκτεταμένο όσο το 1914. Αυτό οφείλονταν μερικώς στις αυστηρές εντολές από τους ανωτέρους και των δύο πλευρών που απαγόρευαν αυτόν τον συγχρωτισμό.
Το 1916, μετά από τις χωρίς προηγούμενο αιματηρές μάχες του Σομμ και του Βερντέν και την εκτεταμένη χρήση χημικών όπλων, όλο και περισσότερο οι στρατιώτες και των δύο πλευρών θεωρούσαν τους αντιπάλους τους ως υπάνθρωπους και έτσι δεν έγιναν απόπειρες για άλλες τέτοιες εκεχειρίες.
1947 – Ξεκινά η μάχη της Κόνιτσας μεταξύ του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) και του Εθνικού Στρατού. Τον Μάρτιο του 1947, έναν χρόνο μετά την έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου, ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας έλεγχε περίπου 100 χωριά σε ολόκληρη τη χώρα. Διέθετε δύναμη 13.000 αντάρτες, με την υποστήριξη δεκάδων χιλιάδων συμπαθούντων σε πόλεις και χωριά, αριθμός που ως τα μέσα του 1947 αυξήθηκε σε 23.000. Παρά τη βοήθεια των κομμουνιστικών κυβερνήσεων της Αλβανίας, της Βουλγαρίας και της Γιουγκοσλαβίας, οι αντάρτες δεν κατείχαν καμία μεγάλη πόλη. Ο επικεφαλής τους, Μάρκος Βαφειάδης, επέλεξε την Κόνιτσα ως στόχο, με σκοπό να τη μετατρέψει σε πρωτεύουσα μιας «Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης».
Η επίθεση ξεκίνησε τα ξημερώματα της 25ης Δεκεμβρίου 1947. Παρά τις αρχικές επιτυχίες και τη σφοδρή πίεση σε καίρια υψώματα, η άμυνα της πόλης κράτησε, με βαριές απώλειες και από τις δύο πλευρές. Οι κάτοικοι της Κόνιτσας στάθηκαν στο πλευρό του κυβερνητικού στρατού, ενισχύοντας την άμυνα. Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι ενισχύσεις που έφτασαν αεροπορικώς, καθώς και η είσοδος μονάδων πεζικού και καταδρομέων (ΛΟΚ), οι οποίες ανέτρεψαν τη διάταξη των επιτιθέμενων με νυχτερινές διεισδύσεις και καταλήψεις υψωμάτων-κλειδιών.
Στις 6 Ιανουαρίου 1948, η επίθεση του Δημοκρατικού Στρατού είχε αποτύχει οριστικά. Η μάχη της Κόνιτσας αποτέλεσε καμπή στον Εμφύλιο: ανέδειξε την αριθμητική και υλική υπεροχή του Εθνικός Στρατός, ενίσχυσε την κυβερνητική αυτοπεποίθηση και υπονόμευσε οριστικά το σχέδιο των ανταρτών για κατάληψη πόλης και συγκρότηση εναλλακτικής κρατικής εξουσίας.
1963 – Εξαπλώνονται οι διακοινοτικές συγκρούσεις σε όλη την Κύπρο. Ανακωχή στη Λάρνακα, ύστερα από μεγάλο αριθμό θυμάτων μεταξύ των Τουρκοκυπρίων.
Περίπου 25.000 Τουρκοκύπριοι από 104 χωριά, που αντιστοιχούν στο ένα τέταρτο του τουρκοκυπριακού πληθυσμού, εγκατέλειψαν τα χωριά τους και εκτοπίστηκαν σε θύλακες. Χιλιάδες τουρκοκυπριακά σπίτια που αφέθηκαν πίσω λεηλατήθηκαν ή καταστράφηκαν εντελώς. Περίπου 1.200 Αρμένιοι Κύπριοι και 500 Ελληνοκύπριοι εκτοπίστηκαν επίσης.
Η βία προκάλεσε το τέλος της τουρκοκυπριακής εκπροσώπησης στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στην ελληνική ιστοριογραφία υπάρχει η άποψη που υποστηρίζει ότι το ξέσπασμα της βίας ήταν αποτέλεσμα τουρκοκυπριακής εξέγερσης εναντίον της νόμιμης κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η ελληνική και τουρκική ιστοριογραφία έχει διαφορετικές απόψεις πάνω στο θέμα.
Το απόγευμα, οι Ελληνοκύπριοι κάνουν γενική αντεπίθεση και ανακαταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος της Λευκωσίας, ενώ πολιορκούν την Ομορφίτα. Ο τούρκος πρόεδρος, Τζεμάλ Γκιουρσέλ, δηλώνει πως η Τουρκία θα επέμβει μονομερώς, αν δεν παρέμβουν οι εγγυήτριες δυνάμεις.
1989 – Μέλη της οργάνωσης «17 Νοέμβρη» εισέρχονται κρυφά στο στρατόπεδο Συκουρίου της Λάρισας και αφαιρούν δεκάδες αντιαρματικές ρουκέτες. Ομάδα ατόμων την οποία αποτελούσαν οι Χριστόδουλος και Σάββας Ξηρός, Βασίλης Τζωρτζάτος, Κωνσταντίνος Τέλιος, Θωμάς Σερίφης, Κωνσταντίνος Καρατσώλης, Ηρακλής Κωστάρης και Δημήτρης Κουφοντίνας, εισέβαλε σε δύο αποθήκες πυρομαχικών και απέσπασαν 113 ρουκέτες των 2,36 και 3,5 ιντσών, επτά χιλιάδες φυσίγγια και χειροβομβίδες.
Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε χωρίς ανταλλαγή πυρών, χωρίς να σημάνει συναγερμός και χωρίς να γίνουν άμεσα αντιληπτοί. Οι δράστες αφαίρεσαν στρατιωτικά όπλα και πυρομαχικά, τα οποία μεταφέρθηκαν εκτός στρατοπέδου με τρόπο που δεν προκάλεσε υποψίες.
Μέρος αυτού του οπλισμού ταυτοποιήθηκε αργότερα ως χρησιμοποιηθέν σε ένοπλες επιθέσεις και δολοφονίες της 17Ν, γεγονός που προσέδωσε στην υπόθεση εξαιρετική σημασία. Η κλοπή από το Συκούριο δεν ήταν απλώς μια επιτυχημένη επιχείρηση, αλλά κομβικό σημείο στην επιχειρησιακή αναβάθμιση της οργάνωσης. Παράλληλα, το περιστατικό ανέδειξε σοβαρές αδυναμίες του κρατικού μηχανισμού της εποχής, ιδίως στη φύλαξη στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Μετά το 2002, η υπόθεση Συκουρίου χρησιμοποιήθηκε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τόσο της μακρόχρονης δράσης της 17Ν όσο και της ανάγκης ριζικής αναθεώρησης των μέτρων ασφαλείας στον ελληνικό στρατό.
Τα μέλη της «17 Νοέμβρη» ανέλαβαν εξαρχής την ευθύνη (με προκήρυξη στις 5/2/1990) ενώ χρησιμοποίησαν τη λεία τους για «δυναμικά» χτυπήματα. Μεγάλο μέρος των ρουκετών βρέθηκαν από την αστυνομία στις γιάφκες των οδών Δαμάρεως και Πάτμου.
Γεννήσεις
1167 – Ιωάννης ο Ακτήμων, βασιλιάς της Αγγλίας. Ο Ιωάννης της Αγγλίας ή Ιωάννης ο Ακτήμων (Νορμ.: Johan sanz Terre, Οξφόρδη, 24 Δεκεμβρίου 1166 – 19 Οκτωβρίου 1216) από τον Οίκο του Ανζού ήταν βασιλιάς της Αγγλίας και δούκας της Ακουιτανίας (1199 – 1216. Ήταν πέμπτος γιος του Ερρίκου Β΄ της Αγγλίας και της Ελεονώρας της Ακουιτανίας. Διαδέχτηκε στο θρόνο της Αγγλίας τον άτεκνο αδελφό του Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο. Ο πατέρας του κληρονόμησε σημαντικές εκτάσεις στη Γαλλία όπως το Ανζού και τη Νορμανδία, κατέκτησε τη Βρετάνη και μέσω της συζύγου του Ελεονώρας κληρονόμησε την Ακουιτανία.
Απέκτησε σοβαρά κληρονομικά δικαιώματα στην Τουλούζη και την Οβέρν επειδή πρώτος σύζυγος της Ελεονώρας ήταν ο Λουδοβίκος Ζ΄ της Γαλλίας. Λίγο μετά τη γέννηση του Ιωάννη η μητέρα του τον παρέδωσε σε μια τροφό, γνωστό έθιμο στις βασιλικές οικογένειες του μεσαίωνα. Η Ελεονόρα έφυγε από το Πουατιέ και έστειλε τον Ιωάννη με την αδελφή του Ιωάννα της Αγγλίας βόρεια στο αβαείο του Φοντεβρώ. Ο Ιωάννης σαν νεότερος γιος ήταν προορισμένος για τον εκκλησιαστικό κλάδο, γρήγορα ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στους γονείς του και ο Ιωάννης παραμελήθηκε στα πρώτα χρόνια του. Τα πρώτα του μαθήματα διδάχτηκε από τον περίφημο Άγγλο δάσκαλο Ρανούλφο Γκλάνβιλλ. Διέμενε με τον μεγαλύτερο αδελφό του Ερρίκο τον Νεότερο ο οποίος του δίδαξε κυνήγι και πολεμικές τέχνες.
Ο Ιωάννης είχε περίπου 1,68 ύψος και ήταν γεροδεμένος με κόκκινα σκούρα μαλλιά, για την εποχή του έμοιαζε σαν κάτοικος του Πουατιέ, αγαπούσε πολύ το διάβασμα με μεγάλη συλλογή από βιβλία. Είχε πάθος με τα τυχερά παιχνίδια ιδιαίτερα το τάβλι και ήταν μανιώδης κυνηγός, αγαπούσε τη μουσική αλλά δεν τραγουδούσε. Είχε δημιουργήσει μια μεγάλη συλλογή από πολυτελή κοσμήματα, φορούσε πολυτελέστατα ρούχα και σύμφωνα με τους Άγγλους ιστορικούς ήταν “μανιώδης πότης κακού κρασιού”.
Όταν μεγάλωσε έγινε έξυπνος, γενναιόδωρος και φιλόξενος αλλά παράλληλα ήταν ζηλιάρης, υπερευαίσθητος και πολύ οξύθυμος με συχνά ξεσπάσματα οργής τόσο που “μασούσε από τα νεύρα τα νύχια του”. (Περισσότερα ΕΔΩ)
1818 – Τζέιμς Πρέσκοτ Τζάουλ, Βρετανός φυσικός, που διατύπωσε τον φερώνυμο νόμο της εκλύσεως θερμότητας κατά τη δίοδο ηλεκτρικού ρεύματος μέσω αγωγού, καθόρισε το μηχανικό ισοδύναμο της θερμότητας (1842) και συνέβαλε μαζί με τον W. Thomson (αργότερα Lord Kelvin) στην ανάπτυξη ψυκτικών μεθόδων.
Προς τιμήν του, η μονάδα ενέργειας στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων (SI), ονομάσθηκε Joule. (Θαν. 11/10/1889). Το 1838 δημοσίευσε στα «Χρονικά του Ηλεκτρισμού» την περιγραφή της ηλεκτρομαγνητικής μηχανής την οποία είχε εφεύρει, ενώ δύο χρόνια αργότερα δημοσίευσε τα πρώτα αποτελέσματα επί του μηχανικού ισοδύναμου της θερμότητας το οποίο και προσδιόριζε με τέσσερις διαφορετικούς τρόπους. Το 1843 δημοσίευσε ένα υπόμνημα για την θερμότητα που εκλύεται κατά την ηλεκτρόλυση του ύδατος και το 1847 ανήγγειλε τις εργασίες του στην επαλήθευση του αξιώματος της διατήρησης της ενέργειας.
Για τις έρευνες του εκείνες έγινε γνωστός στον ευρύτερο επιστημονικό κύκλο, με συνέπεια ο διάσημος τότε φυσικός Λόρδος Κέλβιν να τον κάνει συνεργάτη του σε πολλά θέματα της Φυσικής. Όλα τα έργα του Τζάουλ έχουν εκδοθεί από την Φυσική Εταιρεία του Λονδίνου σε δύο τόμους το 1884 και το 1887.
Θάνατοι
1524- Βάσκο Ντα Γκάμα, πορτογάλος εξερευνητής, που πραγματοποίησε το πρώτο θαλάσσιο ταξίδι από την Ευρώπη στην Ινδία. Ο Βάσκο ντα Γκάμα (Vasco da Gama, 1460 ή 1469 – 24 Δεκεμβρίου 1524), 1ος κόμης του Βιντιγκουέιρα ήταν Πορτογάλος θαλασσοπόρος, ο πρώτος Ευρωπαίος που έφτασε στην Ινδία μέσω θαλάσσης συνδέοντας την Ευρώπη με την Ινδία, πραγματοποίησε τον περίπλου της Αφρικής.
Η ανακάλυψη από τον Βάσκο ντα Γκάμα του θαλάσσιου δρόμου για την Ινδία άνοιξε τον δρόμο στην δημιουργία της Πορτογαλικής Αυτοκρατορίας στην Ασία που διατηρήθηκε πολλούς αιώνες. Ο θαλάσσιος δρόμος του Βάσκο ντα Γκάμα επέτρεψε στους Πορτογάλους να αποφύγουν τους κινδύνους που καραδοκούσαν τόσο στην Μεσόγειο όσο και στην Αραβική χερσόνησο. Το συνολικό μήκος της θαλάσσιας απόστασης που κάλυπτε το ταξίδι ήταν τεράστια, ξεπερνούσε ακόμα και τον περίπλου της Γης γύρω από τον Ισημερινό. Μετά από δεκάδες απόπειρες ναυτικών να φτάσουν στην Ινδία με αποτέλεσμα πολλά ναυάγια και αμέτρητους θανάτους ο Βάσκο Ντα Γκάμα ήταν ο πρώτος που προσάραξε στην Κοχικόδε (20 Μαίου 1498). Οι εμπορικοί δρόμοι της Πορτογαλίας που μέχρι τότε ήταν περιορισμένοι στις ακτές της βόρειας και Δυτικής Αφρικής επεκτάθηκαν σημαντικά.
Τα σπουδαιότερα μπαχαρικά που ανακάλυψαν ήταν το Πιπέρι και η Κανέλα στα οποία απέκτησαν το μονοπώλιο και έγιναν για πρώτη φορά γνωστά σε ολόκληρη την Ευρώπη, το διατήρησαν πολλές δεκαετίες. Τον επόμενο αιώνα εμφανίστηκαν δειλά κάποιες άλλες χώρες που αμφισβήτησαν την Πορτογαλική εμπορική κυριαρχία όπως η Ολλανδία και η Αγγλία, ακολούθησαν η Γαλλία και η Δανία. Ο Βάσκο ντα Γκάμα ηγήθηκε σε δύο μεγάλες Πορτογαλικές Αρμάδες, η τελευταία που ήταν η μεγαλύτερη εξέπλευσε τέσσερα χρόνια μετά την επιστροφή της πρώτης. Διορίστηκε γενικός κυβερνήτης της Πορτογαλικής Ινδίας με τον τίτλο του Αντιβασιλιά (1524) και κυβερνήτης της Βιντιγκουέιρα (1519). Ο
Βάσκο ντα Γκάμα παρέμεινε κορυφαία παγκόσμια φυσιογνωμία στον τομέα των ναυτικών ανακαλύψεων, αμέτρητα έπη έγραψαν για τον τιμήσουν και γιόρτασαν τα κατορθώματα του με πανηγυρικές εκδηλώσεις. Ο Πορτογάλος επικός ποιητής Λουίς δε Καμόες έγραψε το έργο “Οι Λουσιάδες” για να τιμήσει τον Βάσκο ντε Γκάμα. Το πρώτο του ταξίδι στην Ινδία θεωρείται καθοριστικό στην παγκόσμια ιστορία και η αρχή της θαλασσοκρατορίας. Τον Μάρτιο του 2016 ανακαλύφθηκαν εκατοντάδες υπολλείματα του θρυλικού πλοίου του Βάσκο ντε Γκάμα “Εσμεράλντα” έξω από την ακτή του Ομάν.
1938 – Καρλ Μίλε, γερμανός βιομήχανος. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Γερμανούς βιομηχάνους των αρχών του 20ού αιώνα και συνιδρυτής της εταιρείας Miele, ενός από τα πλέον εμβληματικά βιομηχανικά ονόματα της Γερμανίας.
Ο Μίλε γεννήθηκε το 1869 και προερχόταν από αγροτικό και τεχνικό περιβάλλον. Το 1899, μαζί με τον Ράινχαρντ Ζίνκαν, ίδρυσε στο Χέρτσενμπροκ της Βεστφαλίας ένα μικρό εργαστήριο κατασκευής μηχανών γάλακτος και βουτυροποιίας. Πολύ γρήγορα, ωστόσο, ο Μίλε διέβλεψε τις δυνατότητες της οικιακής μηχανοποίησης και στράφηκε στην παραγωγή πλυντηρίων ρούχων, μια επιλογή που αποδείχθηκε καθοριστική.
Η επιχειρηματική φιλοσοφία του Καρλ Μίλε συνοψιζόταν στη φράση που καθόρισε την εταιρεία: «Immer besser» («Πάντα καλύτερα»). Έδινε έμφαση στην ποιότητα, την αντοχή και τη μακροχρόνια χρήση, σε αντίθεση με τη μαζική, φθηνή παραγωγή. Αυτή η προσέγγιση βοήθησε τη Miele να επιβιώσει τόσο από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο όσο και από τις οικονομικές κρίσεις της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.
Ο Μίλε πέθανε το 1938, πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αφήνοντας πίσω του μια σταθερά αναπτυσσόμενη βιομηχανία. Η εταιρεία παρέμεινε οικογενειακή, γεγονός σπάνιο για τόσο μεγάλο βιομηχανικό όμιλο, και εξελίχθηκε σε παγκόσμιο ηγέτη στις οικιακές συσκευές υψηλής ποιότητας.
Η κληρονομιά του Καρλ Μίλε δεν περιορίζεται στην επιχειρηματική επιτυχία· συνδέεται με ένα πρότυπο βιομηχανικού καπιταλισμού βασισμένου στην τεχνική αρτιότητα και την αξιοπιστία, που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει τη γερμανική βιομηχανία μέχρι σήμερα.
2008 – Σάμιουελ Χάντινγκτον, αμερικανός πολιτικός επιστήμονας. Κέρδισε παγκόσμια φήμη στις αρχές της δεκαετίας του ’90 με το βιβλίο του η «Σύγκρουση των Πολιτισμών», με το οποίο προσπάθησε να εξηγήσει τον μεταψυχροπολεμικό κόσμο με πολιτισμικούς όρους.
Ο Χάντιγκτον γεννήθηκε στις 18 Απριλίου 1927 στην πόλη της Νέας Υόρκης. Αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο του Γέιλ με διακρίσεις στην ηλικία των 18. Υπηρέτησε στον αμερικανικό στρατό και κατόπιν έκανε το μεταπτυχιακό του στο πανεπιστήμιο του Σικάγο και ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, όπου άρχισε να διδάσκει στην ηλικία των 23 ετών. Υπήρξε μέλος του Τμήματος Διακυβέρνησης του Χάρβαρντ από το 1950 έως τον θάνατό του.
Το πρώτο μείζον έργο του ήταν το Ο Στρατιώτης και το Κράτος: Η Θεωρία και Πολιτική των Πολιτικο-Στρατιωτικών Σχέσεων, έντονα αμφισβητήσιμο όταν εκδόθηκε το 1957. Σήμερα αντιθέτως θεωρείται το βιβλίο που φέρεται ότι άσκησε τη μέγιστη επίδραση στις αμερικανικές πολιτικο-στρατιωτικές σχέσεις. Στη δεκαετία του 1960 έγινε διάσημος δημοσιεύοντας το Πολιτική Τάξη σε Κοινωνίες που αλλάζουν, έργο που αμφισβήτησε τη συμβατική άποψη των θεωρητικών του μοντερνισμού ότι η οικονομική και κοινωνική πρόοδος μπορούν να παράγουν σταθερές δημοκρατίες σε πρόσφατα απο-αποικισμένες χώρες. Υπήρξε επίσης συν-συγγραφέας του Κρίση της Δημοκρατίας: Περί της Δυνατότητας Διακυβέρνησης των Δημοκρατιών, μια αναφορά που εκδόθηκε από την Τριμερή Επιτροπή το 1976. Κατά τη διάρκεια του 1977 και του 1978, ήταν ο Συντονιστής του σχεδιασμού Ασφαλείας για το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας στον Λευκό Οίκο.
Ο Χάντιγκτον πέθανε στις 24 Δεκεμβρίου 2008 σε ηλικία 81 ετών στο Μάρθας Βίνεγιαρντ (Martha’s Vineyard) της Μασαχουσέτης.
Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia
————————————————————–

