Γέγονε την 18η Νοεμβρίου


...

Ο γέγονε… Γέγονε |


Γεγονότα


 

1826 – Αρχίζει η μεγάλη μάχη στην Αράχωβα, όπου θα λάμψει το άστρο του Γεωργίου Καραϊσκάκη.

Στις 17 Νοεμβρίου 1826, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης φθάνει στο Δίστομο και στρατοπεδεύει, αντιλαμβανόμενος τη στρατηγική σημασία της Αράχωβας. Προτού κινηθούν οι τουρκικές δυνάμεις, σπεύδει και καταλαμβάνει την κωμόπολη. Οι Τούρκοι, ενημερωμένοι για την παρουσία των ελληνικών σωμάτων, στέλνουν από τη Λιβαδειά τον Μουστάμπεη με 2.000 Τουρκαλβανούς και 200 ιππείς. Αιφνιδιασμένοι από την ταχύτητα του Καραϊσκάκη, δεν τολμούν να εισέλθουν στην Αράχωβα και οχυρώνονται σε υψώματα του Παρνασσού.

Στις 18 Νοεμβρίου, επιτίθενται στις ελληνικές θέσεις, όμως παρά τις αρχικές επιτυχίες τους δεν καταφέρνουν να τις ανατρέψουν. Ο Μουστάμπεης κινδυνεύει να σκοτωθεί από επίθεση στα νώτα του. Ως το βράδυ οι Έλληνες έχουν σφίξει τον κλοιό, ενώ το δριμύ ψύχος και οι πρώτες χιονοπτώσεις κάνουν την κατάσταση των Τούρκων δραματική. Αντίθετα, οι Έλληνες βρίσκουν ζεστασιά στα σπίτια της Αράχωβας.

Οι πολιορκημένοι προτείνουν διαφυγή με αντάλλαγμα ζώα και αποσκευές, αλλά ο Καραϊσκάκης απαιτεί και τον οπλισμό τους, καθώς και την εγκατάλειψη Λιβαδειάς και Σαλώνων. Οι Τούρκοι απορρίπτουν τους όρους. Λίγο πριν επιχειρήσουν νυχτερινή έξοδο στις 23 Νοεμβρίου, ο Μουστάμπεης τραυματίζεται θανάσιμα από ελληνική σφαίρα και διατάζει τον αδελφό του να πάρει το κεφάλι του για να μη βεβηλωθεί.

Στις 24 Νοεμβρίου, εν μέσω σφοδρής χιονοθύελλας, οι Τουρκαλβανοί επιχειρούν απελπισμένη έξοδο με γιαταγάνια. Οι Έλληνες τους καταδιώκουν· από τους περίπου 1.200 που φθάνουν στις κορυφές του Παρνασσού, μόλις 200 σώζονται στο μοναστήρι της Ιερουσαλήμ, πολλοί με κρυοπαγήματα. Οι Έλληνες έχουν ελάχιστες απώλειες.

Την επόμενη, ο Καραϊσκάκης στήνει το περίφημο τρόπαιο με 300 κεφάλια και στέλνει στην κυβέρνηση τα κεφάλια του Μουστάμπεη και του κεχαγιάμπεη, μαζί με 12 αιχμαλώτους.

 

1902 – Οι εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1902, που διεξήχθησαν στον απόηχο των «Ευαγγελικών» και με ανοιχτά τα μέτωπα του Μακεδονικού και του Κρητικού Ζητήματος, έγιναν σε κλίμα πολιτικής αστάθειας. Πρωθυπουργός καθ’ όλον σχεδόν το 1902 ήταν ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, ο οποίος κυβερνούσε με εύθραυστες πλειοψηφίες, στηριζόμενος τόσο στις ψήφους των «δηλιγιαννικών» όσο και των «θεοτοκικών». Οι πρώτοι τον υπονόμευαν επιδιώκοντας την επάνοδο του αρχηγού τους Θεόδωρου Δηλιγιάννη, ενώ οι δεύτεροι απαιτούσαν διαρκή ρουσφέτια και διευκολύνσεις. Ανίκανος να ασκήσει σταθερή διακυβέρνηση, ο Ζαΐμης ζήτησε τη διάλυση της Βουλής· ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ υπέγραψε το σχετικό διάταγμα στις 12 Σεπτεμβρίου 1902, από την Κοπεγχάγη.

Το Εθνικόν Κόμμα του Δηλιγιάννη και το Νεωτερικόν Κόμμα του Γεωργίου Θεοτόκη ζήτησαν την ψήφο των πολιτών. Παρά τον έντονο ανταγωνισμό, υποψήφιοι των δύο κομμάτων σχημάτισαν τοπικούς μεικτούς συνδυασμούς, γεγονός που ο Τύπος καυτηρίασε ως «εκλογές χωρίς νόημα και χωρίς αρχές». Η προεκλογική αντιπαράθεση επικεντρώθηκε στον ρόλο του Στέμματος και τη λειτουργία των θεσμών, μετά την παραβίαση της αρχής της δεδηλωμένης με την πρωθυπουργοποίηση Ζαΐμη, που ενέτεινε την καχυποψία προς τον βασιλιά και τους «τσανακογλύφτες των ανακτόρων».

Η εκλογική μέρα πήρε χαρακτήρα λαϊκής γιορτής, με γυναίκες και παιδιά να περιφέρονται στους δρόμους κρατώντας σύμβολα των κομμάτων –«ελιά» για τους Νεωτερικούς, «κορδόνι» για τους Δηλιγιαννικούς– και φωνάζοντας συνθήματα, ενώ δεν έλειψαν μικροσυμπλοκές και συλλήψεις.

Το αποτέλεσμα ήταν απόλυτη ισοδυναμία: 102 βουλευτές για κάθε παράταξη, με τον βασιλιά να καθίσταται ρυθμιστής χάρη στους 19 “ζαϊμικούς”. Ακολούθησε περίοδος έντονης πολιτικής αστάθειας και αιματηρών συγκρούσεων, τα γνωστά «Σανιδικά» (18–23 Νοεμβρίου 1902).

 

1983 – Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ υιοθετεί το ψήφισμα 541, το οποίο προτείνεται από τη Βρετανία και αποδοκιμάζει, μεταξύ άλλων, την ανακήρυξη του ψευδοκράτους από τους Τουρκοκυπρίους, με την οποία επιχειρείται η απόσχιση τμήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τη θεωρεί νομικά άκυρη και ζητεί την ανάκλησή της.
Το Συμβούλιο Ασφαλείας, αφού άκουσε τη δήλωση του Υπουργού Εξωτερικών της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας, Ανησυχώντας για τη διακήρυξη των τουρκοκυπριακών αρχών που εκδόθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1983, η οποία φέρεται να δημιουργεί ένα ανεξάρτητο κράτος στη βόρεια Κύπρο,
Θεωρώντας ότι αυτή η Διακήρυξη είναι ασυμβίβαση με τη Συνθήκη του 1960 αναφορικά με την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960,

Θεωρώντας ως εκ τούτου ότι η προσπάθεια δημιουργίας μιας «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου» είναι άκυρη και θα συμβάλει σε επιδείνωση της κατάστασης στην Κύπρο, Επαναβεβαιώνοντας τα ψηφίσματά του 365 (1974) και 367 (1975),
Έχοντας συνείδηση της ανάγκης για μια λύση του κυπριακού προβλήματος, βασισμένη στην αποστολή καλών υπηρεσιών που αναλήφθηκε από τον Γενικό Γραμματέα, Βεβαιώνοντας τη συνεχιζόμενη υποστήριξη του για την Ειρηνευτική Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο, Σημειώνοντας τη δήλωση του Γενικού Γραμματέα στις 17 Νοεμβρίου 1983,

1. Αποδοκιμάζει τη Διακήρυξη των τουρκοκυπριακών αρχών της δήθεν απόσχισης τμήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. 2. Θεωρεί την πιο πάνω διακήρυξη σαν νομικά άκυρη και ζητά την ανάκληση της. 3. Ζητεί την επείγουσα και αποτελεσματική εφαρμογή των ψηφισμάτων 365 (1974) και 367 (1975), 4. Ζητεί από το Γενικό Γραμματέα να συνεχίσει την αποστολή του καλών υπηρεσιών ώστε να επιτευχθεί το συντομότερο δυνατό πρόοδος προς μια δίκαιη και διαρκή διευθέτηση στην Κύπρο. 5. Καλεί τα μέρη να συνεργαστούν πλήρως με το Γενικό Γραμματέα στην αποστολή του καλών υπηρεσιών. 6. Καλεί όλα τα κράτη να σέβονται την κυριαρχία, ανεξαρτησία, εδαφική ακεραιότητα και το αδέσμευτο της Κυπριακής Δημοκρατίας. 7. Καλεί όλα τα κράτη να μην αναγνωρίζουν οποιοδήποτε κυπριακό κράτος άλλο από την Κυπριακή Δημοκρατία. 8. Καλεί όλα τα κράτη και τις δυο κοινότητες στην Κύπρο να απέχουν από οποιαδήποτε ενέργεια η οποία θα μπορούσε να επιδεινώσει την κατάσταση. 9. Ζητεί από το Γενικό Γραμματέα να κρατά το Συμβούλιο Ασφαλείας πλήρως ενημερωμένο.

 

1989 – Καταρρέει το κομμουνιστικό καθεστώς στη Βουλγαρία και μαζί του ο ηγέτης του Τοντόρ Ζίφκοφ. Παρότι ο Ζίβκοφ δεν υπήρξε σταλινικός, η δεκαετία του 1980 σημαδεύτηκε από αυξανόμενη επιρροή των συντηρητικών και από έντονο αυταρχισμό. Η κοινωνική και πολιτιστική απελευθέρωση που είχε προωθήσει η κόρη του, Λιουντμίλα Ζίβκοβα, προκάλεσε καχυποψία στο Κόμμα λόγω των ενασχολήσεών της με ανατολικές θρησκείες. Ο πρόωρος θάνατός της το 1981 γέννησε φήμες –ποτέ αποδεδειγμένες– περί δολοφονίας από τη μυστική αστυνομία.

Η πιο ακραία εκδήλωση αυταρχισμού ήταν η εκστρατεία αναγκαστικής αφομοίωσης της τουρκικής μειονότητας το 1984: απαγόρευση της τουρκικής γλώσσας και υποχρεωτική υιοθέτηση βουλγαρικών ονομάτων. Το 1989, η μαζική εκδίωξη περίπου 300.000 Τούρκων προκάλεσε τεράστια πτώση της γεωργικής παραγωγής στις νότιες περιοχές. Παράλληλα, το κύμα μεταρρυθμίσεων του Γκορμπατσώφ έφθασε και στη Βουλγαρία, αποδυναμώνοντας την κομμουνιστική ηγεσία, η οποία αδυνατούσε πλέον να αντισταθεί στις αυξανόμενες κοινωνικές πιέσεις.

Η διάλυση μιας περιβαλλοντικής διαδήλωσης στη Σόφια τον Οκτώβριο 1989 πυροδότησε γενικευμένη απαίτηση για πολιτική αλλαγή. Τα μετριοπαθή στελέχη αντέδρασαν καθαιρώντας τον Ζίβκοφ και τοποθετώντας τον Πέταρ Μλαντένοφ. Ο νέος ηγέτης υποσχέθηκε άνοιγμα του καθεστώτος και στις 11 Δεκεμβρίου ανακοίνωσε την εγκατάλειψη του κομματικού μονοπωλίου. Στις 15 Ιανουαρίου 1990 καταργήθηκε επισήμως ο «ηγετικός ρόλος» του Κόμματος και τον Ιούνιο 1990 πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες πολυκομματικές εκλογές από το 1939. Στις 15 Νοεμβρίου 1990 η χώρα μετονομάστηκε σε Δημοκρατία της Βουλγαρίας και αφαιρέθηκε το κομμουνιστικό έμβλημα από τη σημαία.

Οι εκτιμήσεις για τα θύματα του καθεστώτος ποικίλλουν: από 31.000 (σύμφωνα με τον Ντίνιου Σαρλάνοφ) έως και 100.000 από το 1944 ως το 1989. Δημοσκόπηση του 2009 έδειξε ότι μόλις ένας στους εννέα Βούλγαρους θεωρεί βελτιωμένη τη ζωή υπό τον καπιταλισμό, ενώ μόλις 16% πιστεύουν ότι η πολυκομματική δημοκρατία ωφελεί όλους.

 

Γεννήσεις

 

1783 – Σαντόρε ντι Σανταρόζα. Γεννήθηκε στις 18 Νοεμβρίου 1783 στο Σαβιλιάνο του Πεδεμοντίου. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του ακολούθησε στρατιωτική καριέρα και συμμετείχε σχεδόν σε όλες τις μάχες κατά του Ναπολέοντα στην Ιταλία. Με την κατάληψη του Πεδεμοντίου παραιτήθηκε, αλλά μετά την πτώση του Γάλλου αυτοκράτορα επέστρεψε στο στράτευμα και συμμετείχε στην εκστρατεία της Γκρενόμπλ. Εμφορούμενος από πατριωτικά και φιλελεύθερα ιδεώδη υποκίνησε εξέγερση στο Πεδεμόντιο κατά της αυστριακής κυριαρχίας, αναλαμβάνοντας υπουργός των Στρατιωτικών στη βραχύβια επαναστατική κυβέρνηση. Μετά την αποτυχία της εξέγερσης κατέφυγε στη Γαλλία, έπειτα στην Ελβετία και τελικά στο Λονδίνο.

Εκεί τον πλησίασαν Έλληνες απεσταλμένοι του φιλελληνικού κομιτάτου και του πρότειναν να συμμετάσχει στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Ο Σανταρόζα αποδέχθηκε με ενθουσιασμό και τον Δεκέμβριο του 1824 έφθασε στο Ναύπλιο. Επισκέφθηκε την Επίδαυρο, την Αίγινα και την Αθήνα, θαυμάζοντας από κοντά τα μνημεία που μέχρι τότε γνώριζε μόνο από περιγραφές, ενώ παράλληλα εκφωνούσε πατριωτικούς λόγους που συνεπήραν τους κατοίκους. Υπήρξε ενεργό μέλος φιλελληνικών επιτροπών σε Γερμανία, Αγγλία, Πολωνία, Ελβετία, Γαλλία και Ιταλία.

Με το ψευδώνυμο Ντερόσι, εντάχθηκε ως απλός αγωνιστής στην εκστρατεία του Γεωργίου Κουντουριώτη και του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου στην Πυλία και στις 20 Απριλίου 1825 εισήλθε στο φρούριο Νεόκαστρο. Ως έμπειρος στρατιωτικός ζήτησε άμεση ενίσχυση της άμυνας, όμως αγνοήθηκε. Στις 7 Μαρτίου στάλθηκε στη Σφακτηρία ως ενίσχυση στον Αναγνωσταρά. Στις 8 Μαΐου, κατά την επίθεση του Ιμπραήμ Πασά, τραυματίστηκε σοβαρά και, αρνούμενος να παραδοθεί, φονεύθηκε από Αιγύπτιο στρατιώτη, ο οποίος αφαίρεσε από τα ρούχα του χρήματα και μια σφραγίδα. Από αυτήν πληροφορήθηκε αργότερα για τον θάνατό του ένας φίλος του που υπηρετούσε στον αιγυπτιακό στόλο.

 

1906 – Άλεκ Ισιγώνης. Ο Αλέξανδρος Αρνόλδος Κωνσταντίνου Ισηγόνης γεννήθηκε στη Σμύρνη. Ο πατέρας του, Κωνσταντίνος Ισηγόνης, και ο παππούς του ήταν Έλληνες μηχανικοί, ενώ η μητέρα του ήταν από τη Βαυαρία. Η οικογένεια του κατείχε ένα εργοστάσιο παραγωγής λεβήτων. Ο Αλέξανδρος δεν είχε δει αυτοκίνητο μέχρι την ηλικία των 12 ετών.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, κατά την πολυτάραχη περίοδο που η Τουρκία αποκτούσε τη σύγχρονη μορφή της, η οικογένειά του αναγκάστηκε να καταφύγει στη Μάλτα το 1922, και ο πατέρας του πέθανε στο νησί. Τότε η μητέρα του τον πήγε στην Αγγλία, όπου δύο χρόνια αργότερα κατάφερε να αγοράσει το πρώτο του αυτοκίνητο, ένα Singer με αμάξωμα Weymann, με το οποίο ταξίδεψε τη μητέρα του στην Ευρώπη το 1925 αντιμετωπίζοντας – όπως ο ίδιος σχολίαζε συχνά σε φίλους και τους συναδέλφους του – ότι το Austin 1800 (ADO17) ήταν το σχέδιο για το οποίο ήταν πιο περήφανος, παρόλο που ποτέ δεν ήταν τόσο εμπορικά επιτυχημένο όσο τα τρία προηγούμενα σχέδια του, όπου ανέφερε αργότερα στον Αθανάσιο Καλλιγέρη (Athan Calligeris) το 1980 – μία “ατέλειωτη σειρά μηχανικών βλαβών”. Αυτή ήταν μία εμπειρία που δεν θα ξεχνούσε ποτέ, μία εμπειρία που τον ώθησε, όταν επέστρεψε, να ξεκινήσει ένα τριετές πρόγραμμα σπουδών σαν μηχανολόγος μηχανικός στην πολυτεχνική σχολή του Μπάτερσι (Battersea) στο Λονδίνο.

Η δεξιοτεχνία του Άλεκ και ο ενθουσιασμός του για τη ζωγραφική και τη σχεδίαση ήταν αρκετά για να πυροδοτήσουν την απέχθειά του προς τη θεωρία των μαθηματικών και απέτυχε στις εξετάσεις των μαθηματικών τρεις φορές. Σαν αντιδραστικό και ελεύθερο πνεύμα που ήταν, απεχθανόταν την αυστηρή λογική των μαθηματικών, μάλιστα αποκαλούσε τα μαθηματικά «εχθρό κάθε πραγματικά δημιουργικού ανθρώπου».

 

Θάνατοι

 

1830 – Γιόχαν Άνταμ Βάισχαουπτ. Γερμανός φιλόσοφος, νομικός και θεολόγος, γεννήθηκε στο Ίνγκολστατ της Βαυαρίας στις 6 Φεβρουαρίου 1748. Μεγάλωσε υπό την επίβλεψη του θείου του, καθηγητή νομικής, μετά τον πρόωρο θάνατο του πατέρα του. Ανατράφηκε με τα ιδεώδη του Διαφωτισμού, φοίτησε σε σχολείο Ιησουιτών και ακολούθησε σπουδές νομικής στο Πανεπιστήμιο του Ίνγκολστατ, από το οποίο αναδείχθηκε διδάκτορας το 1768. Το 1772 έγινε καθηγητής Κανονικού Δικαίου και ένα χρόνο αργότερα παντρεύτηκε την Άφρα Ζαουζενχόφερ, με την οποία απέκτησε επτά παιδιά.

Επηρεασμένος από την εμπειρική φιλοσοφία του Γιόχαν Φέντερ, βρέθηκε σε αντιπαράθεση με τον ιδεαλισμό του Καντ. Την 1η Μαΐου 1776 ίδρυσε το Τάγμα των Πεφωτισμένων (Illuminatenorden), υιοθετώντας το ψευδώνυμο «Αδελφός Σπάρτακος». Αν και η εσωτερική δομή της οργάνωσης ήταν αυστηρά ιεραρχική, προς τα έξω υποστήριζε την ελευθερία, την ισότητα και την αντικληρική κριτική. Ο Βαϊσχάουπτ πίστευε ότι ο «ήλιος του ορθού λόγου» θα εξάλειφε τη δεισιδαιμονία και ότι η παιδεία, μακριά από κράτος και οργανωμένη θρησκεία, θα αναμόρφωνε την ανθρώπινη φύση. Μυημένος στον Τεκτονισμό από το 1777, προσπάθησε να εντάξει τους Ιλουμινάτους στο ευρύτερο μασονικό σύστημα. Η οργάνωση λειτουργούσε με μυστικούς πυρήνες που δεν γνώριζαν ο ένας τον άλλον.

Η υπόγεια δράση τους οδήγησε τον Εκλέκτορα Κάρολο Θεόδωρο να τους θέσει εκτός νόμου το 1784, ενώ η Καθολική Εκκλησία τους αντιμετώπιζε ως απειλή. Ο Βαϊσχάουπτ παραιτήθηκε από το πανεπιστήμιο και κατέφυγε στο Δουκάτο Σαξωνίας-Γκότα-Άλτενμπουργκ, όπου έζησε το υπόλοιπο της ζωής του γράφοντας απολογητικά και φιλοσοφικά έργα. Πέθανε στη Γκότα στις 18 Νοεμβρίου 1830, 82 ετών.

Το κίνημα των Ιλουμινάτων διαλύθηκε μετά την εξορία του, αλλά στη σύγχρονη εποχή αναβιώνει μέσα από συνωμοσιολογικές θεωρίες που τους αποδίδουν σχέδια παγκόσμιας κυριαρχίας.

 

1940 – Μίμης Πιερράκος. Γεννήθηκε το 1909 στο Γύθειο αλλά από το 1912 με την οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στην Ένωση Αμπελοκήπων, όπου τον εντόπισαν οι υπεύθυνοι του Παναθηναϊκού και το 1926 εντάχθηκε στους πρασίνους σε ηλικία 17 ετών.

Τα πρώτα δύο χρόνια ήταν αναπληρωματικός του επιθετικού Μιχάλη Παπαδόπουλου και αγωνίστηκε σε ένα μόνο παιχνίδι με το Π.Σ. Γουδί. Στη συνέχεια καθιερώθηκε και με τον ΠΑΟ κατέκτησε επτά πρωταθλήματα της Ε.Π.Σ. Αθηνών, το Πανελλήνιο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου ανδρών 1929-1930 και το Κύπελλο Ελλάδος ποδοσφαίρου ανδρών 1940. Στον Παναθηναϊκό υπήρξε συμπαίκτης με τον αδερφό του Στέφανο Πιερράκο, επίσης βασικό στέλεχος των πρασίνων τη δεκαετία του ’30.

Το 1933 μετακόμισε στην Κύπρο και ανέλαβε για τρία χρόνια προπονητής και παίκτης στην Ανόρθωση Αμμοχώστου με την οποία συμμετείχε στο πρώτο Κυπριακό πρωτάθλημα.

Με το ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου το 1940 επιστρατεύτηκε και υπηρέτησε στο μέτωπο ως ασυρματιστής. Στις 18 Νοεμβρίου 1940 βρισκόταν στην περιοχή Διποταμιά της Βορείου Ηπείρου και το πρωί συνέλαβε αιχμάλωτο έναν Ιταλό αεροπόρο που είχε πέσει με αλεξίπτωτο. Αργότερα την ίδια ημέρα η μονάδα του δέχτηκε πυρά από το ιταλικό πυροβολικό. Ο Πιερράκος απασχολημένος να ολοκληρώσει μια επιστολή που έγραφε προς τον αδερφό του δεν έσπευσε να καλυφθεί, με αποτέλεσμα να χτυπηθεί από το θραύσμα μιας οβίδας και να σκοτωθεί.

Θάφτηκε σε νεκροταφείο της Αλβανίας, μαζί με άλλους Έλληνες νεκρούς στρατιώτες. Μετά τον πόλεμο ο αδερφός του Στέφανος, με τη βοήθεια του έφεδρου λοχία Χαράλαμπου Παπαδόπουλου που συνυπηρετούσε με τον Μίμη και ενός βορειοηπειρώτη κατοίκου της Διποταμιάς που είχε βοηθήσει στην ταφή, εντόπισε τον τάφο του Μίμη Πιερράκου. Το 1950 μετέβη στην Αλβανία, από όπου μετέφερε τα οστά του, τα οποία τάφηκαν στο νεκροταφείο Ζωγράφου με τιμές, σκεπασμένα με την ελληνική σημαία και το λάβαρο του Παναθηναϊκού.

 

Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia