Γέγονε την 17η Νοεμβρίου


...

Ο γέγονε… Γέγονε |


Γεγονότα

 

1885 – Παρουσιάζεται στο περιοδικό «Εστία» το ιστορικό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Χρήστος Μηλιόνης», έργο που ολοκληρώνει και στερεώνει την πολύμορφη ηθογραφική του συμβολή. Με το διήγημα αυτό ο Παπαδιαμάντης αναπλάθει με απαράμιλλη δύναμη μια κρίσιμη στιγμή της ελληνικής ιστορίας: τη μετεπαναστατική πραγματικότητα που διαμορφώθηκε μετά την έκρηξη του 1821, συνδυάζοντας την ιστορική μνήμη με το δημοτικό τραγούδι που υμνεί τον ηρωικό θάνατο του Μηλιόνη.

Ο Χρήστος Μηλιόνης παρουσιάζεται ως αυθεντικός εκπρόσωπος της προεπαναστατικής αντίστασης, μία από τις πιο χαρακτηριστικές φυσιογνωμίες ενός κόσμου που αγωνιζόταν σπασμωδικά αλλά αδιάκοπα για ελευθερία. Γύρω στα μέσα του 18ου αιώνα, κατείχε τα αρματωλίκια Ακαρνανίας, Βάλτου και Ξηρομέρου, παραμένοντας ασυμβίβαστος και ασυμφιλίωτος με την οθωμανική εξουσία. Το δημοτικό άσμα που τον υμνεί — «Όσο είν’ ο Χρίστος ζωντανός, Τούρκο δεν προσκυνάει» — αποτυπώνει καίρια αυτόν τον χαρακτήρα.

Ωστόσο, η πολιτική της εποχής ασκούσε συνεχώς πιέσεις στους ισχυρούς καπεταναίους. Οι τοπικοί άρχοντες προσπαθούσαν να τους προσεταιριστούν ή να τους κατευνάσουν· έτσι και ο Μηλιόνης δεν κατόρθωσε να αποφύγει τις διπλωματικές παγίδες. Το 1747, όταν στην Ακαρνανία επικράτησε σχετική ειρήνη και στασιμότητα, δέχτηκε τελικά να αναλάβει επίσημα το αρματωλίκι, ζώντας για ένα διάστημα ήσυχα.

Μέσα σε αυτή την επισφαλή ισορροπία συνέβη το γεγονός που ανέτρεψε τα πάντα: η αρπαγή της Βασίλως, της αναδεκτής του. Η πράξη αυτή θεωρήθηκε από τον Μηλιόνη βαρύτατη προσβολή και πρωτοφανής παρασπονδία στους άγραφους κανόνες τιμής μεταξύ αγάδων και κλεφτών. Η οργή του θα αποτελέσει την απαρχή της νέας, εκρηκτικής δράσης που διατρέχει το διήγημα.

 

 

1903 – Η διάσπαση του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού και Εργατικού Κόμματος το 1903 οδήγησε στη δημιουργία δύο βασικών φραξιών: των Μπολσεβίκων και των Μενσεβίκων. Οι Μπολσεβίκοι — από τη ρωσική λέξη bol’shinstvo («πλειοψηφία») — έλαβαν το όνομά τους επειδή κυριάρχησαν σε μια καθοριστική ψηφοφορία στο 2ο Συνέδριο του κόμματος. Αποτελούσαν μια μαχητική οργάνωση επαγγελματιών επαναστατών, με αυστηρή εσωτερική πειθαρχία και δομή βασισμένη στον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, θεωρώντας τον εαυτό τους εμπροσθοφυλακή της εργατικής τάξης. Ηγέτης και αρχιτέκτονας της φράξιας υπήρξε ο Βλαντίμιρ Λένιν, ενώ οι ιδέες και οι πρακτικές τους έμειναν γνωστές ως Μπολσεβικισμός.

Οι Μενσεβίκοι — από το menchinstvo («μειοψηφία») — συγκροτήθηκαν γύρω από τον Γιούλι Μάρτοφ. Σε αντίθεση με τη λενινιστική εκδοχή ενός κλειστού κόμματος στελεχών, οι Μενσεβίκοι υποστήριζαν ένα μαζικό σοσιαλιστικό κόμμα, ανοιχτό σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Παρά την πρόσκαιρη αριθμητική υπεροχή των Μπολσεβίκων στο συνέδριο, οι Μενσεβίκοι για χρόνια υπερείχαν: το 1905 αριθμούσαν περίπου 12.000 μέλη, ενώ οι Μπολσεβίκοι μόλις 8.000, την ώρα που οι Σοσιαλεπαναστάτες παρέμεναν ο μεγαλύτερος επαναστατικός σχηματισμός.

Η ισορροπία αυτή ανατράπηκε το 1917. Η φράξια του Λένιν, αξιοποιώντας τη φθορά της τσαρικής εξουσίας και την κρίση της Προσωρινής Κυβέρνησης, κατέλαβε την εξουσία στην Οκτωβριανή Επανάσταση, μετατρέποντας τους Μπολσεβίκους σε κυρίαρχη δύναμη και πυρήνα του μετέπειτα Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης. Μετά τον θάνατο του Λένιν, ο όρος «Μπολσεβικισμός» ταυτίστηκε πλέον με τον σταλινισμό, παρά τις προσπάθειες του εξόριστου Λέοντα Τρότσκι να διαχωρίσει τον «αληθινό Λενινισμό» από το σταλινικό καθεστώς.

 

1968 – Εκδίδεται η απόφαση του Έκτακτου Στρατοδικείου για την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου, έπειτα από μια από τις πιο τολμηρές πράξεις αντίστασης κατά της χούντας. Σύμφωνα με την απόφαση, ο Αλέξανδρος Παναγούλης καταδικάζεται δις εις θάνατον, ο Ελευθέριος Βερυβάκης — μετέπειτα υπουργός των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ — σε ισόβια κάθειρξη, ο Στάθης Γιώτας — μετέπειτα βουλευτής και υπουργός — σε δέκα χρόνια κάθειρξη, ενώ οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι τιμωρούνται με μικρότερες ποινές.

Το πρωί της 13ης Αυγούστου 1968, μια συνηθισμένη φαινομενικά φάλαγγα ξεκινούσε από το Λαγονήσι προς την Αθήνα. Στην κεφαλή της βρισκόταν ο Παπαδόπουλος, αναχωρώντας από την έπαυλή του στο 38ο χιλιόμετρο της παραλιακής οδού Σουνίου. Προπορεύονταν δύο μοτοσυκλέτες, ακολουθούσε το αυτοκίνητό του και, σε απόσταση περίπου δέκα μέτρων, εκείνο της ασφάλειας.

Στο ύψος μεταξύ 31ου και 32ου χιλιομέτρου, η φάλαγγα διέσχισε μια υπόγεια σήραγγα αποχέτευσης ομβρίων υδάτων, μήκους επτά μέτρων. Μόλις πέρασε και το συνοδευτικό όχημα, σημειώθηκε μια εκκωφαντική έκρηξη, που διέλυσε τη σήραγγα και άνοιξε δύο μεγάλους κρατήρες στον δρόμο. Η καθυστέρηση ενός-δύο δευτερολέπτων ήταν αρκετή για να σωθεί ο δικτάτορας.

Η αυτοκινητοπομπή σταμάτησε αμέσως. Άνδρες της ασφάλειας έσπευσαν στο σημείο, ενώ ισχυρή δύναμη της Χωροφυλακής απέκλεισε γρήγορα την περιοχή. Μετά από εκτεταμένη έρευνα, εντοπίστηκε ο Παναγούλης κρυμμένος κάτω από έναν βράχο, φορώντας μόνο μαγιό. Παρέμεινε σιωπηλός και δεν αποκάλυψε την ταυτότητά του, δηλώνοντας μόνο ότι έδρασε χωρίς συνεργούς. Χρειάστηκαν δύο ημέρες για να επιβεβαιωθεί ποιος ήταν ο άνδρας που επιχείρησε το χτύπημα κατά της χούντας.

 

1974 – Στις πρώτες εκλογές της Μεταπολίτευσης, τον Νοέμβριο του 1974, πρώτο κόμμα αναδείχθηκε η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή με ποσοστό 54,37%, εξασφαλίζοντας καθαρή πολιτική κυριαρχία. Ακολούθησαν η Ένωση Κέντρου – Νέες Δυνάμεις υπό τον Γεώργιο Μαύρο με 20,42%, το ανερχόμενο ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου με 13,58%, και η Ενωμένη Αριστερά (ΕΔΑ – ΚΚΕ – ΚΚΕ εσ.) με 9,47%, σε μια εκλογική αναμέτρηση που αποτύπωσε τη δημοκρατική επανεκκίνηση μετά την επτάχρονη δικτατορία.

Έναν χρόνο νωρίτερα, τα ξημερώματα της 17ης Νοεμβρίου 1973, η χούντα προέβη στη βίαιη καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Παρά τις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις για ασφαλή αποχώρηση των φοιτητών, η μεταβατική κυβέρνηση διέταξε την επέμβαση του στρατού. Στις 3 π.μ., ένα από τα τρία άρματα που είχαν παραταχθεί επί της Πατησίων έριξε την κεντρική πύλη. Σύμφωνα με το πόρισμα του εισαγγελέα Τσεβά, η εκδοχή ότι 2–3 φοιτητές συνεθλίβησαν θεωρήθηκε «λίαν πιθανή αλλά ανεπιβεβαίωτη». Βεβαιωμένα, η φοιτήτρια Πέπη Ρηγοπούλου τραυματίστηκε σοβαρά από τα συντρίμμια.

Ο ραδιοσταθμός του Πολυτεχνείου συνέχισε να μεταδίδει, καλώντας τους στρατιώτες να μην υπακούσουν στις εντολές και απαγγέλλοντας τον Εθνικό Ύμνο. Ακόμη και μετά την είσοδο του άρματος, οι εκπομπές συνεχίστηκαν για περίπου 40 λεπτά.

Οι φοιτητές οδηγήθηκαν από άνδρες των ΛΟΚ προς την έξοδο της Στουρνάρη χωρίς βία, όμως εκεί δέχθηκαν επίθεση από τις αστυνομικές δυνάμεις. Μερικοί στρατιώτες προσπάθησαν να τους προστατεύσουν. Πολλοί κατέφυγαν σε πολυκατοικίες, ενώ ελεύθεροι σκοπευτές και άνδρες της ΚΥΠ συνέχισαν τις συλλήψεις μέσα στη νύχτα.

 

1989 – Στις 20 Νοεμβρίου 1989 εγκαινιάζεται και αρχίζει να εκπέμπει ο MEGA Channel, ο πρώτος μη κρατικός τηλεοπτικός σταθμός πανελλαδικής εμβέλειας, σηματοδοτώντας μια νέα εποχή στην ελληνική τηλεόραση. Η δημιουργία του καναλιού κατέστη δυνατή μετά την ψήφιση, στις 24 Ιουλίου 1989, του νόμου που νομιμοποιούσε την ιδιωτική ραδιοφωνία και τηλεόραση από την κυβέρνηση Τζαννετάκη. Με αυτήν την απόφαση δόθηκαν οι δύο πρώτες άδειες ιδιωτικών σταθμών πανελλαδικής εμβέλειας: στην Τηλέτυπος Α.Ε. Τηλεοπτικών Προγραμμάτων και στη Νέα Τηλεόραση Α.Ε.

Η Τηλέτυπος συγκροτήθηκε από πέντε κορυφαίους εκδότες, καθένας με ποσοστό 20%: τον Χρήστο Λαμπράκη (Το Βήμα – Τα Νέα), τον Γιώργο Μπόμπολα (Έθνος), τον Χρήστο Τεγόπουλο (Ελευθεροτυπία), τον Αριστείδη Αλαφούζο (Η Καθημερινή) και την οικογένεια Βαρδινογιάννη (Μεσημβρινή). Μετά από τέσσερις μήνες προετοιμασίας, το MEGA εμφανίστηκε με ολοκληρωμένο πρόγραμμα, έπειτα από εκτεταμένη καμπάνια σε περιοδικά και εφημερίδες.

Το πρώτο πρόγραμμα που μεταδόθηκε ήταν η βρετανική σειρά επιστημονικής φαντασίας Διάστημα 1999. Από την αρχή το κανάλι επένδυσε στη μυθοπλασία, με σειρές όπως Πατήρ, υιός και πνεύμα, Οι Αυθαίρετοι και Οι Τρεις Χάριτες, θέτοντας τα θεμέλια της κυριαρχίας του στον ψυχαγωγικό τομέα τη δεκαετία του 1990. Ακολούθησαν δεκάδες επιτυχημένες σειρές, τηλεπαιχνίδια, σατιρικές εκπομπές και ψυχαγωγικά προγράμματα που διαμόρφωσαν τη φυσιογνωμία της ιδιωτικής τηλεόρασης.

Στον χώρο της ενημέρωσης, το πρώτο δελτίο ειδήσεων εκφώνησε η δημοσιογράφος Εύα Μαυρογένη, ενώ η πρώτη επίσημη παρουσιάστρια του κεντρικού δελτίου υπήρξε η Λιάνα Κανέλλη, ακολουθούμενη από άλλες εξέχουσες προσωπικότητες που καθόρισαν τον ενημερωτικό χαρακτήρα του σταθμού. Ο MEGA Channel καθιερώθηκε γρήγορα ως βασικός πυλώνας της ελληνικής τηλεοπτικής πραγματικότητας.

 

Γεννήσεις

 

1861 – Ο Σπύρος Σαμάρας (Σαμαράς), γεννημένος στην Κέρκυρα στις 17 Νοεμβρίου 1861, υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μουσικές φυσιογνωμίες του ελληνικού 19ου και πρώιμου 20ού αιώνα. Γιος του Σκαρλάτου Σαμάρα, διπλωματικού υπαλλήλου με καταγωγή από τη Σιάτιστα, και της Φαννής Ελάου από την Κωνσταντινούπολη, μυήθηκε στη μουσική από τον Κερκυραίο συνθέτη Σπυρίδωνα Ξύνδα, ο οποίος τον ενθάρρυνε να σπουδάσει στο Ωδείο Αθηνών. Εκεί φοίτησε από το 1874 με δασκάλους τους Φρειδερίκο Βολωνίνη, Άγγελο Μασκερόνι και Ερρίκο Στανκαμπιάνο.

Το 1881 μετέβη στο Παρίσι για ανώτερες σπουδές στο Κονσερβατόριο, μαθητεύοντας κοντά στον Λεό Ντελίμπ. Συνθέσεις του εκτελέστηκαν στο Ωδείο, κερδίζοντας τα συγχαρητήρια του Σαρλ Γκουνώ. Από το 1885 εγκαταστάθηκε στην Ιταλία, χωρίς να χάσει τους δεσμούς του με το Παρίσι, και άρχισε συστηματικά τη συνθετική του πορεία. Η όπερα Flora Mirabilis ανέβηκε με επιτυχία στο Μιλάνο το 1886 και θριάμβευσε στη Σκάλα το 1887 με την Έμμα Καλβέ. Ακολούθησαν επιτυχίες όπως η Melle (1888) στη Ρώμη.

Στην Ελλάδα η φήμη του ήταν ήδη μεγάλη. Το 1889 η Flora Mirabilis παρουσιάστηκε ως Θαυμαστή Ανθώ. Παρά την αποτυχία της Lionella (1891), ο Σαμάρας δικαιώθηκε με τον θρίαμβο της La Martire (1894), κατατάσσοντας τον στη σχολή του βερισμού, δίπλα σε Πουτσίνι, Μασκάνι και Λεονκαβάλο. Ακολούθησαν έργα όπως La Furia Damata (1895), Storia d’Amore (1903) και Mademoiselle de Belle-Isle (1905).

Το 1895, κατόπιν ανάθεσης της ΔΟΕ, συνέθεσε τον Ολυμπιακό Ύμνο σε ποίηση Κωστή Παλαμά, ο οποίος καθιερώθηκε επίσημα μόλις το 1958. Αποκορύφωμα της καριέρας του υπήρξε η όπερα Rhea (1908), επαινεμένη από Πουτσίνι και Μασκάνι.

Το 1911 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα· ο πόλεμος και ο γάμος του με την πιανίστα Άννα Αντωνοπούλου συνέβαλαν στην παραμονή του. Στράφηκε στην οπερέτα και στο ελληνικό τραγούδι. Πέθανε στην Αθήνα στις 25 Μαρτίου/7 Απριλίου 1917, σε ηλικία 56 ετών, από χρόνια νεφρίτιδα.

 

1964 – Ο Κριστόφ Βαζέχα (Krzysztof Ireneusz Warzycha), γεννημένος στις 17 Νοεμβρίου 1964 στο Κατοβίτσε της Πολωνίας, υπήρξε ένας από τους κορυφαίους επιθετικούς που αγωνίστηκαν ποτέ στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Διεθνής με την εθνική Πολωνίας και αργότερα Έλληνας πολίτης (από το 1998), συνδέθηκε άρρηκτα με τον Παναθηναϊκό, του οποίου τη φανέλα φόρεσε για 15 συνεχόμενα χρόνια.

Με τον Παναθηναϊκό πέτυχε επιδόσεις που δύσκολα θα καταρριφθούν. Στην Α΄ Εθνική σημείωσε 244 γκολ σε 390 αγώνες, κατακτώντας τον τίτλο του πρώτου σκόρερ τρεις φορές (1994, 1995, 1998). Στο Κύπελλο Ελλάδας είχε 50 τέρματα σε 100 συμμετοχές, ενώ στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις σκόραρε 25 φορές σε 63 εμφανίσεις, συμβάλλοντας καθοριστικά στις μεγάλες πορείες του συλλόγου τη δεκαετία του 1990.

Συνολικά, με 319 γκολ σε 553 επίσημους αγώνες, αποτελεί τον πρώτο σκόρερ στην ιστορία του Παναθηναϊκού, αφήνοντας πολύ πίσω τον δεύτερο Αντώνη Αντωνιάδη (221). Παράλληλα, είναι ο δεύτερος ποδοσφαιριστής με τις περισσότερες εμφανίσεις για τον σύλλογο, μετά τον Μίμη Δομάζο (605). Ταυτόχρονα, παραμένει ο κορυφαίος ξένος ποδοσφαιριστής σε γκολ και συμμετοχές στο ελληνικό πρωτάθλημα και ο δεύτερος σκόρερ όλων των εποχών στην Α΄ Εθνική, πίσω από τον Θωμά Μαύρο (260).

Γνωστός για την ταχύτητα στην εκτέλεση, την απλότητα του παιχνιδιού του και την εξαιρετική επαφή του με τα δίχτυα, έγινε εμβληματική μορφή του Παναθηναϊκού και αγαπήθηκε ιδιαίτερα από τους φιλάθλους.

Ο Βαζέχα αποσύρθηκε το 2004, σε ηλικία 39 ετών, και ακολούθησε καριέρα προπονητή, παραμένοντας ενεργός στον χώρο του ποδοσφαίρου και διατηρώντας την εικόνα ενός από τους σημαντικότερους ξένους που πέρασαν από την Ελλάδα.

 

Θάνατοι

 

1993 – Γιώργος Μητσάκης. Μία από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού, έφτασε με την οικογένειά του στην Καβάλα το 1935 και αργότερα εγκαταστάθηκαν σε χωριό κοντά στον Βόλο. Εκεί ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τη λαϊκή μουσική, όμως σύντομα αναζήτησε νέους ορίζοντες στη Θεσσαλονίκη. Η γνωριμία του με τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Βασίλη Τσιτσάνη και τον Απόστολο Χατζηχρήστο υπήρξε καθοριστική. Το 1939 κατέληξε στον Πειραιά, την πόλη που αγάπησε και όπου ξεκίνησε η μεγάλη του πορεία στο τραγούδι.

Κατά την Κατοχή έγραψε τα πρώτα του τραγούδια, βασισμένα σε πραγματικά περιστατικά, όπως το «Φτωχό κομπολογάκι» και το «Όταν καπνίζει ο λουλάς». Από το 1947 έως το 1949 εμφανίστηκε με τον Μανώλη Χιώτη στο θρυλικό «Πιγκάλς» της Πατησίων, σε μια συνεργασία που άφησε εποχή. Η δημιουργική του παραγωγή είναι τεράστια: τραγούδια όπως «Απόψε είναι βαριά», «Θλιμμένο δειλινό», «Στης Λαρίσης το ποτάμι», «Συννεφιές», «Ψιλή βροχούλα έπιασε», «Το καπηλειό», «Όσο βαριά είναι τα σίδερα» και εκατοντάδες άλλα αποτελούν σταθμούς στην ιστορία του λαϊκού τραγουδιού.

Ο ίδιος περιέγραφε το έργο του ως έκφραση «του καημού και της ελπίδας του λαϊκού ανθρώπου». Έγραφε στίχους, μελωδίες, ενορχηστρώσεις και συχνά ερμήνευε ο ίδιος τα τραγούδια του. Υπολογίζεται ότι η παραγωγή του ξεπερνά τις 1.500 συνθέσεις.

Μουσικοκριτικοί τον θεωρούν έναν από τους σημαντικότερους ποιητές του ρεμπέτικου, με δυτικές επιρροές αλλά βαθύ ελληνικό ύφος. Μεγάλοι ερμηνευτές — από τη Μπέλλου και τον Τσαουσάκη έως τον Καζαντζίδη, τον Μπιθικώτση και τον Διονυσίου — τραγούδησαν έργα του. Για δεκαετίες δεσπόζε στην αθηναϊκή νύχτα, σε χώρους όπως η «Τριάνα του Χειλά» και το «Ροσινιόλ». Έφυγε από τη ζωή στις 17 Νοεμβρίου 1993, αφήνοντας τεράστια κληρονομιά στη λαϊκή μουσική.

 

2006 – Φέρεντς Πούσκας. Υπήρξε μια από τις πιο φωτεινές μορφές στην ιστορία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Θεωρείται το πρώτο διεθνές υπέρλαμπρο αστέρι του αθλήματος και ένας από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών. Το 1995 η IFFHS τον ανακήρυξε κορυφαίο σκόρερ στην ιστορία των εθνικών πρωταθλημάτων, ενώ ψηφίστηκε 6ος καλύτερος ποδοσφαιριστής του 20ού αιώνα. Κατατάχθηκε επίσης 7ος από το France Football ανάμεσα στους νικητές της Χρυσής Μπάλας και 6ος στις ψηφοφορίες των περιοδικών World Soccer και Guerin Sportivo.

Ο επονομαζόμενος «Καλπάζων Συνταγματάρχης» αγωνίστηκε επί σχεδόν 25 χρόνια σε τρεις ομάδες-θρύλους: τη Χόνβεντ, τη Ρεάλ Μαδρίτης και την Εθνική Ουγγαρίας των «Μαγικών Μαγυάρων», την οποία ανέδειξε σε κορυφαία εθνική ομάδα του κόσμου τη δεκαετία του 1950. Με τη Χόνβεντ κατέκτησε κάθε εγχώριο τίτλο, ενώ με τη Ρεάλ Μαδρίτης — εκεί όπου αγωνίστηκε από το 1958 — κατέκτησε πρωταθλήματα, κύπελλα και τρία Κύπελλα Πρωταθλητριών, αποτελώντας επί χρόνια το πιο θανατηφόρο επιθετικό δίδυμο της Ευρώπης μαζί με τον Αλφρέδο ντι Στέφανο.

Το κορμί του δεν θύμιζε αθλητή κορυφαίου επιπέδου, όμως διέθετε χαμηλό κέντρο βάρους, εκπληκτική τεχνική και ένα αριστερό πόδι που έστελνε «ρουκέτες». Η αναλογία τερμάτων του — 1,02 γκολ ανά αγώνα σε επίσημα ματς — παραμένει σχεδόν ασύγκριτη, ενώ τα 806 γκολ του τον κατατάσσουν στην 6η θέση όλων των εποχών.

Με την Ουγγαρία κατέρριψε ρεκόρ διεθνών συμμετοχών και τερμάτων, αγγίζοντας το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1954, που χάθηκε σε έναν από τους πιο αμφιλεγόμενους τελικούς.

Ως προπονητής, οδήγησε τον Παναθηναϊκό στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1971, χαρίζοντας στην Ελλάδα τη μεγαλύτερη επιτυχία συλλόγου στην Ευρώπη.

 

————————————————————————————-
Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia