...
Ο γέγονε… Γέγονε |
Γεγονότα
1865 – Κάνει πρεμιέρα η «Ημιτελής Συμφωνία» του Σούμπερτ. Η «Ημιτελής Συμφωνία» του Φραντς Σούμπερτ αποτελεί ένα από τα πιο εμβληματικά και αινιγματικά έργα της δυτικής λόγιας μουσικής. Πρόκειται για τη Συμφωνία αρ. 8 σε Σι ελάσσονα, με αριθμό 759 στον κατάλογο Ντόιτς, η οποία σύμφωνα με την πλειονότητα των μουσικολόγων έμεινε ανολοκλήρωτη, αν και μια ισχυρή μειοψηφία υποστηρίζει ότι πρόκειται για συνειδητά ολοκληρωμένο έργο. Παρά τις διιστάμενες ερμηνείες, η θέση της στο συμφωνικό ρεπερτόριο είναι αδιαμφισβήτητη.
Το 1822 υπήρξε χρονιά έντονης δημιουργικότητας για τον Σούμπερτ, παρά τα σοβαρά οικονομικά του προβλήματα. Τότε συνέθεσε έργα υψηλής αξίας, όπως τη Λειτουργία σε λα ύφεση, τη Φαντασία του Οδοιπόρου και σημαντικά λίντερ σε ποίηση Γκέτε, Ένγκελχαρτ, Μπρούχμαν και Σόμπερ. Την ίδια περίοδο συμφιλιώθηκε και με τον πατέρα του, με τον οποίο βρισκόταν σε ρήξη επί χρόνια. Στις 30 Οκτωβρίου άρχισε να συνθέτει τη Συμφωνία σε Σι ελάσσονα, ένα έργο που έμελλε να διχάσει την ιστοριογραφία της μουσικής.
Η συμφωνία περιλαμβάνει μόνο δύο μέρη, Allegro moderato και Andante con moto, αντί των τεσσάρων που προέβλεπε η κλασική φόρμα. Αυτό οδήγησε στον χαρακτηρισμό «Ημιτελής» και στη διατύπωση ποικίλων θεωριών: ότι ο Σούμπερτ δεν μπόρεσε να συνεχίσει με ισάξιο υλικό, ότι τα υπόλοιπα μέρη χάθηκαν ή ότι εγκατέλειψε το έργο, όπως συνήθιζε συχνά. Διασώζεται πάντως προσχέδιο για σκέρτσο τρίτου μέρους, χωρίς όμως να έχει αποδώσει πειστικές συμπληρώσεις.
Αμφισβήτηση στον όρο «Ημιτελής» προκαλεί το γεγονός ότι ο Σούμπερτ προσέφερε τη συμφωνία στη Μουσική Εταιρεία της Στυρίας, η οποία τον είχε ανακηρύξει επίτιμο μέλος, πράξη που δύσκολα συμβιβάζεται με την προσφορά ενός ατελούς έργου. Η πρεμιέρα της δόθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 1865 στη Βιέννη, τριάντα τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του. Σκοτεινή, δραματική και αισθητά διαφορετική από τις υπόλοιπες συμφωνίες του, θεωρείται συχνά η πρώτη αυθεντικά ρομαντική συμφωνία του Σούμπερτ.
1915 – Οι Γάλλοι καταλαμβάνουν το Καστελόριζο. Η κατάληψη του Καστελόριζου από τους Γάλλους το 1915 εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο των στρατιωτικών και διπλωματικών ανακατατάξεων στην Ανατολική Μεσόγειο κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το μικρό αλλά στρατηγικά σημαντικό νησί, κατοικούμενο τότε σχεδόν αποκλειστικά από ελληνικό πληθυσμό, βρισκόταν υπό οθωμανική κυριαρχία και αποτελούσε προκεχωρημένο σημείο ελέγχου θαλάσσιων δρόμων μεταξύ Μικράς Ασίας, Συρίας και Αιγύπτου.
Τον Δεκέμβριο του 1915 γαλλικές ναυτικές δυνάμεις κατέλαβαν το Καστελόριζο χωρίς σοβαρή αντίσταση. Η επιχείρηση είχε πρωτίστως στρατιωτικό χαρακτήρα: στόχος των Συμμάχων ήταν ο περιορισμός της οθωμανικής παρουσίας στην περιοχή, η επιτήρηση των μικρασιατικών ακτών και η ενίσχυση των συμμαχικών επιχειρήσεων στην Ανατολή. Παράλληλα, το νησί μπορούσε να λειτουργήσει ως ναυτική βάση ανεφοδιασμού και παρατήρησης.
Η γαλλική κατοχή αντιμετωπίστηκε αρχικά με συγκρατημένη αισιοδοξία από τον ελληνικό πληθυσμό του νησιού, ο οποίος προσδοκούσε την ένωση με την Ελλάδα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου ο ελληνισμός της Ανατολικής Μεσογείου έβλεπε τις πολεμικές εξελίξεις ως ευκαιρία εθνικής δικαίωσης. Ωστόσο, οι ελπίδες αυτές δεν επαληθεύτηκαν άμεσα. Το Καστελόριζο παρέμεινε υπό γαλλικό έλεγχο μέχρι το 1921, οπότε παραχωρήθηκε στους Ιταλούς, στο πλαίσιο των μεταπολεμικών διευθετήσεων και της ιταλικής επέκτασης στα Δωδεκάνησα.
Η κατάληψη του 1915 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς μικρά νησιά της Ανατολικής Μεσογείου βρέθηκαν στο επίκεντρο των ανταγωνισμών των Μεγάλων Δυνάμεων. Για το Καστελόριζο, η γαλλική παρουσία υπήρξε ένας μεταβατικός σταθμός σε μια μακρά περίοδο ξένης κατοχής, που έληξε οριστικά μόλις το 1947 με την ενσωμάτωσή του στην Ελλάδα.
Γεννήσεις
1905 – Σίμο Χέιχε. Υπήρξε μία από τις πιο θρυλικές και αινιγματικές μορφές του 20ού αιώνα, γνωστός ως ο φονικότερος ελεύθερος σκοπευτής στην παγκόσμια στρατιωτική ιστορία. Γεννήθηκε στη Ραουτγιάρβι της Φινλανδίας, σε αγροτική οικογένεια, και μεγάλωσε σε σκληρό φυσικό περιβάλλον, γεγονός που διαμόρφωσε την αντοχή, την αυτοπειθαρχία και τη βαθιά γνώση της φύσης που αργότερα θα αποδεικνύονταν καθοριστικές.
Ο Χέιχε υπηρέτησε ως εθελοντής στον φινλανδικό στρατό και έγινε παγκοσμίως γνωστός κατά τον Χειμερινό Πόλεμο (1939–1940), όταν η Σοβιετική Ένωση εισέβαλε στη Φινλανδία. Μέσα σε μόλις εκατό περίπου ημέρες μάχης, αποδίδεται στον Χέιχε η εξόντωση περισσότερων από 500 Σοβιετικών στρατιωτών, κυρίως ως ελεύθερος σκοπευτής. Πολεμούσε σε ακραίες συνθήκες ψύχους, συχνά κάτω από –30°C, χρησιμοποιώντας απλό τουφέκι χωρίς διόπτρα, ώστε να αποφεύγει τις αντανακλάσεις και να διατηρεί χαμηλό προφίλ.
Η τακτική του βασιζόταν στην απόλυτη ακινησία, στη χρήση του χιονιού ως κάλυψης και στη βαθιά γνώση του εδάφους. Παρά τη φήμη του, ο ίδιος παρέμεινε σιωπηλός και λιγομίλητος, αποφεύγοντας κάθε ηρωοποίηση. Τον Μάρτιο του 1940 τραυματίστηκε σοβαρά στο πρόσωπο από εκρηκτική σφαίρα, αλλά επέζησε και ανάρρωσε έπειτα από μακρά νοσηλεία.
Μετά τον πόλεμο αποσύρθηκε από τη δημόσια ζωή, ασχολήθηκε με τη γεωργία και το κυνήγι και έζησε μέχρι βαθιά γεράματα. Ο Σίμο Χέιχε δεν προέβαλε ποτέ τον εαυτό του ως πολεμικό ήρωα· στη συλλογική μνήμη της Φινλανδίας, ωστόσο, παραμένει σύμβολο αμυντικής αντίστασης, επιβίωσης και ψυχραιμίας απέναντι σε έναν συντριπτικά ισχυρότερο αντίπαλο.
1936 – Πάπας Φραγκίσκος. Ο Πάπας Φραγκίσκος (λατινικά: Franciscus), κατά κόσμον Χόρχε Μάριο Μπεργκόλιο (17 Δεκεμβρίου 1936, Μπουένος Άιρες), είναι Αργεντίνος ιερέας και ο 266ος Πάπας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Εξελέγη στις 13 Μαρτίου 2013. Το όνομα που επέλεξε ήταν προς τιμήν του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης. Είναι ο πρώτος Πάπας από την Λατινική Αμερική, αλλά και από την Αμερική γενικότερα, καθώς επίσης και ο πρώτος Ιησουίτης Πάπας.
Πριν την εκλογή του ως Πάπα, υπηρετούσε ως καρδινάλιος. Ήταν αρχιεπίσκοπος Μπουένος Άιρες από το 1998. Αναδείχτηκε καρδινάλιος το 2001.
Ο Χόρχε Μάριο Μπεργκόλιο γεννήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου του 1936 στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής από Ιταλούς γονείς. Μετά τις σπουδές του στη σχολή στο Βίλα Ντεβότο, εντάχθηκε στο τάγμα των Ιησουιτών στις 11 Μαρτίου του 1958.
Ο Μπεργκόλιο έλαβε πανεπιστημιακό τίτλο στη φιλοσοφία από το Κολέγιο Μάξιμο Σαν Χοσέ στο Σαν Μιγκέλ ντε Τουκουμάν και στη συνέχεια δίδαξε λογοτεχνία και ψυχολογία στο Κολέγιο της Ιμακουλάδα (Αμώμου Συλλήψεως) στη Σάντα Φε και στο Κολέγιο του Σαλβαδόρ (Σωτήρος) στο Μπουένος Άιρες. Χειροτονήθηκε ιερέας στις 13 Δεκεμβρίου του 1969 από τον αρχιεπίσκοπο Χοσέ Ραμόν Καστελλάνο. Σπούδασε στη Φιλοσοφική και Θεολογική Σχολή του Σαν Μιγκέλ. Ο Μπεργκόλιο υπηρέτησε ως διδάσκαλος των δοκίμων και δίδασκε ως θεολόγος.
Κατά τη δεύτερη ημέρα του κονκλαβίου του 2013, μετά από την παραίτηση του Βενεδίκτου ΙΣΤ΄, εξελέγη Πάπας. Αν και δεν είναι ο πρώτος μη Ευρωπαίος Πάπας (ο Γρηγόριος ο τρίτος, συριακής καταγωγής, διετέλεσε Πάπας από το 731 έως το 741), είναι ο πρώτος Νοτιοαμερικανός Πάπας.
Θάνατοι
1273 – Τζαλαλουντίν Ρουμί. Υπήρξε μία από τις σημαντικότερες πνευματικές μορφές του ισλαμικού και παγκόσμιου πολιτισμού, ποιητής, μυστικιστής και θεολόγος του σουφισμού, του εσωτερικού ρεύματος του Ισλάμ. Γεννήθηκε στο Μπαλχ του Χορασάν (σημερινό Αφγανιστάν) και, λόγω των αναταραχών που προκάλεσαν οι μογγολικές εισβολές, η οικογένειά του μετακινήθηκε δυτικά, καταλήγοντας τελικά στο Ικόνιο της Μικράς Ασίας, τότε πρωτεύουσα του Σελτζουκικού Σουλτανάτου του Ρουμ. Από εκεί προήλθε και το προσωνύμιό του «Ρουμί».
Ο πατέρας του ήταν λόγιος θεολόγος και μυστικιστής, γεγονός που καθόρισε την παιδεία και τη σκέψη του. Αρχικά ο Ρουμί ακολούθησε την πορεία του δασκάλου του ισλαμικού νόμου, διδάσκοντας θεολογία και νομική. Η ζωή και το έργο του όμως μεταμορφώθηκαν ριζικά μετά τη συνάντησή του με τον περιπλανώμενο μυστικιστή Σαμς από την Ταυρίδα, μια πνευματική σχέση βαθιάς έντασης που τον οδήγησε από τη σχολαστική γνώση στη μυστική εμπειρία της θείας αγάπης.
Το ποιητικό έργο του Ρουμί είναι εκτενές και βαθιά συμβολικό. Το μνημειώδες «Μασναβί» θεωρείται ένα από τα κορυφαία έργα της περσικής λογοτεχνίας και του σουφισμού, ενώ το «Ντιβάν του Σαμς» αποτυπώνει τη φλόγα του μυστικού έρωτα για το Θείο. Κεντρική ιδέα στη σκέψη του είναι ότι η αγάπη υπερβαίνει θρησκείες, γλώσσες και σύνορα και ότι ο άνθρωπος μπορεί να προσεγγίσει τον Θεό μέσω της εσωτερικής μεταμόρφωσης. Μετά τον θάνατό του, οι μαθητές του ίδρυσαν το τάγμα των Μεβλεβί, γνωστό για τον τελετουργικό «στροβιλισμό» των δερβίσηδων, σύμβολο της κοσμικής και πνευματικής κίνησης προς την ενότητα.
1830 – Σιμόν Ντε Μπολιβάρ. Υπήρξε ηγετική μορφή των αγώνων για την ανεξαρτησία της Λατινικής Αμερικής και μία από τις πιο εμβληματικές φυσιογνωμίες της παγκόσμιας επαναστατικής ιστορίας. Γεννήθηκε στο Καράκας, σε εύπορη οικογένεια κρεολών, και έλαβε ευρεία μόρφωση στην Ευρώπη, όπου ήρθε σε επαφή με τις ιδέες του Διαφωτισμού και τη Γαλλική Επανάσταση, που καθόρισαν βαθιά την πολιτική του σκέψη.
Με την επιστροφή του στη Βενεζουέλα εντάχθηκε ενεργά στο κίνημα κατά της ισπανικής αποικιοκρατίας. Από το 1810 και έπειτα ανέλαβε πρωταγωνιστικό ρόλο στους απελευθερωτικούς πολέμους, αντιμετωπίζοντας επανειλημμένες ήττες, εξορίες και πολιτικές απογοητεύσεις. Παρ’ όλα αυτά, με επιμονή και στρατηγική ευφυΐα, κατόρθωσε να ηγηθεί επιτυχημένων εκστρατειών που οδήγησαν στην ανεξαρτησία της Βενεζουέλας, της Νέας Γρανάδας (σημερινή Κολομβία), του Εκουαδόρ, του Περού και της Βολιβίας, η οποία φέρει το όνομά του.
Ο Μπολιβάρ δεν υπήρξε μόνο στρατιωτικός ηγέτης, αλλά και πολιτικός στοχαστής. Οραματίστηκε τη δημιουργία μιας ενωμένης Λατινικής Αμερικής, ικανής να αντισταθεί στις ξένες επεμβάσεις και τον κατακερματισμό. Το σχέδιό του για τη Μεγάλη Κολομβία, ωστόσο, προσέκρουσε σε τοπικά συμφέροντα, εμφύλιες συγκρούσεις και προσωπικές φιλοδοξίες, οδηγώντας τελικά στη διάλυσή της.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, απογοητευμένος και απομονωμένος, παραιτήθηκε από την εξουσία. Πέθανε το 1830 στη Σάντα Μάρτα, φτωχός και ασθενής, αφήνοντας πίσω του μια τεράστια ιστορική κληρονομιά. Ο «Απελευθερωτής», όπως έμεινε γνωστός, παραμένει σύμβολο ελευθερίας, ανεξαρτησίας και ανεκπλήρωτου πολιτικού οράματος.
1887 – Νικόλαος Σαρίπολος. Γεννήθηκε στη Λάρνακα το 1817, σε οικογένεια με ισχυρό κοινωνικό και οικονομικό υπόβαθρο. Ο πατέρας του καταγόταν επίσης από τη Λάρνακα, ενώ η μητέρα του, Χρυσηίδα (Τσικινέττα) Πελενδρίδη, ήταν κόρη πλουσίων προκρίτων της Λεμεσού. Μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης, οι οθωμανικές αρχές δήμευσαν την περιουσία του πατέρα του λόγω της επαναστατικής του δράσης, γεγονός που ανάγκασε την οικογένεια να εγκαταλείψει την Κύπρο και να εγκατασταθεί στην Τεργέστη.
Ο Σαρίπολος ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στη Σχολή της Ελληνικής Κοινότητας της Τεργέστης και το 1836 μετέβη στο Παρίσι. Εκεί απέκτησε τα απολυτήρια θεωρητικών και θετικών σπουδών (1837–1838) και εγγράφηκε αρχικά στην Ιατρική Σχολή. Την περίοδο αυτή μετέβαλε το επώνυμό του, όμως σύντομα στράφηκε στη Νομική, από την οποία ανακηρύχθηκε διδάκτωρ το 1844.
Το 1845 επέστρεψε στην Ελλάδα και εργάστηκε ως ιδιαίτερος γραμματέας του πρωθυπουργού Ιωάννη Κωλέττη. Το 1846 διορίστηκε υφηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και λίγο αργότερα έκτακτος καθηγητής Συνταγματικού και Ποινικού Δικαίου. Απολύθηκε το 1852 λόγω της πολιτικής του δράσης και στράφηκε στη δικηγορία, ενώ διετέλεσε νομικός σύμβουλος του Υπουργείου Εσωτερικών (1854–1860).
Επανήλθε στο Πανεπιστήμιο το 1862 ως τακτικός καθηγητής, διδάσκοντας Εθνικό, Ποινικό, Συνταγματικό και Διεθνές Δίκαιο έως το 1875. Συμμετείχε ενεργά στη Β΄ Εθνική Συνέλευση (1862–1864), όπου υπήρξε εισηγητής του Συντάγματος. Για τη συνολική του προσφορά τιμήθηκε από κορυφαία ευρωπαϊκά ακαδημαϊκά ιδρύματα. Παντρεύτηκε το 1847 και απέκτησε εννέα παιδιά. Το έργο του, νομικό, ιστορικό και ποιητικό, συμπληρώθηκε μετά τον θάνατό του με την έκδοση των «Απομνημονευμάτων» (1889) και των «Μετά θάνατον» (1890).
Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia

