Γέγονε την 14η Δεκεμβρίου


...

Ο γέγονε… Γέγονε |


Γεγονότα

 

1822 – Η Ιερά Συμμαχία καταδικάζει την Ελληνική Επανάσταση, θεωρώντας τη διακήρυξή της «αυθάδη και αδεξία». Καταδικάστηκε η Ελληνική επανάσταση αλλά δεν αποφασίστηκε επέμβαση, λόγω μη συμφωνίας του τσάρου που επηρεαζόταν από τον Ι. Καποδίστρια. Σημειωτέον πάντως, ότι στο συνέδριο απαγορεύτηκε η παρουσία εκπροσώπων των Ελλήνων επαναστατών (Παλαιών Πατρών Γερμανός, Γεώργιος Μαυρομιχάλης, Ανδρέας Μεταξάς) που στάλθηκαν κατ’ εντολήν της προσωρινής ελληνικής κυβέρνησης, ώστε να παρουσιάσουν στους συνέδρους τα επιχειρήματα της ελληνικής πλευράς.

Το καταδικαστικό ανακοινωθέν σε βάρος της ελληνικής επανάστασης εκδόθηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1822 και έχει ως εξής: «Μέγα πολιτικόν γεγονός εξερράγη περί τα τέλη της τελευταίας συνελεύσεως (του Συνεδρίου του Λάιμπαχ). Ό,τι το ανατρεπτικόν των κοινωνιών πνεύμα ήρχισεν εν τη δυτική χερσονήσω, ό,τι εδοκίμασε να πράξη εν τη Ιταλία, το κατώρθωσεν εις τας ανατολικάς εσχατιάς της Ευρώπης. Καθ’ ον καιρόν κατευνάσθησαν αι εν τοις βασιλείοις της Νεαπόλεως και της Σαρδηνίας στρατιωτικαί επαναστάσεις διά της δυνάμεως, ερρίφθη ο επαναστατικός δαυλός εν μέσω της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Οι άνακτες, έχοντες σταθεράν απόφασιν ν’ απωθήσωσι την αρχήν της επαναστάσεως καθ’ οποίον μέρος και εν οποία μορφή και αν εφαίνετο, έσπευσαν να την καταδικάσωσιν εκ συμφώνου, ασχολούμενοι δε αμεταθέτως εις το έργον της κοινής φροντίδος των, αντέκρουσαν παν ό,τι εδύνατο να τους παρεκτρέψη της οδού των. Αλλ’ ακούοντες και την φωνήν της συνειδήσεως και του ιερού χρέους συνηγόρησαν υπέρ των θυμάτων ασυνέτου και εγκληματικού επιχειρήματος. Αι πολλαί και φιλικαί των πέντε αυλών προς αλλήλας διακοινώσεις διαρκούσης της εποχής ταύτης, μιας των σημαντικωτέρων της συμμαχίας των, έφεραν εις σύμπνοιαν όλας ως προς το ζήτημα της Ανατολής, απέκειτο δε εις την εν Βερώνη συνέλευσιν να καθιερώση και επιβεβαιώση τα ορισθέντα. Αι δε σύμμαχοι της Ρωσίας αυλαί ελπίζουν ότι διά των κοινών προσπαθειών θα εξομαλυνθούν τα μέχρι τούδε εμπόδια διά την ευόδωσιν των ευχών αυτών».

 

1911 – Ο νορβηγός εξερευνητής Ρόαλντ Αμούντσεν είναι ο πρώτος άνθρωπος που φτάνει στο Νότιο Πόλο. Η νέα Πολική ομάδα, με τους Μπγιάαλαντ, Χάνσσεν, Βίστινγκ, Χάσσελ και Άμουνδσεν αναχώρησε στις 19 Οκτωβρίου 1911. Πήραν μαζί τους τέσσερα έλκηθρα και 52 σκυλιά. Στις 23 Οκτωβρίου έφτασαν στην αποθήκη στις 80°Ν και στις 3 Νοεμβρίου στην Αποθήκη των 82°Ν.

Στις 15 Νοεμβρίου έφτασαν στο γεωγραφικό πλάτος των 85°Ν και έφτασαν στην βάση των Υπερ-Ανταρκτικών Ορέων. Η αναρρίχηση κατά μήκος του Παγετώνα Άξελ Χέιμπεργκ ήταν ευκολότερη από ότι περίμεναν. Έφτασαν στην άκρη του Πολικού Οροπεδίου στις 21 Νοεμβρίου. Εκεί κατασκήνωσαν στην τοποθεσία που ονόμασαν “Χασάπικο”, όπου σκότωσαν 24 από τα εναπομείναντα σκυλιά. Μερικά από τα πτώματα ταΐστηκαν στα υπόλοιπα σκυλιά. Οι μεγάλες χιονοπτώσεις και ο άσχημος καιρός βαθμιαία αυξάνονταν καθώς διέσχιζαν την ‘Αίθουσα χορού του διαβόλου’, μια περιοχή με τεράστια ρωγμή. Διέσχισαν τις 87°Ν στις 4 Δεκεμβρίου και στις 7 Δεκεμβρίου έφτασαν στο γεωγραφικό πλάτος του απώτερου νότου του Σάκλετον, στις 88°23’Ν, 180 χλμ. από το Νότιο Πόλο.

Στις 14 Δεκεμβρίου 1911 η ομάδα των πέντε, με 16 σκυλιά έφτασε στον Πόλο. Έφτασαν 35 μέρες πριν από την ομάδα του Σκοτ. Ο Άμουνδσεν ονόμασε τη βάση του στο Νότιο Πόλο Πόλχεϊμ, ‘Σπίτι του Πόλου’. Επίσης μετονόμασε το Ανταρκτικό Οροπέδιο σε Οροπέδιο του Βασιλιά Χάακον Ζ’. Άφησαν μια μικρή σκηνή και γράμμα που δήλωνε το κατόρθωμά τους για την περίπτωση που δεν επέστρεφαν ασφαλείς στο Φράμχεϊμ.

Η μεγάλη εμπειρία του Άμουνδσεν, η προσεκτική προετοιμασία και η χρήση των καλύτερων σκύλων έλξης ελκήθρου που ήταν διαθέσιμοι (Γροιλανδικά χάσκυ) απέδωσαν. Επέστρεψαν στο Φράμχεϊμ στις 25 Ιανουαρίου 1912 με ένδεκα σκύλους. Το ταξίδι είχε διαρκέσει 99 ημέρες, η απόσταση που διανύθηκε ήταν περίπου 1.860 μίλια.

Η επιτυχία του Άμουνδσεν δεν κοινοποιήθηκε δημοσίως μέχρι τις 7 Μαρτίου 1912, όταν κατέφτασε στο Χόμπαρτ της Αυστραλίας. Ο Άμουνδσεν αφηγήθηκε το ταξίδι του στο βιβλίο Ο Νότιος Πόλος: Μια Αφήγηση της Νορβηγικής Ανταρκτικής Αποστολής στο ‘Fram’, 1910-1912.

 

1976 – Η τρομοκρατική οργάνωση «17 Νοέμβρη» δολοφονεί στην Αθήνα τον χουντικό βασανιστή Ευάγγελο Μάλλιο. O Μάλλιος δολοφονήθηκε μετά από ενέδρα της 17Ν στο Παλαιό Φάληρο.

Μετά από πυροβολισμό από μέλη της τρομοκρατικής οργάνωσης, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο όπου εξέπνευσε τα ξημερώματα της επόμενης μέρας. Την «ευθύνη» της δολοφονίας ανέλαβε η ακρο-αριστερή επαναστατική οργάνωση «17 Νοέμβρη» με προκήρυξη της που εγκατέλειψαν οι δολοφόνοι στο σημείο της επιθέσεως κατά του Αστυνόμου Ευάγγελου Μάλλιου.

Η 17Ν θεώρησε τη δολοφονία ως ηθική πράξη, καθώς ο Μάλλιος ήτανε αρχιβασανιστής στη Χούντα. Έγραψαν σε προκήρυξη τους: «Κανείς όμως από τον ελληνικό λαό δεν τρομοκρατείται όταν εκτελείται δίκαια ο βασανιστής και άρα τρομοκράτης του λαού Μάλλιος…» Επιπλέον, θεωρούσαν δίκαιη την πράξη τους επειδή ούτε η κυβέρνηση ούτε η Δικαιοσύνη κατάφερε να τιμωρήσει τους βασανιστές της χούντας.

Η 17Ν ισχυρίστηκε άλλη της προκήρυξη πως η δολοφονία του Μάλλιου αντανακλούσε τη λαϊκή θέληση για κάθαρση Σε άλλη τους προκήρυξη διερωτηθήκανε ρητορικά αν είναι τρομοκρατία η εκτέλεση ενός τρομοκράτη-βασανιστή.

 

1994 – Αρχίζει η κατασκευή του Φράγματος των Τριών Φαραγγιών στον ποταμό Γιανγκτσέ. Αποτελεί ένα από τα πλέον εμβληματικά έργα υδροηλεκτρικής ενέργειας παγκοσμίως. Βρίσκεται στον ποταμό Γιανγκτσέ, κοντά στην πόλη Σαντουπίνγκ, στην επαρχία Χουμπέι της Κίνας, και είναι ο μεγαλύτερος σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στον κόσμο ως προς την εγκατεστημένη ισχύ, που ανέρχεται σε 22.500 μεγαβάτ. Ως προς την ετήσια παραγωγή ενέργειας κατατάσσεται δεύτερο, μετά το φράγμα Ιταϊπού στα σύνορα Βραζιλίας και Παραγουάης. Το φράγμα έχει ύψος 180 μέτρα και μήκος 2.335 μέτρα, αποτελώντας τεχνικό επίτευγμα εξαιρετικής κλίμακας.

Η κατασκευή του ξεκίνησε στις 14 Δεκεμβρίου 1994, ενώ το σώμα του φράγματος ολοκληρώθηκε το 2006. Το έργο τέθηκε πλήρως σε λειτουργία στις 4 Ιουλίου 2012, όταν άρχισε να παράγει ενέργεια και η τελευταία από τις κύριες τουρμπίνες. Το φράγμα διαθέτει 32 κύριες τουρμπίνες ισχύος 700 μεγαβάτ η καθεμία, καθώς και δύο μικρότερες, που καλύπτουν τις ίδιες ενεργειακές ανάγκες του σταθμού.

Πέρα από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, το φράγμα σχεδιάστηκε για να βελτιώσει την πλωσιμότητα του Γιανγκτσέ και να περιορίσει τις καταστροφικές πλημμύρες, οι οποίες τον 20ό αιώνα προκάλεσαν περίπου ένα εκατομμύριο θανάτους. Η κινεζική κυβέρνηση το παρουσιάζει ως ιστορική πολιτική, μηχανική και οικονομική επιτυχία, που συμβάλλει στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Ωστόσο, το έργο συνοδεύτηκε από σοβαρές συνέπειες: τη βύθιση αρχαιολογικών και πολιτιστικών μνημείων, τον εκτοπισμό περίπου 1,3 εκατομμυρίων ανθρώπων και σημαντικές οικολογικές μεταβολές, όπως η αύξηση του κινδύνου κατολισθήσεων.

 

Γεννήσεις

 

1793 – Δημήτριος Υψηλάντης. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και ήταν ο δεύτερος γιος του ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας Κωνσταντίνου Υψηλάντη και της δεύτερης συζύγου του, Ελισάβετ Βακαρέσκου, μέλους ισχυρής φαναριώτικης οικογένειας. Μεγάλωσε σε περιβάλλον υψηλής μόρφωσης και πολιτικής επιρροής· ένας από τους πρώτους δασκάλους του υπήρξε ο λόγιος Μακάριος Καββαδίας. Αδελφός του ήταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας και εμβληματική μορφή του προεπαναστατικού ελληνισμού.

Ο Δημήτριος Υψηλάντης σπούδασε σε στρατιωτικές σχολές στη Γαλλία και στη συνέχεια κατατάχθηκε στην αυτοκρατορική φρουρά του Τσάρου στην Αγία Πετρούπολη, φτάνοντας στον βαθμό του λοχαγού. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και από το 1820 υπηρέτησε στο Κίεβο ως υπασπιστής του στρατηγού Ραγέφσκι. Η κάθοδός του στην Ελλάδα το 1821 υπήρξε περιπετειώδης, καθώς αναγνωρίστηκε και καταγγέλθηκε επανειλημμένα στις αυστριακές αρχές, γεγονός που τον υποχρέωσε να αλλάξει διαδρομή, όπως αναφέρει ο Ιωάννης Φιλήμων.

Τον Ιούλιο του 1821 αναγνωρίστηκε από οπλαρχηγούς ως αρχιστράτηγος, χωρίς ωστόσο να εδραιώσει πλήρως τη θέση του λόγω συγκρούσεων με τους προκρίτους και της αποτυχίας του κινήματος στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Με την έλευση του Ιωάννη Καποδίστρια διορίστηκε στρατάρχης και ανέλαβε την οργάνωση τακτικού στρατού. Το 1828–1829 διεξήγαγε επιτυχείς επιχειρήσεις στη Βοιωτία και διηύθυνε την τελευταία μάχη της Επανάστασης στην Πέτρα.

Ο Δημήτριος Υψηλάντης έμεινε στην ιστορία ως μορφή ανιδιοτελής και ηθικά ακέραιη. Ο Γεώργιος Τερτσέτης τον εξήρε για την αυταπάρνησή του, ενώ ο Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος τον χαρακτήρισε έναν από τους αγνότερους ηγέτες του Αγώνα. Προς τιμήν του, πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών φέρουν το όνομά του.

 

1911 – Γεώργιος Ιβάνοφ. Γεννήθηκε στη Βαρσοβία στις 14 Δεκεμβρίου 1911. Πατέρας του ήταν ο κόμης Βλαδίμηρος Ιβάνωφ, συνταγματάρχης του τσαρικού στρατού. Στη Θεσσαλονίκη ήρθε το 1926 με την Πολωνίδα μητέρα του Λεονάρδα Σαϊνόβιτς και τον Έλληνα Ιωάννη Λαμπριανίδη, δεύτερο σύζυγό της.

Ως αθλητής του γυμναστικού συλλόγου «Ηρακλής» κατάφερε νίκες τόσο στους εσωτερικούς όσο και σε διεθνείς αθλητικούς κολυμβητικούς αγώνες και το όνομα του έγινε γνωστό στο Πανελλήνιο. Το 1934 στους Αγώνες Βορείου Ελλάδος που έγιναν στη Θεσσαλονίκη βγήκε πρώτος στα 100 μέτρα ελεύθερο με χρόνο 1΄12΄΄. Το 1936 κατέλαβε την πρώτη θέση στους Ιστιοπλοϊκούς Αγώνες του Θερμαϊκού μαζί με τον ετεροθαλή αδελφό του Αντώνιο Λαμπριανίδη.

Σπούδασε γεωπόνος – μηχανικός στο Πανεπιστήμιο του Λουβαίν (Louvain) στο Βέλγιο. Το 1933 κατέρριψε το πανεπιστημιακό ρεκόρ κολύμβησης του Βελγίου στα 50 μέτρα ελεύθερο με 35΄΄. Πήρε μέρος με την ομάδα του πόλο της Α.Ζ.Σ. Βαρσοβίας σε διεθνείς αγώνες υδατοσφαίρισης με υψηλή επιθετική απόδοση και έτσι επιλέχθηκε να παίξει στο πόστο του φουνταριστού της Εθνικής Πολωνίας. Ανακηρύχθηκε ως ο καλύτερος παίκτης της Πολωνίας για το έτος 1938.

Ο προπονητής Ράικι είπε για τον Γεώργιο Ιβάνοφ: «Είναι επί του παρόντος ο καλύτερος επιθετικός παίκτης υδατοσφαίρισης στην Πολωνία. Κρίμα που θα τον χάσει η Α.Ζ.Σ. σύντομα, επειδή θα πρέπει να μεταβεί στο Παρίσι για περαιτέρω σπουδές».
Μετά τις μεταπτυχιακές σπουδές του στο Ινστιτούτο Αποικιακής Γεωπονίας στο Παρίσι επέστρεψε στη δεύτερη πατρίδα του, την Ελλάδα. Με την κατάληψη της Πολωνίας και της Ελλάδας από τους Ναζί φούντωσε μέσα του ο εθνικός παλμός να πολεμήσει για τις δύο πατρίδες του. 250 λέξεις

 

Θάνατοι

 

1799 – Τζορτζ Ουάσινγκτον. Ο Τζορτζ Ουάσινγκτον υπήρξε ο πρώτος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (1789–1797), αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του Ηπειρωτικού Στρατού κατά την Αμερικανική Επανάσταση και μία από τις κεντρικές μορφές της ίδρυσης του αμερικανικού κράτους. Προήδρευσε της Συνταγματικής Συνέλευσης που κατήρτισε το Σύνταγμα των ΗΠΑ, αντικαθιστώντας τα Άρθρα της Συνομοσπονδίας και καθορίζοντας τις εξουσίες και τον ρόλο του Προέδρου.

Το 1788 εξελέγη ομόφωνα Πρόεδρος από τους 69 εκλέκτορες και υπηρέτησε δύο θητείες. Κατά την προεδρία του εργάστηκε για τη συγκρότηση μιας ισχυρής και οικονομικά σταθερής εθνικής κυβέρνησης, ικανής να διατηρεί ουδετερότητα στους ευρωπαϊκούς πολέμους, να καταστέλλει εσωτερικές εξεγέρσεις και να εδραιώνει την εμπιστοσύνη των πολιτών στο νέο κράτος. Το ύφος της ηγεσίας του διαμόρφωσε πρότυπα και τελετουργικά που καθιερώθηκαν ως θεσμική παράδοση, όπως η λειτουργία υπουργικού συμβουλίου και η ομιλία κατά την ορκωμοσία. Η ειρηνική μεταβίβαση της εξουσίας στον Τζον Άνταμς δημιούργησε προηγούμενο που διατηρείται έως σήμερα. Ήδη εν ζωή, ο Ουάσινγκτον αναγνωρίστηκε ως «πατέρας του έθνους».

Γεννημένος στη Βιρτζίνια, προερχόταν από αγροτική αριστοκρατική οικογένεια με εκτεταμένες καπνοφυτείες και δούλους. Μετά τον θάνατο του πατέρα και του μεγαλύτερου αδελφού του, συνδέθηκε με τον ισχυρό Ουίλιαμ Φαίρφαξ, γεγονός που τον ανέδειξε ως τοπογράφο και στρατιωτικό. Διακρίθηκε στον Πόλεμο Γάλλων και Ινδιάνων και το 1775 επιλέχθηκε από το Δεύτερο Ηπειρωτικό Κογκρέσο ως αρχηγός του Ηπειρωτικού Στρατού. Παρά τις αρχικές ήττες, η νικηφόρα διάβαση του Ντελάγουερ και οι μάχες στο Νιου Τζέρσεϊ κατέστησαν καθοριστικές για την πορεία της Επανάστασης.

 

1989 – Αντρέι Ζαχάροφ. Υπήρξε μία από τις πλέον εμβληματικές μορφές του 20ού αιώνα, συνδυάζοντας τη διαδρομή του κορυφαίου επιστήμονα με εκείνη του ασυμβίβαστου υπερασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ως πυρηνικός φυσικός συγκαταλέγεται στους επιστήμονες που συνέβαλαν καθοριστικά στη δημιουργία της πρώτης σοβιετικής βόμβας υδρογόνου. Παράλληλα, διετέλεσε βουλευτής της ΕΣΣΔ και τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης το 1975 για τη δράση του υπέρ των ελευθεριών και των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η στάση του αυτή τον έφερε σε ανοιχτή σύγκρουση με το σοβιετικό καθεστώς, με αποτέλεσμα να του αφαιρεθούν όλες οι διακρίσεις και να εξοριστεί από τη Μόσχα.

Γεννήθηκε στη Μόσχα και ήταν γιος του καθηγητή φυσικής Ντμίτρι Ιβάνοβιτς Σάχαροβ και της Σοφιάνο-Σάχαροβα, κόρης στρατιωτικού. Ο παππούς του από την πατρική πλευρά, Ιβάν Σάχαροβ, ήταν γνωστός Ρώσος νομικός και πολιτικός. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στο σπίτι, ενώ φοίτησε για πρώτη φορά σε σχολείο στην έβδομη τάξη. Μετά την αποφοίτησή του το 1938 σπούδασε Φυσική στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας, το οποίο κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μεταφέρθηκε στο Τουρκμενιστάν. Το 1945 επέστρεψε στη Μόσχα για μεταπτυχιακές σπουδές στο Ινστιτούτο Φυσικής της Σοβιετικής Ακαδημίας Επιστημών.

Η δημόσια καταδίκη της σοβιετικής εισβολής στο Αφγανιστάν το 1980 οδήγησε στην εξορία του στην πόλη Γκόρκι, όπου μαζί με τη σύζυγό του Έλενα Μπονέρ προχώρησαν σε απεργίες πείνας. Απελευθερώθηκε το 1986 και υποστήριξε ενεργά την περεστρόικα. Εκλέχθηκε στο Κογκρέσο των Λαϊκών Αντιπροσώπων και συνέχισε μέχρι το τέλος της ζωής του να αγωνίζεται για τα ανθρώπινα δικαιώματα, αποτελώντας σύμβολο θάρρους και αλήθειας. Πέθανε στις 14 Δεκεμβρίου 1989 από καρδιακή προσβολή στη Μόσχα. Από το 1988, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απονέμει το Βραβείο Σάχαροβ προς τιμήν του.

 

Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia
——————————————————–