Γέγονε την 13η Αυγούστου


...

Ο γέγονε… Γέγονε|


Γεγονότα

 

1876 – Ανοίγει τις πύλες του το Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ, με την ολοκληρωμένη παρουσίαση της τετραλογίας του Ρίχαρντ Βάγκνερ «Το δαχτυλίδι των Νιμπελούγκεν». Την πρεμιέρα παρακολουθούν, μεταξύ άλλων, οι αυτοκράτορες Γερμανίας και Βραζιλίας, οι συνθέτες Λιστ, Μπρούκνερ, Σεν Σανς, Τσαϊκόφσκι, Έντβαρντ Γκριγκ και ο φιλόσοφος Νίτσε.

Το Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ (γερμ. Bayreuther Festspiele) ή αλλιώς Φεστιβάλ του Ρίχαρντ Βάγκνερ (γερμ. Richard-Wagner-Festspiele) είναι μουσικό – θεατρικό γεγονός που διοργανώνεται ετησίως (και συνήθως από τις 25 Ιουλίου μέχρι τις 28 Αυγούστου) στην όπερα του Μπαϊρόιτ που είχε κτίσει ο Ρίχαρντ Βάγκνερ ειδικά γι’ αυτό το σκοπό.

Η Όπερα του Μπαϊρόιτ είναι χτισμένη στον «πράσινο λόφο» της ομώνυμης πόλης στην Γερμανία. Η ανέγερση του οικοδομήματος διήρκεσε από το 1872 μέχρι το 1875. Αρχιτέκτων ήταν ο Όττο Μπρίκβαλντ ενώ τα σχέδια ήταν του Ρίχαρντ Βάγκνερ σε στυλ ελληνιστικού ρομαντισμού.

 

1946 – Ακροδεξιοί της συμμορίας Σούρλα δολοφονούν στη Θεσσαλία τον δημοσιογράφο του «Ριζοσπάστη» Κώστα Βιδάλη. Η δράση των παρακρατικών συμμοριών, που συμπλήρωνε την εποχή εκείνη την κρατική τρομοκρατία ενάντια στους κομμουνιστές και τους λαϊκούς αγωνιστές, ήταν ο λόγος που τον είχε οδηγήσει στη Θεσσαλία. Παρά τις επιφυλάξεις και τις αντιρρήσεις της διεύθυνσης της εφημερίδας, λόγω της επικινδυνότητας της αποστολής, ο Βιδάλης βρέθηκε τον Αύγουστο του ’46 στα θεσσαλικά χωριά, με στόχο να μάθει από πρώτο χέρι για τη δράση των βασανιστών που έκαιγαν χωριά, βασάνιζαν και σκότωναν αγωνιστές, να καταγράψει τις θηριωδίες τους, να καταγγείλει τα εγκλήματά τους.

Αναχώρησε για την περιοχή στις 11 Αυγούστου. «Πρέπει να κάμω τη δουλειά μου, να καταγγείλω όλο αυτό το όργιο της τρομοκρατίας… Ν’ αποκαλύψω τους δράστες…». Ετσι περιέγραφε το καθήκον του. Θύμα της δολοφονικής τους δράσης έπεσε τελικά και ο ίδιος.

«Λογαριάζω να ‘μαι αυτού Παρασκευή βράδυ, 16 του μηνός. Μάζεψα φοβερό υλικό. Θα τα πούμε»: Το τελευταίο του μήνυμα έφτασε στον «Ριζοσπάστη» στις 13 Αυγούστου. Την ίδια μέρα ταξίδευε με το τρένο από τη Λάρισα για τον Βόλο. Στον Πλατύκαμπο, 13 χιλιόμετρα από τη Λάρισα, 20 συμμορίτες του Σούρλα σταμάτησαν το τρένο και τον αιχμαλώτισαν, μπροστά στα μάτια αξιωματικών του στρατού και της χωροφυλακής που έμειναν άπραγοι. Λίγες ώρες μετά, ο Βιδάλης οδηγήθηκε στο χωριό Μελία, στο νεκροταφείο. Εκεί δολοφονήθηκε, αφού πρώτα βασανίστηκε άγρια και το κορμί του πετάχτηκε στα χωράφια.

Γεννημένος στην Αθήνα το 1904, ο Κώστας Βιδάλης γνώρισε από πολύ μικρός τη βιοπάλη. Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, γράφτηκε στη Νομική, στη συνέχεια άφησε όμως τις σπουδές του και στράφηκε στη δημοσιογραφία. Το 1924 ξεκίνησε να εργάζεται στον «Ριζοσπάστη». Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Πανελλήνιας Ενωσης Συντακτών, δυναμικός συνδικαλιστής. Το 1941 γίνεται μέλος του ΚΚΕ. Με την έναρξη της Εθνικής Αντίστασης γίνεται γραμματέας της Επιτροπής Κεντρικής Διαφώτισης του ΕΑΜ. Καθοριστική ήταν η συμβολή του στην κυκλοφορία του παράνομου Τύπου στην Κατοχή. Στην έκδοση της «Ελεύθερης Ελλάδας», που αποτελούσε το κεντρικό όργανο του ΕΑΜ, του «Απελευθερωτή», της «Επιμελητείας του Αντάρτη».

 

1961 – Οι αρχές της Ανατολικής Γερμανίας αρχίζουν να κατασκευάζουν το τείχος του Βερολίνου. Berliner Mauer στα Γερμανικά. Πρόκειται για ένα τοίχο ύψους 2 μέτρων, που χώριζε το Βερολίνο σε Ανατολικό και Δυτικό.

Οι Δυτικοί το ονόμασαν «Τείχος του Αίσχους». Χτίστηκε το 1961 από τις αρχές της Ανατολικής Γερμανίας για να συγκρατήσει τη φυγή των κατοίκων της προς τη Δύση και γκρεμίστηκε από τους Βερολινέζους και των δύο πλευρών στις 9 Νοεμβρίου 1989, όταν άρχισαν να αποσαθρώνονται τα καθεστώτα του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού». Υπήρξε το κατ’ εξοχήν σύμβολο του «Ψυχρού Πολέμου» μεταξύ «δημοκρατικής» Δύσης και της «κομμουνιστικής» Ανατολής.

Μετά τη λήξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου το 1945, η ηττημένη Γερμανία χωρίστηκε σε τέσσερις ζώνες κατοχής, τη διοίκηση των οποίων ανέλαβαν οι νικήτριες δυνάμεις, Ηνωμένες Πολιτείες, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία και Σοβιετική Ένωση. Με ανάλογο τρόπο χωρίστηκε και το Βερολίνο, η πάλαι ποτέ πρωτεύουσα της Πρωσίας, της Αυτοκρατορικής Γερμανίας και της Ναζιστικής Γερμανίας, σύμφωνα με τα όσα είχαν συμφωνηθεί το 1944 στο Λονδίνο.

Το Βερολίνο βρισκόταν μέσα στη ζώνη επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης, γεγονός που δημιούργησε πολλά από τα κατοπινά προβλήματα. Το Μάρτιο του 1948 οι Δυτικές δυνάμεις αποφάσισαν να ενώσουν τους τομείς που έλεγχαν και να δημιουργήσουν τη Δυτική Γερμανία. Το ίδιο έπραξαν και με το Βερολίνο.

Οι Σοβιετικοί αντέδρασαν με τον χερσαίο αποκλεισμό των Δυτικών τομέων της πόλης στις 24 Ιουνίου 1948. Οι Δυτικοί Σύμμαχοι άρχισαν να εφοδιάζουν το Δυτικό Βερολίνο μόνο από αέρος με τις περίφημες αερογέφυρες.

Στις 30 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου στο Ανατολικό Βερολίνο εγκαταστάθηκε ξεχωριστή δημοτική αρχή, με αποτέλεσμα τον ολοκληρωτικό χωρισμό του Βερολίνου σε Ανατολικό και Δυτικό. Το 1949 τα γερμανικά εδάφη που κατείχε η Σοβιετική Ένωση αποτέλεσαν ίδια κρατική οντότητα, με την ονομασία Λαϊκή Δημοκρατική της Γερμανίας ή Ανατολική Γερμανία. Μετά τον χωρισμό της Γερμανίας σε Ανατολική και Δυτική η επικοινωνία ανάμεσα στα δύο τμήματα του Βερολίνου έγινε εξαιρετικά δύσκολη.

Σταδιακά άρχισε να παρατηρείται ένα κύμα φυγής των Ανατολικογερμανών προς τη Δύση, ιδίως μετά την εργατική εξέγερση του Ιουνίου του 1953, που συντρίφτηκε από τους Σοβιετικούς. Για να σταματήσουν τη μαζική έξοδο των πολιτικών προσφύγων, οι αρχές της Ανατολικής Γερμανίας με τη σύμφωνη γνώμη των Σοβιετικών αποφάσισαν την ανέγερση ενός φράχτη. Τυπικά, η απόφαση εγκρίθηκε από τη Λαϊκή Εθνοσυνέλευση (Volkskammer) και τη νύχτα της 12ης προς τη 13η Αυγούστου 1961 άρχισε να υψώνεται ανάμεσα στα δύο τμήματα του Βερολίνου ένα διαχωριστικό συρματόπλεγμα, που εμπόδιζε την ελεύθερη επικοινωνία του Δυτικού με το Ανατολικό Βερολίνο και την υπόλοιπη Ανατολική Γερμανία.

 

1968 – Ο Αλέκος Παναγούλης προσπαθεί να ανατινάξει το αυτοκίνητο του δικτάτορα Γεώργιου Παπαδόπουλου, αλλά αστοχεί και συλλαμβάνεται. Ο Αλέξανδρος Παναγούλης γεννήθηκε στις 2 Ιουλίου 1939 στη Γλυφάδα Αττικής και ήταν το δεύτερο παιδί του αξιωματικού του στρατού Βασιλείου Παναγούλη και της Αθηνάς Κακαβούλη.

Μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου πέρασε αμέσως στην παράνομη δράση κατά της χούντας των συνταγματαρχών, αφού πρώτα λιποτάκτησε (27 Μαΐου) από το στρατό, όπου υπηρετούσε τη θητεία του. Τον ακολούθησε τον Αύγουστο και ο αδελφός του Γεώργιος Παναγούλης, υπολοχαγός των ΛΟΚ, ο οποίος κατέφυγε στο Ισραήλ, συνελήφθη κι εκδόθηκε στην Ελλάδα, αλλά κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του στην Ελλάδα με πλοίο, χάθηκαν τα ίχνη του και από τότε θεωρείται αγνοούμενος.

Ο Αλέκος Παναγούλης ήταν ο ουσιαστικός ηγέτης της οργάνωσης «Εθνική Αντίσταση» και ο αρχηγός του ΛΑΟΣ (Λαϊκός Αντιστασιακός Οργανισμός Σαμποτάζ), που ήταν η πιο δυναμική ομάδα της οργάνωσης. Μετά τη λιποταξία του, κατέφυγε μυστικά για μικρό διάστημα στην Κύπρο και, μετά την επιστροφή του στην Αθήνα, οργάνωσε την περίφημη απόπειρα δολοφονίας του αρχηγού της δικτατορίας, Γεωργίου Παπαδόπουλου, την οποία και επιχείρησε στις 13 Αυγούστου 1968 στη λεωφόρο Αθηνών – Σουνίου, κοντά στο Λαγονήσι, όπου η πολυτελής βίλα στην οποία διέμενε ο δικτάτορας.

Η απόπειρα έγινε με υπονόμευση του δρόμου και την πυροδότηση έκανε ο ίδιος ο Παναγούλης. Η αποτυχία του εγχειρήματος οφειλόταν σε έλλειψη συντονισμού. Ο Παναγούλης συνελήφθη κρυμμένος στα βράχια της παραλίας και οδηγήθηκε στο κρατητήριο της ΕΣΑ, όπου βασανίστηκε με απάνθρωπη σκληρότητα για να καταδώσει τους συνεργάτες του. Άντεξε με απαράμιλλη γενναιότητα τα βασανιστήρια, χωρίς να ομολογήσει απολύτως τίποτε.
Όπως σημειώνει η ιταλίδα δημοσιογράφος Οριάνα Φαλάτσι στη συνέντευξή της με τον Αλέξανδρο Παναγούλη μετά την απελευθέρωσή του, η ενέργειά του αυτή του ήταν μία πολιτική πράξη εναντίον της δικτατορίας. «Δεν επιδίωξα να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Δεν είμαι ικανός να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Επιδίωξα να σκοτώσω έναν τύραννο» της είπε.

 

2004 – Τελετή έναρξης των 28ων Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας. 202 εθνικές αποστολές και 11.099 αθλητές παρελαύνουν στο Ολυμπιακό Στάδιο, υπό τους ήχους του DJ Tiesto.

Σημαιοφόρος της ελληνικής ομάδας, ο Πύρρος Δήμας. «Μαγική η γιορτή», παγκόσμια τα εύσημα για τον καλλιτεχνικό της διευθυντή Δημήτρη Παπαϊωάννου.

Ξεκίνησε με μία αντίστροφη μέτρηση είκοσι οχτώ δευτερολέπτων — ένα δευτερόλεπτο για το κάθε ένα από τους Ολυμπιακούς Αγώνες που διοργανώθηκε μέχρι τον τελευταίο που φιλοξένησε η Αθήνα — από ήχους που δίνουν το ρυθμό ενός ενισχυμένου κτύπου της καρδιάς. Επίσης έχει ανακηρυχθεί κι ως η καλύτερη Τελετή Έναρξης όλων των εποχών μέχρι σήμερα.

Η Αθήνα επελέγη στις 5 Σεπτεμβρίου 1997, στην 106η Σύνοδο της ΔΟΕ στη Λοζάνη, αφού είχε χάσει την διοργάνωση των Θερινών Ολυμπιακών Αγώνων του 1996, τον εορτασμό της 100ής επετείου των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων. Το 1997, η Αθήνα ήταν βασισμένη για την επιλογή της κατά ένα μεγάλο μέρος σε μια έκκληση στην ολυμπιακή ιστορία. Στον τελευταίο κύκλο της ψηφοφορίας, η Αθήνα νίκησε τη Ρώμη, με 66 ψήφους προς 41. Πριν από αυτό, το Μπουένος Άιρες, η Στοκχόλμη, το Κέιπ Τάουν και το Σαν Χουάν είχαν ήδη αποκλειστεί αφού είχαν λάβει μόνο μερικές ψήφους.

 

2009 – Αποκαλυπτική είναι η δήλωση του φωτογράφου του «Αττίλα», Εργκούν Κονουκσεβέρ, ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας των πέντε κύπριων εθνοφρουρών αιχμαλώτων, εγκλήματος πολέμου που αποκαλύφθηκε 35 χρόνια μετά. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του φωτογράφου, όχι μόνο είδε τη δολοφονία των αιχμαλώτων, αλλά έχει καταθέσει σχετικά στον ΟΗΕ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

«Τα λείψανα πέντε Ελληνοκυπρίων αιχμαλώτων κατά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974», μετέδωσε στις  8/8/2009 το ΑΠΕ, «τους οποίους κατά τη στιγμή της αιχμαλωσίας τους φωτογράφισε Τούρκος δημοσιογράφος, βρέθηκαν στις εκταφές που διενεργεί η Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων (ΔΕΑ) στο κατεχόμενο χωριό Τζιάος και ταυτοποιήθηκαν με τη μέθοδο DNA.

H φωτογραφία-ντοκουμέντο με τους Ελληνοκύπριους αιχμαλώτους, οι οποίοι είχαν συλληφθεί στις 14 Αυγούστου 1974, δημοσιεύτηκε πολλές φορές στον κυπριακό και διεθνή τύπο. Δύο μέρες μετά τη σύλληψη των πέντε συνελλήφθη από την Εθνική Φρουρά ο Τούρκος δημοσιογράφος Ερκίν Κονούσκεβερ, στην κατοχή του οποίου βρέθηκε το φωτογραφικό υλικό. Ο Κονούσκεβερ δημοσίευσε αργότερα τις φωτογραφίες στην τουρκική εφημερίδα «Μιλιέτ».

Οι πέντε Ελληνοκύπριοι αιχμάλωτοι -Κορέλης Αντωνάκης του Μιχαήλ, Νικολάου Πανίκος του Χρυσοστόμου, Σκορδής Χριστόφορος του Γεωργίου, Παπαγιάννης Ιωάννης του Χαραλάμπους και Χατζηκυριάκος Ιωάννης του Χαραλάμπους- οι οποίοι υπηρετούσαν στο 398 Τάγμα Πεζικού, φαίνονται στη φωτογραφία γονατιστοί με τα χέρια πίσω από το κεφάλι περικυκλωμένοι από Τούρκους στρατιώτες. Ο βοηθός του εκπροσώπου της Ελληνοκυπριακής πλευράς στη ΔΕΑ, Ξενοφών Καλλής, δήλωσε ότι για την ταυτοποίηση των λειψάνων ενημερώθηκαν οι οικογένειες των πέντε. Ο κ. Καλλής ανέφερε ότι στον ίδιο ομαδικό τάφο βρέθηκαν τα λείψανα ακόμη 14 ατόμων, αλλά αυτά δεν έχουν ακόμη ταυτοποιηθεί», κατέληγε το ΑΠΕ

 

Γεννήσεις

 

1898 – Γιάννης Σπαρίδης. Εργάστηκε κυρίως σε μουσικούς θιάσους και βαριετέ. Πρωτοεμφανίστηκε ως ερασιτέχνης ηθοποιός στο Τσιβρίν της Μικρασίας, με θίασο ψυχαγωγίας των στρατιωτών του Μικρασιατικού Πολέμου (1920-1922). Πρώτος του ρόλος ήταν ο Μπαρμπα-Χρόνης στον Αγαπητικό της βοσκοπούλας του Δημήτρη Κορομηλά, με πρωταγωνιστή τον Κώστα Μουσούρη που έπαιξε το ρόλο του Λιάκου. Η φιλία του με το Μουσούρη τον έφερε το 1924, επαγγελματικά πια, στο “Θίασο Νέων” στο Παγκράτι. Τον ίδιο χρόνο έγινε μέλος του Σ.Ε.Η..

Το 1929 εμφανίστηκε στην επιθεώρηση “Λοβιτούρα” στο “Θέατρο Λαού” και από τότε παρέμεινε στο μουσικό θέατρο. Συνεργάστηκε επί σειρά ετών με το θεατρικό επιχειρηματία Ανδρέα Μακέδο, στο Θέατρο “Μοντιάλ”. Συνεργαζόμενος με τον ίδιο επιχειρηματία έπαιξε το 1935 και στο θερινό Θέατρο “Αθήναιον” της οδού Πατησίων και λίγο αργότερα στο Θέατρο “Λυρικόν” (3ης Σεπτεμβρίου & Μάρνη).

Στο μεταξύ, είχε αρχίσει, στα τέλη της δεκαετία του ’30, να εμφανίζεται και στο βαριετέ, όπου και καθιερώθηκε οριστικά με τον τύπο του Αρμένη Αγκόπ (ο πραγματικός Αγκόπ όμως, είναι ο παλιός ηθοποιός Φίλιος Φιλιππίδης). Έτσι, τον συναντούμε εκείνη την περίοδο στο βαριετέ “Όασις” του Ζαππείου με καλλιτεχνικό διευθυντή το γνωστό επιθεωρησιογράφο Γ. Θίσβιο. Μεταξύ άλλων, έλαβε μέρος και στο νούμερο “Περιφερόμενον κουρείον”, μαζί με τους Γιάννη Διανέλλο και Κίττυ Άλμα. Κατά την περίοδο της Κατοχής ήταν οργανωμένος στο ΕΑΜ. Το 1948-49 συμμετείχε στο μουσικό θίασο Γιώργου Οικονομίδη-Φίλωνα Αρία, στο Θέατρο “Ριάλτο”.

Τιμήθηκε από την Πολιτεία με τον Πολεμικό Σταυρό. Εμφανίστηκε και στον κινηματογράφο. Είχε πολύ χαρακτηριστική φωνή, που έμοιαζε πολύ με τη φωνή του Φίλιου Φιλιππίδη, που και αυτός έκανε τον Αγκόπ. Συμμετείχε σε πολλές ταινίες και συνεργάστηκε και με το Θανάση Βέγγο. Μια από τις τελευταίες του ταινίες είναι το έργο “Δυο τρελοί και ο ατσίδας”, το 1970. Πέθανε το 1973 και κηδεύτηκε στις 30 Οκτωβρίου.

 

1899 – Άλφρεντ Χίτσκοκ. Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ γεννήθηκε στις 13 Αυγούστου 1899 στο Ιστ Εντ του Λονδίνου και πέθανε στις 29 Απριλίου 1980 στο Λος Άντζελες. Φοίτησε αρχικά σε μία τεχνική σχολή, την School of Engineering and Navigation διδασκόμενος μηχανική, ηλεκτρολογία, ακουστική και ναυπηγική. Προκειμένου να καλύψει τις βιοτικές ανάγκες του εργάσθηκε σε μία τηλεγραφική εταιρεία, ενώ παρακολουθούσε και μαθήματα στη Σχολή Καλών Τεχνών στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου.

Ο Χίτσκοκ έπιασε σε δουλειά σε κινηματογραφικό στούντιο του Λονδίνου το 1920. Επρόκειτο για παράρτημα στην Αγγλική πρωτεύουσα της αμερικανικής Famous Players-Lasky της Paramount Pictures Η δουλειά του ήταν να σχεδιάζει τους τίτλους αρχής για όλες τις ταινίες του στούντιο.

Μετά από δύο χρόνια του δόθηκε η ευκαιρία να καθήσει στην καρέκλα του σκηνοθέτη. Ο σκηνοθέτης της ταινίας Always Tell Your Wife αρρώστησε και ζητήθηκε από τον Χίτσκοκ να τον αντικαταστήσει για να ολοκληρωθεί η ταινία. Οι παραγωγοί εντυπωσιάστηκαν από το αποτέλεσμα και του αναθέσαν να γυρίσει την πρώτη του, ουσιαστικά, ταινία, που ήταν ο Αριθμός 13. Μετά από λίγο καιρό όμως το στούντιο έκλεισε. Ο Χίτσκοκ σττη συνέχεια προσλήφθηκε στην Gainsborough Pictures ως σεναριογράφος και σχεδιαστής τίτλων. Το 1925 κατάφερε να σκηνοθετήσει το Pleasure Garden κι αυτό σηματοδοτεί ουσιαστικά την αρχή της καριέρας του ως σκηνοθέτη.

Μετά από μια επιτυχημένη δεκαετία του ’30, με ταινίες όπως τα 39 σκαλοπάτια, Ο άνθρωπος που ήξερε πολλά, Σαμποτάζ, με το ξεκίνημα του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου αποφάσισε να μετακομίσει μόνιμα στις ΗΠΑ. Όταν επισκέφθηκε το Χόλυγουντ το 1940, όλοι οι παραγωγοί των μεγάλων στούντιο του έκλεισαν την πόρτα γιατί πίστευαν ότι δε θα μπορούσε να κάνει καριέρα στο χώρο. Τελικά, ο μεγαλο-παραγωγός Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ του πρόσφερε ένα επταετές συμβόλαιο. Του ανέθεσε αρχικά μια ταινία για τον Τιτανικό, αλλά το σχέδιο τελικά απορρίφθηκε και του ανέθεσε τη Ρεβέκκα. Η ταινία κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης ταινίας του 1940, αλλά φυσικά το Όσκαρ πήγε στον παραγωγό και όχι στον Χίτσκοκ. Για τα επόμενα 20 χρόνια, μέχρι το Ψυχώ, γύριζε τη μια ταινία πίσω από την άλλη. Το 1955 συμφώνησε να προλογίζει μια τηλεοπτική σειρά με τίτλο Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ παρουσιάζει, η οποία διήρκεσε δέκα χρόνια.

Μετά την καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία του Ψυχώ άρχισε να σκηνοθετεί ταινίες όλο και πιο αραιά. Από το 1977 μέχρι και το θάνατό του, δούλευε πάνω στη δημιουργία ενός φιλμ με τίτλο The Short Night. Μετά το θάνατό του, ο σεναριογράφος Ντέιβιντ Φρίμαν εξέδωσε την τελική εκδοχή του σεναρίου.
Προτάθηκε πέντε φορές για Όσκαρ σκηνοθεσίας, το 1941 (Ρεβέκκα), το 1945 (Στον ίσκιο του θανάτου / Ναυαγοί) το 1946 (Νύχτα Αγωνίας), το 1955 (Σιωπηλός Μάρτυς) και το 1961 (Ψυχώ), αλλά δεν το κέρδισε ποτέ.

 

1926 – Φιντέλ Κάστρο. Ο Φιντέλ Κάστρο γεννήθηκε στις 13 Αυγούστου 1926 στο Μπιράν της επαρχίας Οριέντε. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αβάνας και, αν και άσκησε για λίγο το επάγγελμα του δικηγόρου, από τα φοιτητικά του χρόνια εντάχθηκε στα επαναστατικά κινήματα κατά της δικτατορίας του Φουλχένσιο Μπατίστα. Στις 26 Ιουλίου 1953 συμμετείχε στην επίθεση κατά στρατιωτικών καταυλισμών στο Σαντιάγο, συνελήφθη και καταδικάστηκε σε 15 χρόνια φυλάκισης. Αμνηστεύτηκε το 1955, κατέφυγε στις ΗΠΑ και στη συνέχεια στο Μεξικό, απ’ όπου, με μικρή ομάδα ανταρτών, αποβιβάστηκε στην Κούβα την 1η Δεκεμβρίου 1956 και κατέφυγε στα βουνά.

Το αντάρτικο γιγαντώθηκε και την 1η Ιανουαρίου 1959 οι δυνάμεις του Κάστρο κατέλαβαν την Αβάνα, ανατρέποντας τον Μπατίστα. Ο Κάστρο ανέλαβε πρωθυπουργός, θέση που διατήρησε έως το 1976, ενώ από το 1965 ήταν και γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος. Η κρίση των πυραύλων του 1962 έφερε ψυχρότητα με τη Μόσχα, αλλά το 1963 πραγματοποίησε θριαμβευτική επίσκεψη στην ΕΣΣΔ. Το 1976 συγκέντρωσε στο πρόσωπό του την προεδρία της Δημοκρατίας και την αρχηγία των Ενόπλων Δυνάμεων, παραμένοντας στην εξουσία για δεκαετίες.

Στη διεθνή σκηνή, αναδείχθηκε σε ηγετική μορφή του Τρίτου Κόσμου, στέλνοντας στρατεύματα στην Ανγκόλα (1975) και στην Αιθιοπία (1978), και υποστηρίζοντας το κίνημα των Σαντινίστας στη Νικαράγουα (1979). Οι επιλογές αυτές όξυναν τις σχέσεις με τις ΗΠΑ. Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, η Κούβα βρέθηκε σε βαθιά οικονομική κρίση, γεγονός που ανάγκασε τον Κάστρο να υιοθετήσει περιορισμένα μέτρα οικονομικού ανοίγματος.

Βραβεύτηκε με το Διεθνές Βραβείο Λένιν (1961) και το Χρυσό Μετάλλιο Ζολιό-Κιουρί (1972), ενώ συνέγραψε πολιτικά έργα όπως Οκτωβριανή Επανάσταση και η Επανάσταση της Κούβας (1978) και Φιντέλ (1987).

Το 2006, λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας και εγχείρησης στο έντερο, παρέδωσε προσωρινά την εξουσία στον αδελφό του Ραούλ Κάστρο. Στις 19 Φεβρουαρίου 2008 ανακοίνωσε την οριστική του παραίτηση, κλείνοντας μια πεντηκονταετή περίοδο ηγεσίας. Ο Φιντέλ Κάστρο πέθανε στην Αβάνα στις 25 Νοεμβρίου 2016, σε ηλικία 90 ετών, ύστερα από μακρά περίοδο ασθενειών, αφήνοντας πίσω του μια βαριά πολιτική κληρονομιά και ένα διχαστικό, αλλά αναμφισβήτητα ιστορικό, αποτύπωμα.

 

Θάνατοι

 

1826 – Ρενέ Λαενέκ. Γάλλος γιατρός, που επινόησε το στηθοσκόπιο. Υπήρξε ιδρυτής της ανατομοκλινικής ιατρικής, που συγκρίνει τα συμπτώματα των νόσων με τις αλλοιώσεις που αυτές προκαλούν.

Ο Ρενέ Τεοφίλ Ιασέντ Λαενέκ (René-Théophile-Hyacinthe Laennec) γεννήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 1781 στην πόλη Κενπέρ της Βρετάνης. Έμεινε νωρίς ορφανός από μητέρα και σε ηλικία 12 ετών ο πατέρας του τον έστειλε στο θείο του Γκιγιέμ-Φρανσουά Λαενέκ, που ήταν πανεπιστημιακός γιατρός στη Νάντη. Το νεαρό παιδί, που διακρινόταν για τη ευφυΐα του, ξεκίνησε από πολύ νωρίς σπουδές ιατρικής δίπλα στον θείο του, τις οποίες διέκοψε με προτροπή του πατέρας του, που ήταν δικηγόρος.

Στη συνέχεια άρχισε να μελετά ελληνικά και να γράφει ποίηση. Όμως, η ιατρική παρέμενε η μεγάλη του αγάπη και σε ηλικία 18 ετών ξεκίνησε νέο κύκλο σπουδών στο Παρίσι με διάσημους γιατρούς της εποχής, όπως ο Γκιγιόμ Ντιπιτρέν και ο Ζαν-Νικολά Κορβιζάρ.

Το 1806 διορίστηκε στο νοσοκομείο παίδων «Νεκέρ» των Παρισίων και άρχισε να διδάσκει παθολογοανατομία σε ειδικευόμενους γιατρούς. Το 1815 ανακοίνωσε στους μαθητές του τα πρώτα αποτελέσματα από την εφαρμογή της ακουστικής στη διάγνωση των θωρακικών νόσων. Για το σκοπό αυτό επινόησε το στηθοσκόπιο τον επόμενο χρόνο.

Το 1819 δημοσίευσε το έργου του «Traité de l’ auscultation médiate» («Πραγματεία περί εμμέσου ακροάσεως»), που επαύξησε τις γνώσεις για τις πνευμονικές παθήσεις. Ο Λαενέκ συνεισέφερε, επίσης, στην κατανόηση ασθενειών, όπως η περιτονίτιδα, η κίρρωση του ήπατος και το μελάνωμα, ενώ η γνώση των ελληνικών τον βοήθησε να πλάσει τους ιατρικούς όρους «κίρρωση» και «μελάνωμα», οι οποίοι έκτοτε επιβλήθηκαν διεθνώς. Το 1822 έγινε λέκτορας στο Κολέγιο της Γαλλίας (College de France) και τον επόμενο χρόνο προήχθη σε καθηγητή.

Ο Ρενέ Λαενέκ πέθανε από φυματίωση στην πόλη Πλοαρέ της Γαλλίας στις 13 Αυγούστου 1826, σε ηλικία 45 ετών.

 

1863 – Ευγένιος Ντελακρουά. Ο Ντελακρουά γεννήθηκε στις 26 Απριλίου 1798 στο Σαρεντόν-Σαιν-Μορίς κοντά στο Παρίσι. Τέταρτο παιδί του υπουργού Σαρλ Ντελακρουά, φημολογείται ότι ήταν γιος του διπλωμάτη Ταλλεϋράνδου, στον οποίο έμοιαζε ιδιαίτερα. Έμεινε ορφανός στα 16 του χρόνια και το 1815 μαθήτευσε δίπλα στον ζωγράφο Πιερ-Ναρσίς Γκερέν, ενώ το 1816 εισήχθη στη Σχολή Καλών Τεχνών. Το 1822 παρουσίασε στο Σαλόνι Παρισιού τη «Βάρκα του Δάντη» και το 1824 τη «Σφαγή της Χίου», εμπνευσμένος από την Ελληνική Επανάσταση, έργο που αγόρασε η γαλλική κυβέρνηση.

Το 1825 ταξίδεψε στην Αγγλία, όπου επηρεάστηκε από την τέχνη και τον πολιτισμό της. Δημιούργησε λιθογραφίες για τον Φάουστ και έργα του Σαίξπηρ και του Σερ Ουόλτερ Σκοτ. Στα τέλη της δεκαετίας του 1820 παρουσίασε μνημειώδη έργα όπως «Ο Θάνατος του Σαρδανάπαλου» (1827) και το εμβληματικό «Η Ελευθερία οδηγεί το Λαό» (1830), που αν και αγοράστηκε από το κράτος, αποσύρθηκε λόγω πολιτικών αντιδράσεων.

Το 1832 ταξίδεψε στο Μαρόκο, αντλώντας έμπνευση από τον αραβικό πολιτισμό για έργα όπως «Οι Γυναίκες του Αλγερίου» (1834) και «Ο Σουλτάνος του Μαρόκου και η Ακολουθία του» (1845). Παράλληλα, ανέλαβε σημαντικές τοιχογραφίες για το παλάτι των Βουρβόνων, το Λούβρο και το Ιστορικό Μουσείο Βερσαλλιών. Μετά το 1848, ο Ναπολέων Γ΄ επέτρεψε την έκθεση της «Ελευθερίας», που σήμερα κοσμεί το Λούβρο.

Δημιούργησε επίσης έργα εμπνευσμένα από την Ελληνική Επανάσταση, όπως «Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου» και «Η Μάχη του Γκιαούρη με τον Πασά». Το 1855 παρουσίασε 48 πίνακες στη Διεθνή Έκθεση Παρισιού και έγινε μέλος της Ακαδημίας μετά από οκτώ αποτυχημένες αιτήσεις. Η εξαντλητική εργασία σε τοιχογραφίες επιβάρυνε την υγεία του και αποσύρθηκε. Πέθανε στις 13 Αυγούστου 1863 στο Παρίσι, αφήνοντας έργο που καθιέρωσε τον ρομαντισμό στην ευρωπαϊκή ζωγραφική.

 

 

1910 – Φλόρενς Νάιτινγκεϊλ. Η Φλόρενς γεννήθηκε σε μια πλούσια βρετανική οικογένεια σε μια βίλα στην Φλωρεντία στην ιταλική επαρχία της Τοσκάνης, από την οποία έλαβε το όνομά της. Ήταν γόνος εύπορης αγγλικής οικογένειας που είχε εγκατασταθεί στην Φλωρεντία. Όταν γύρισε με τον πατέρα της στην Αγγλία, έκανε αξιόλογες σπουδές και έμαθε λατινικά και ελληνικά.

Στα είκοσί της δήλωσε στους γονείς ότι επιθυμούσε να γίνει νοσηλεύτρια, αλλά εκείνοι της το αρνήθηκαν τονίζοντας ότι ένα τέτοιο επάγγελμα δεν άρμοζε στη δική τους κοινωνική τάξη. Όταν όμως έγινε τριάντα χρονών, η Φλόρενς αποφάσισε να μείνει ανύπαντρη και να σπουδάσει νοσηλευτική στο Κάιζερσβερτ, κοντά στον Ρήνο, αλλά και σε διάφορα νοσοκομεία της Αγγλίας και της Γαλλίας. Στην διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου (1854-1855) ανέλαβε τη θέση προϊσταμένης στο νοσοκομείο Κινγκς Κόλλετζ. Σε λίγο καιρό όμως αναχώρησε για το μέτωπο επικεφαλής 28 νοσηλευτριών, και μάλιστα, παρ’ όλες τις δυσκολίες, κατόρθωσε να αυξήσει τον αριθμό τους σε 100.

Εργαζόταν σε ένα νοσοκομείο στο Σκούταρι, κοντά στην Κωνσταντινούπολη, το οποίο στέγαζε 1.500 ασθενείς κάτω από πραγματικά απαίσιες συνθήκες. Το ποσοστό θνησιμότητας του νοσοκομείου είχε φτάσει το 42%, γιατί νοσηλεύονταν εκεί ασθενείς με βαριά περιστατικά από επιδημίες (τύφο, χολέρα, δυσεντερία κλπ.). Παρ’ όλα αυτά η Φλόρενς κατέβαλε υπεράνθρωπες προσπάθειες για να σώσει τους ασθενείς και έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να τους απαλύνει τον πόνο.

Η εικόνα της Νάιτινγκεϊλ να κυκλοφορεί ανάμεσα στα κρεβάτια των ασθενών τη νύχτα κρατώντας ένα φανάρι ήταν τόσο αντιπροσωπευτική της ευσυνειδησίας της και της ακούραστης προσπάθειάς της να ανακουφίσει τον πόνο των ασθενών που της χάρισε το προσωνύμιο «Η Κυρία με το Φανάρι».

Όμως την εποχή που εργάζονταν στον Κριμαϊκό Πόλεμο είχε μείνει γνωστή με το προσωνύμιο «Η Κυρία με το Σφυρί» γιατί κάποτε που της είχαν αρνηθεί πρόσβαση σε μία κλειδωμένη φαρμακαποθήκη εκείνη, αντίθετα από ότι θα περίμενε κανείς από μία τρυφερή νοσηλεύτρια ευγενικής καταγωγής, πήρε ένα σφυρί και έσπασε την κλειδαριά.

Μετά το τέλος του πολέμου επέστρεψε στην Αγγλία και αποσύρθηκε στην προσωπική της ζωή. Πέθανε στις 13 Αυγούστου 1910. Σήμερα στο Γουότερλου Πλέις στο Λονδίνο υπάρχει άγαλμά της που την δείχνει να κρατά το φανάρι με το οποίο έμεινε γνωστή.

 

————————————————————————
Πηγές: sansimera.gr, el.wikipedia