...
Ο γέγονε… Γέγονε |
Γεγονότα
1820 – Οι Σουλιώτες επανέρχονται στην πατρίδα τους, μετά από συμφωνία με τον Αλή Πασά, και μετέχουν στον πόλεμο μαζί του εναντίον του σουλτάνου. Όταν υπήρξαν σαφή σημάδια επικείμενης εξέγερσης εναντίον των Τούρκων, ο Αλή Πασάς θεώρησε κατάλληλη τη στιγμή για να καταστήσει την Ήπειρο ανεξάρτητο κράτος.
Το 1820, ζήτησε από τους Σουλιώτες βοήθεια και αυτοί επέστρεψαν στην ηπειρωτική χώρα, για να υποστηρίξουν τον προηγούμενο εχθρό τους εναντίον του Σουλτάνου. Εντούτοις, τα σχέδια του Αλή απέτυχαν και αυτός σκοτώθηκε, ενώ οι Τούρκοι κατέλαβαν τα Ιωάννινα. Κατ’ εντολήν του επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας Αλέξανδρου Υψηλάντη, έφτασε στην Ήπειρο στις αρχές του 1821 ο γνώριμος και ιστοριογράφος των Σουλιωτών Χριστόφορος Περραιβός με σκοπό να τους πείσει να συμμαχήσουν με τον Αλή πασά εναντίον των Οθωμανών, ώστε να ευνοηθεί η επικείμενη Ελληνική Επανάσταση. Δίχως να έχουν γνώση της Εταιρείας οι Σουλιώτες είχαν ήδη συνάψει συμφωνία με τον Αλή, για να επιστρέψουν στα πατρογονικά τους μέρη.
Αμέτοχοι της εθνικής ιδεολογίας και αισθανόμενοι μεγαλύτερη εγγύτητα με τους Αλβανούς Μουσουλμάνους παρά με τους Έλληνες, αποδέχτηκαν τις προτάσεις του Περραιβού, πειθόμενοι λιγότερο από την επιστολή του Υψηλάντη που έφερε μαζί του ο Περραιβός, η οποία τους περιέγραφε ως ηγέτες του ελληνικού στρατού και απογόνους των αρχαίων Ελλήνων, και περισσότερο από την εμπιστοσύνη που είχαν στο πρόσωπό του.
1868 – Ιδρύεται η Ανακτορική Φρουρά, η σημερινή Προεδρική Φρουρά. Η Προεδρική Φρουρά αποτελεί ένα από τα πιο εμβληματικά και ιστορικά στρατιωτικά σώματα της Ελλάδας, άρρηκτα συνδεδεμένο με την κρατική συνέχεια, την παράδοση και τον συμβολισμό του ελληνικού κράτους. Ιδρύθηκε το 1868 με την ονομασία «Άγημα», με αποστολή τη φύλαξη του τότε βασιλικού ανακτόρου. Με την πάροδο των δεκαετιών μετονομάστηκε και αναδιοργανώθηκε, για να λάβει την οριστική της ονομασία ως Προεδρική Φρουρά μετά την κατάργηση της μοναρχίας και την εγκαθίδρυση της Προεδρευόμενης Δημοκρατίας.
Κύρια αποστολή της είναι η τιμητική φύλαξη του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη μπροστά από τη Βουλή των Ελλήνων, καθώς και η απόδοση τιμών στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και σε ξένους αρχηγούς κρατών. Παράλληλα, συμμετέχει σε εθνικές εορτές, παρελάσεις και επίσημες τελετές, λειτουργώντας ως ζωντανό σύμβολο της ιστορικής μνήμης και της κρατικής αξιοπρέπειας.
Τα μέλη της Προεδρικής Φρουράς είναι οι Εύζωνες, στρατιώτες επιλεγμένοι με αυστηρά κριτήρια σωματικής διάπλασης, ήθους και πειθαρχίας. Η εκπαίδευσή τους είναι απαιτητική και επικεντρώνεται όχι μόνο στη στρατιωτική ακρίβεια, αλλά και στην απόλυτη προσήλωση στο τελετουργικό. Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στην εκτέλεση της αλλαγής φρουράς, μιας τελετής με βαθύ συμβολισμό και διεθνή αναγνώριση.
Η παραδοσιακή ευζωνική στολή, με τη φουστανέλα, τα τσαρούχια και τον φάριο, δεν αποτελεί απλώς ενδυμασία, αλλά ιστορικό κώδικα. Κάθε στοιχείο της παραπέμπει στους αγώνες του ελληνικού λαού και στη διαχρονική επιθυμία για ελευθερία. Η Προεδρική Φρουρά, πέρα από στρατιωτικό σώμα, λειτουργεί ως ζωντανός φορέας της ελληνικής ιστορίας και ταυτότητας.
1930 – Εγκαινιάζεται το γήπεδο Συντριβανίου. Τα εγκαίνια του γηπέδου του Συντριβανίου αποτελούν έναν από τους πρώτους μεγάλους σταθμούς στην ιστορία του ΠΑΟΚ και σηματοδοτούν την οργανωμένη είσοδο του συλλόγου στον αθλητικό χάρτη της Θεσσαλονίκης. Το γήπεδο βρισκόταν στην περιοχή του Συντριβανίου, κοντά στο κέντρο της πόλης, σε χώρο που παραχωρήθηκε στον σύλλογο λίγα χρόνια μετά την ίδρυσή του, το 1926, σε μια περίοδο όπου ο ΠΑΟΚ εξέφραζε κυρίως τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας και της Κωνσταντινούπολης.
Η ανέγερση του γηπέδου έγινε με μεγάλες δυσκολίες, χάρη κυρίως στον εθελοντισμό των μελών και φίλων του συλλόγου. Δεν επρόκειτο για ένα σύγχρονο στάδιο με τη σημερινή έννοια, αλλά για έναν λιτό, χωμάτινο αγωνιστικό χώρο με ξύλινες κερκίδες, ο οποίος όμως κάλυπτε μια ζωτική ανάγκη: να αποκτήσει ο ΠΑΟΚ μόνιμη έδρα και σημείο αναφοράς. Τα εγκαίνια, που πραγματοποιήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1920, είχαν έντονο συμβολικό χαρακτήρα και συνοδεύτηκαν από αθλητικές εκδηλώσεις και αγώνες, παρουσία πλήθους φιλάθλων.
Το γήπεδο του Συντριβανίου υπήρξε για τρεις δεκαετίες η καρδιά του συλλόγου. Εκεί αγωνίστηκε ο ΠΑΟΚ στα πρώτα πρωταθλήματα Θεσσαλονίκης και Μακεδονίας, εκεί διαμορφώθηκε η αγωνιστική και κοινωνική του ταυτότητα και καλλιεργήθηκε ο δεσμός με τον κόσμο του. Παρά τους περιορισμούς του χώρου και τις αυξανόμενες ανάγκες, το Συντριβάνι έμεινε στη μνήμη ως το γήπεδο των δύσκολων αλλά ρομαντικών χρόνων.
Το 1959 ο ΠΑΟΚ μεταφέρθηκε στη νέα του έδρα, την Τούμπα, όμως το γήπεδο του Συντριβανίου παραμένει ιστορικό σημείο εκκίνησης και σύμβολο των πρώτων βημάτων του συλλόγου.
1969 – Ισχυρή βόμβα εξερράγη στην Πιάτσα Φοντάνα, στο ιστορικό κέντρο του Μιλάνου, μέσα στο κτίριο της Αγροτικής Τράπεζας (Banca Nazionale dell’Agricoltura). Η έκρηξη σκότωσε 17 ανθρώπους και τραυμάτισε άλλους 88, οι περισσότεροι από τους οποίους βρίσκονταν στην κατάμεστη αίθουσα συναλλαγών. Λίγες ημέρες πριν τα Χριστούγεννα, οι ουρές ήταν μεγάλες και η ένταση διάχυτη, καθώς ο όγκος των συναλλαγών είχε αυξηθεί σημαντικά.
«Μέσα στον καπνό, είδα ένα ανθρώπινο σώμα να εκσφενδονίζεται στον αέρα σαν άψυχη κούκλα και να πέφτει ένα μέτρο από μένα», δήλωσε ο 27χρονος τραπεζικός υπάλληλος Μικέλε Καρλότο, ένας από τους τραυματίες. Το κτίριο κόπηκε κυριολεκτικά στα δύο, ενώ μέσα στα ερείπια ένας ιερέας απηύθυνε δέηση για τις ψυχές των νεκρών. Η επίθεση στην Πιάτσα Φοντάνα θεωρείται η απαρχή της λεγόμενης «Στρατηγικής της Έντασης» και μία από τις πιο αιματηρές τρομοκρατικές ενέργειες των «μολυβένιων χρόνων» στην Ιταλία, μετά τη σφαγή στον σταθμό της Μπολόνιας το 1980.
Το ίδιο απόγευμα ακολούθησαν και άλλες εκρήξεις: στις 16:55 στη Ρώμη, σε υπόγεια διάβαση κοντά στην Banca Nazionale del Lavoro, με 13 τραυματίες, και αργότερα δύο ακόμη βόμβες στην Piazza Venezia, μπροστά στο Altare della Patria και στο Museo del Risorgimento. Μια πέμπτη βόμβα εντοπίστηκε εγκαίρως στη Σκάλα του Μιλάνου και εξουδετερώθηκε.
Αμέσως εξαπολύθηκε μαζική αστυνομική επιχείρηση, με μπλόκα και εκατοντάδες συλλήψεις, κυρίως αναρχικών και μελών της άκρας Αριστεράς. Οι αρχές αρχικά υποπτεύθηκαν τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, ενώ η Αριστερά κατήγγειλε τις επιθέσεις ως ακροδεξιά προβοκάτσια με στόχο την ανακοπή του ανερχόμενου εργατικού κινήματος.
1994 – Ο υπουργός Προεδρίας Αναστάσιος Πεπονής παραιτείται, διαμαρτυρόμενος για την υπονόμευση του νόμου περί προσλήψεων στο Δημόσιο και την παραπληροφόρηση από ΜΜΕ.
Ο Αναστάσιος Πεπονής (1924 – 8 Αυγούστου 2011) ήταν Έλληνας δικηγόρος και πολιτικός. Από νεαρή ηλικία υπήρξε στενός συνεργάτης του στρατηγού Νικολάου Πλαστήρα που τον διόρισε πρόεδρο της Νεολαίας της ΕΠΕΚ, θέση από την οποία παραιτήθηκε το 1952 διαμαρτυρόμενος για την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη.
Μεταπολιτευτικά υπήρξε κορυφαίο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, του οποίου διετέλεσε βουλευτής Α΄ Αθηνών (1977 – 2000), κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος και πολλές φορές υπουργός. Από τα σημαντικότερα επιτεύγματά του ήταν η δημιουργία συστήματος πρόσληψης δημοσίων υπαλλήλων με αντικειμενικά κριτήρια. Αυτό θεσμοθετήθηκε με τον νόμο 2190/1994, που αναφέρεται πολλές φορές ως Νόμος Πεπονή, χάρις στον οποίο ιδρύθηκε το ΑΣΕΠ.
Εξίσου σημαντικές ήταν και οι προσπάθειές του στον τομέα της ενέργειας και των εξωτερικών επενδύσεων, καθώς έκλεισε συμφωνίες ζωτικής σημασίας με την Αλγερία για την μεταφορά φυσικού αερίου στην Ελλάδα (που συνεχίζεται μέχρι σήμερα) και με την Σοβιετική Ένωση για την επεξεργασία και μετέπειτα εξαγωγή ελληνικού βωξίτη.
Γεννήσεις
1891 – Πρόδρομος Μποδοσάκης – Αθανασιάδης. Γεννήθηκε το 1890 ή το 1891 στον Πόρο (Bor) της επαρχίας Νίγδης, στην καρδιά της Καππαδοκίας. Προερχόταν από φτωχή οικογένεια· γονείς του ήταν ο Θωμάς και η Δέσποινα Αθανασιάδη και είχε τέσσερα ακόμη αδέλφια. Η ακριβής ημερομηνία γέννησής του δεν καταγράφηκε ποτέ στα ληξιαρχικά αρχεία. Το προσωνύμιο «Μποδοσάκης» αποτελεί την τουρκική απόδοση του ονόματος Πρόδρομος, με το οποίο έμεινε γνωστός στην ιστορία.
Σε ηλικία μόλις δέκα ετών εγκατέλειψε το χωριό του και κατευθύνθηκε στα Άδανα αναζητώντας εργασία και τύχη. Μέχρι τα δεκαεπτά του είχε ήδη εξελιχθεί σε σημαντικό οικονομικό παράγοντα της περιοχής, αναπτύσσοντας εμπορική δραστηριότητα στη Μερσίνη και αργότερα στην Κωνσταντινούπολη. Απέκτησε το Σπόρτινγκ Κλαμπ της Σμύρνης, το οποίο μετέτρεψε σε λέσχη αξιωματικών του Ελληνικού Στρατού και Ναυτικού, ενώ αγόρασε και το εμβληματικό ξενοδοχείο Πέρα Παλάς, καθιστώντας το κέντρο της κοσμικής ζωής της Πόλης.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, ύστερα από παρότρυνση του Ελευθερίου Βενιζέλου. Αν και αρχικά απώλεσε μεγάλο μέρος της περιουσίας του, σύντομα ανέκαμψε, δημιουργώντας ένα τεράστιο βιομηχανικό δίκτυο σε τομείς όπως τα ορυχεία, τα μεταλλεία, τα χημικά, τα πυρομαχικά και τη ναυτιλία. Η συμβολή του στον πόλεμο του 1940 υπήρξε καθοριστική, καθώς τα αποθέματα πυρομαχικών της ΠΥΡΚΑΛ, για τα οποία είχε προσωπικά μεριμνήσει, στήριξαν την ελληνική άμυνα.
Παράλληλα με την επιχειρηματική του δράση, ανέπτυξε εκτεταμένο φιλανθρωπικό έργο, με έμφαση στην παιδεία. Το 1972 ίδρυσε το Ίδρυμα Μποδοσάκη, θεμελιώνοντας θεσμούς στήριξης νέων επιστημόνων χωρίς οικονομικά μέσα. Πέθανε το 1979, αφήνοντας πίσω του μια βαριά οικονομική, κοινωνική και πνευματική κληρονομιά.
1955 – Γιάννα Αγγελοπούλου – Δασκαλάκη. Η Γιάννα Δασκαλάκη γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, κόρη του Φρίξου Δασκαλάκη-Φαζάκη και της Μαρίκας Παπαδάκη. Κατάγεται από τον Έμπαρο Ηρακλείου και την Αρκαδία. Ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο Α΄ Λύκειο Θηλέων Ηρακλείου και συνέχισε στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, από όπου αποφοίτησε το 1979.
Από νωρίς διαμορφώθηκε ως προσωπικότητα προσανατολισμένη στη δράση και στην πρακτική αντιμετώπιση των προβλημάτων. Το προσωπικό της μότο, η «στάση can-do», εξέφραζε τη βαθιά πεποίθησή της ότι ο καθένας μπορεί να παρέμβει ενεργά για να αλλάξει ό,τι θεωρεί άδικο ή ανεπαρκές. Με αυτή τη φιλοσοφία εντάχθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1980 στη Νέα Δημοκρατία. Το 1986 συμμετείχε στις δημοτικές εκλογές του Δήμου Αθηναίων με τον συνδυασμό «Νέα Εποχή» του Μιλτιάδη Έβερτ, σε μια περίοδο που το κόμμα επιδίωκε μεγαλύτερη γυναικεία εκπροσώπηση.
Τον Νοέμβριο του 1989 και το 1990 εξελέγη βουλευτής Α΄ Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία. Από τον πρώτο της γάμο με τον επιχειρηματία Γιώργο Παρθένη απέκτησε μία κόρη, την Καρολίνα. Το 1990 παντρεύτηκε τον Θεόδωρο Αγγελόπουλο, με τον οποίο απέκτησε δύο γιους, τον Παναγιώτη και τον Δημήτρη.
Το 1996 ορίστηκε από τον πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη πρόεδρος της επιτροπής διεκδίκησης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, οι οποίοι ανατέθηκαν στην Αθήνα το 1997. Μετέπειτα δραστηριοποιήθηκε στον χώρο των μέσων ενημέρωσης, αποχωρώντας το 2009. Το 2013 δημοσίευσε την αυτοβιογραφία της My Greek Drama, που γνώρισε διεθνή εκδοτική επιτυχία.
Θάνατοι
1909 – Καρλ Κρουμπάχερ. Ο Καρλ Κρουμπάχερ γεννήθηκε το 1856 στο Κύρναχ του βασιλείου της Βαυαρίας και υπήρξε ο θεμελιωτής των σύγχρονων βυζαντινών σπουδών στη Γερμανία. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και ινδοευρωπαϊκή γλωσσολογία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, υπό την καθοδήγηση κορυφαίων γλωσσολόγων της εποχής, όπως ο Καρλ Μπρούγκμαν και ο Γκέοργκ Κούρτιους. Κατά τα φοιτητικά του χρόνια συνδέθηκε στενά με Έλληνες σπουδαστές στη Βαυαρία, ανάμεσά τους ο Νικόλαος Πολίτης, ο Γεώργιος Ιακωβίδης και ο Χρήστος Τσούντας, γεγονός που ενίσχυσε το ενδιαφέρον του για τον ελληνικό κόσμο. Ιδεολογικά επηρεάστηκε από τον ύστερο γερμανικό ρομαντισμό, με την έμφαση στην ιστορική συνέχεια και την εθνική γλωσσική ταυτότητα.
Το 1883 δημοσίευσε τη λατινόγλωσση διατριβή του για τους ελληνολατινικούς διαλόγους του Ψευδοδωσιθέου και το 1884 εργασία για την ιστορία της ελληνικής γλώσσας, που του άνοιξε τον δρόμο προς την υφηγεσία. Την ίδια χρονιά πραγματοποίησε εκτεταμένο ταξίδι στον ελληνικό χώρο και την Κωνσταντινούπολη, συνδυάζοντας γλωσσική, ιστορική και αρχαιολογική έρευνα. Οι εμπειρίες αυτές αποτυπώθηκαν στο βιβλίο Griechische Reise (1886) και τον οδήγησαν οριστικά στη μελέτη της βυζαντινής φιλολογίας.
Κορυφαίο έργο του θεωρείται η Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας (1891), μνημειώδης σύνθεση που καθιέρωσε επιστημονικά τον κλάδο. Το 1892 ίδρυσε το περιοδικό Byzantinische Zeitschrift, ενώ από το 1897 διετέλεσε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Πέθανε στις 12 Δεκεμβρίου 1909, αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα στη βυζαντινολογία.
2008 – Τάσσος Παπαδόπουλος. Υπήρξε κεντρική πολιτική φυσιογνωμία της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας και διετέλεσε πέμπτος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας την περίοδο 2003–2008. Σπούδασε νομικά στο King’s College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου, ενώ η πολιτική του διαδρομή ξεκίνησε σε πολύ νεαρή ηλικία, μέσα από τον αγώνα για την απελευθέρωση της Κύπρου.
Κατά την περίοδο της ΕΟΚΑ συμμετείχε ενεργά στον αντιαποικιακό αγώνα, αρχικά ως τομεάρχης Λευκωσίας και αργότερα ως γενικός υπεύθυνος της ΠΕΚΑ, της πολιτικής οργάνωσης της ΕΟΚΑ, αποκτώντας εμπειρία και κύρος που τον συνόδευσαν σε όλη τη μετέπειτα πορεία του. Μετά την ανεξαρτησία της Κύπρου διετέλεσε υπουργός σε καίρια χαρτοφυλάκια και μακροχρόνιος κοινοβουλευτικός, ενώ συνδέθηκε στενά με το Δημοκρατικό Κόμμα (ΔΗΚΟ), του οποίου υπήρξε ηγετικό στέλεχος.
Εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας το 2003 με τη στήριξη του ΔΗΚΟ, του ΑΚΕΛ και του ΚΙΣΟΣ, βασίζοντας την εκστρατεία του στην υπόσχεση μιας πιο βιώσιμης και δίκαιης λύσης στο Κυπριακό. Καθοριστική στιγμή της προεδρίας του υπήρξε η απόρριψη του Σχεδίου Ανάν στο δημοψήφισμα του 2004, επιλογή που υπερασπίστηκε παρά τις έντονες διεθνείς και εσωτερικές πιέσεις. Επί των ημερών του, την 1η Μαΐου 2004, η Κύπρος εντάχθηκε πλήρως στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Πέθανε από καρκίνο τον Δεκέμβριο του 2008. Η μεταθανάτια σύληση του τάφου του και η απαγωγή της σορού του συγκλόνισαν την κυπριακή κοινωνία, προσδίδοντας δραματική διάσταση στην υστεροφημία ενός πολιτικού που άφησε βαθύ αποτύπωμα στην ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia
—————————————————————————–

