Γέγονε την 10η Νοεμβρίου


...

Ο γέγονε… Γέγονε |


Γεγονότα

 

1775 – Ιδρύεται το σώμα των Πεζοναυτών. Αποτελεί έναν από τους πέντε ένοπλους κλάδους του Υπουργείου Άμυνας και μία από τις οκτώ ένστολες υπηρεσίες των Ηνωμένων Πολιτειών. Είναι υπεύθυνο για την προβολή ισχύος και τη διεξαγωγή συνδυασμένων επιχειρήσεων ξηράς, θάλασσας και αέρα, χρησιμοποιώντας τα μέσα του Πολεμικού Ναυτικού υπό τη διοίκηση του Κογκρέσου. Από τις 30 Ιουνίου 1834 αποτελεί επίσημα συστατικό του Υπουργείου Πολεμικού Ναυτικού, με το οποίο συνεργάζεται στενά για θέματα εκπαίδευσης, μεταφορών και επιμελητείας. Οι πεζοναύτες υπηρετούν τόσο σε χερσαίες βάσεις όσο και σε πλοία αμφίβιου πολέμου ανά τον κόσμο, ενώ πολλές μοίρες αεροπορίας πεζοναυτών επιχειρούν από αεροπλανοφόρα του Ναυτικού.

Το Σώμα ιδρύθηκε στις 10 Νοεμβρίου 1775 στη Φιλαδέλφεια, με τη συγκρότηση δύο ταγμάτων πεζοναυτών για την υποστήριξη των στρατευμάτων ανεξαρτησίας στην ξηρά και τη θάλασσα. Σταδιακά, ο ρόλος του επεκτάθηκε και σε εναέριες πολεμικές επιχειρήσεις, αποκτώντας φήμη ως η «τρίτη εναέρια δύναμη της Αμερικής» και «δεύτερος στρατός ξηράς». Το Σώμα Πεζοναυτών διακρίθηκε σε όλους σχεδόν τους αμερικανικούς πολέμους, ενώ κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα στο μέτωπο του Ειρηνικού, εφαρμόζοντας με επιτυχία τις θεωρίες του αμφίβιου πολέμου που ανέπτυξε.

Από τα μέσα του 20ού αιώνα, το Σώμα Πεζοναυτών αναδείχθηκε σε κορυφαία δύναμη αμφίβιων επιχειρήσεων, ικανή να ανταποκρίνεται άμεσα σε εκστρατευτικές κρίσεις, παίζοντας κρίσιμο ρόλο στην εφαρμογή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Από το 2016 αριθμεί περίπου 182.000 ενεργά μέλη και 38.500 εφέδρους, αποτελώντας τον μικρότερο αλλά πλέον ευέλικτο κλάδο των ενόπλων δυνάμεων των Ηνωμένων Πολιτειών.

 

1885 –  Το 1872 ο πλούσιος Γερμανός βιομήχανος Όιγκεν Λάνγκεν ίδρυσε την εταιρεία Deutz, με σκοπό την κατασκευή κινητήρων, και κάλεσε δύο εξέχοντες μηχανικούς, τον Γκότλιμπ Ντάιμλερ και τον Νίκολαους Όττο, να συνεργαστούν ως τεχνικοί σύμβουλοι. Οι δύο εφευρέτες εργάστηκαν μαζί στην τελειοποίηση της τετράχρονης αεριομηχανής, που αποτέλεσε τη βάση για τον κινητήρα εσωτερικής καύσης των αυτοκινήτων. Παρά τα σπουδαία αποτελέσματα, οι διαφορετικοί τους χαρακτήρες οδήγησαν σε ρήξη, και ο Ντάιμλερ αποχώρησε από την εταιρεία.

Μαζί με τον Βίλχελμ Μάιμπαχ, ο Ντάιμλερ επέστρεψε το 1882 στη Στουτγκάρδη, όπου ίδρυσαν ένα πειραματικό εργαστήριο στον ξενώνα του σπιτιού του στο Μπαντ Κάνστατ. Εκεί, σε έναν συνδυασμό γραφείου και μηχανολογικού χώρου, εργάζονταν αδιάκοπα, προκαλώντας απορία και φόβο στους γείτονες από τον συνεχή θόρυβο. Οι δύο συνεργάτες αφιέρωσαν αμέτρητες ώρες για να ανακαλύψουν το κατάλληλο καύσιμο για τον τετράχρονο κινητήρα του Όττο, στρεφόμενοι τελικά στα παράγωγα του πετρελαίου.

Στις 16 Δεκεμβρίου 1883, ο Ντάιμλερ κατοχύρωσε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για μια μηχανή υψηλής ταχύτητας που λειτουργούσε με οινόπνευμα και έφτανε τις 900 στροφές το λεπτό — εντυπωσιακή επίδοση για την εποχή. Η μηχανή, πρόδρομος των σύγχρονων κινητήρων, είχε έναν κύλινδρο και ένα έμβολο, καθώς και δύο βαλβίδες για την εισαγωγή και εξαγωγή καυσίμου αέρα.

Σύντομα ο Ντάιμλερ άρχισε να κατασκευάζει αυτοκινούμενες άμαξες που έμοιαζαν με τις ιππήλατες, αλλά λειτουργούσαν με βενζίνη αντί για οινόπνευμα. Η επιτυχία του ήταν μεγάλη: παρήγε κινητήρες για δίτροχα, πλοία, λεωφορεία, πυροσβεστικές αντλίες και αερόστατα. Το 1886, ο Ντάιμλερ και ο Μάιμπαχ υπέβαλαν αίτηση ευρεσιτεχνίας για την πρώτη μοτοσικλέτα, ανοίγοντας τον δρόμο για τη σύγχρονη εποχή της μηχανοκίνησης.

 

1949 Ο ΟΤΕ αποκτά τον πρώτο του συνδρομητή. Ήταν 3 Οκτωβρίου 1949 όταν ιδρύθηκε η εταιρεία ΟΤΕ και ήταν 10  Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς όταν απόκτησε τον πρώτο της συνδρομητή!

Γράφεται στην εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ στις 11/11/1949:  «Χθες, την 12ην μεσημβρινήν, εγένοντο παρουσία του Βασιλέως Παύλου τα εγκαίνια του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών.

Παρέστησαν ο Πρόεδρος Αλ. Διομήδης και τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σπυρίδων, ο στρατηγός Βαν Φλητ, ο Βρετανός υποναύαρχος κ. Ντίξον και πολλοί επίσημοι…

Τον λόγον ακολούθως έλαβεν ο κ. Βουδουμπάς (υπουργός ΤΤΤ), ο οποίος, αφού εξήρε την σημασίαν και σκοπιμότηταν της εγκαταστάσεως εν Ελλάδι Οργανισμού Τηλεπικοινωνίας…

Εν τέλει, ο κ. Γουναράκης (πρόεδρος του Δ.Σ. ΟΤΕ) προέβη εις την δήλωσιν ότι ο ΟΤΕ προσφέρει αντί κυλικείου δραχμάς 25.000.000 υπέρ του εράνου της Βασιλίσσης».

 

1989 – Ανατρέπεται το κομουνιστικό καθεστώς της Βουλγαρίας.

Τον Οκτώβριο του 1989, ο Πέταρ Μλαντένοφ, Υπουργός Εξωτερικών της Βουλγαρίας, διοργάνωσε στη Σόφια μια περιβαλλοντική διάσκεψη του ΟΑΣΕ και προσκάλεσε την ομάδα ακτιβιστών Εκογκλάσνοστ, γνωστή για τη δράση της υπέρ της διαφάνειας και της οικολογίας. Δέκα ημέρες μετά την έναρξη της συνάντησης, μέλη της Εκογκλάσνοστ ξυλοκοπήθηκαν βάναυσα από άνδρες της αστυνομίας και της πολιτοφυλακής, με εντολή του ηγέτη Τοντόρ Ζίβκοφ. Τριάντα έξι ακτιβιστές συνελήφθησαν, μεταφέρθηκαν έξω από την πόλη και υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν πεζοί στη Σόφια. Η διεθνής κατακραυγή ήταν άμεση, και τότε οι Μλαντένοφ, Αντρέι Λουκάνοφ και Ατανάσοφ κατέληξαν ότι ο Ζίβκοφ έπρεπε να απομακρυνθεί. Το κρίσιμο σημείο ήρθε όταν εξασφάλισαν τη στήριξη του Υπουργού Άμυνας Ντόμπρι Τζούροφ.

Στις 8 Νοεμβρίου 1989, μια ημέρα πριν από τη συνεδρίαση του Πολιτικού Γραφείου, οι συνωμότες έδρασαν. Ο Τζούροφ συνάντησε τον Ζίβκοφ και τον προειδοποίησε ότι είχε χάσει την πλειοψηφία. Ο ηλικιωμένος ηγέτης προσπάθησε να αντιδράσει, όμως την επόμενη μέρα δέχθηκε τελεσίγραφο: αν δεν παραιτούνταν, θα αποπεμπόταν και θα συλλαμβανόταν για προδοσία. Υπό αυτή την πίεση, ο Ζίβκοφ παραιτήθηκε «για λόγους υγείας», έπειτα από 35 χρόνια στην εξουσία. Νέος ηγέτης του κόμματος ορίστηκε ο Μλαντένοφ.

Ωστόσο, η αποπομπή του δεν έσωσε το καθεστώς. Στις 11 Δεκεμβρίου 1989, το Κομμουνιστικό Κόμμα παραιτήθηκε από το συνταγματικό του μονοπώλιο και ανακοινώθηκαν ελεύθερες εκλογές για τον Ιούνιο. Τον Ιανουάριο 1990 η Εθνοσυνέλευση κατήργησε τα σχετικά άρθρα του Συντάγματος, τερματίζοντας επίσημα το μονοκομματικό σύστημα.

Ο Ζίβκοφ διαγράφηκε από το Κόμμα, συνελήφθη για απάτη και υπεξαίρεση και το 1992 καταδικάστηκε σε επτά χρόνια φυλάκιση, που εξέτισε σε κατ’ οίκον περιορισμό λόγω ηλικίας. Αθωώθηκε το 1996 και πέθανε το 1998, σε ηλικία 86 ετών. Η κηδεία του συγκέντρωσε πλήθος κόσμου, ενώ μετά τον θάνατό του όλες οι κατηγορίες διαγράφηκαν.

 

Γεννήσεις

 

1801 – Σάμιουελ Χάου. Υπήρξε ένας από τους πιο φωτισμένους ανθρωπιστές του 19ου αιώνα. Ήταν Αμερικανός ιατρός, ένθερμος αντιδούλος, φιλέλληνας, και πρωτοπόρος στην εκπαίδευση των τυφλών και των ατόμων με αναπηρία. Από νεαρή ηλικία έδειξε πάθος για την ελευθερία και τη δικαιοσύνη, γεγονός που τον οδήγησε να συμμετάσχει ενεργά στα επαναστατικά κινήματα της Ευρώπης, μεταξύ των οποίων και η Ελληνική Επανάσταση του 1821, όπου υπηρέτησε ως γιατρός και μαχητής στο πλευρό των Ελλήνων.

Μετά την επιστροφή του στις Ηνωμένες Πολιτείες, αφιερώθηκε στην κοινωνική πρόνοια και στην εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρία. Το 1832 ίδρυσε στη Βοστώνη το Ίδρυμα Πέρκινς για τους Τυφλούς (Perkins Institution for the Blind), το πρώτο σχολείο για τυφλούς στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου διετέλεσε πρώτος διευθυντής. Υπό τη διεύθυνσή του, το Ίδρυμα ανέπτυξε καινοτόμες μεθόδους εκπαίδευσης, ενώ χάρη στη διδασκαλία του η Λόρα Μπρίτζμαν έγινε το πρώτο άτομο με τύφλωση και κώφωση που έμαθε να επικοινωνεί μέσω αφής, ανοίγοντας τον δρόμο για τη μετέπειτα διδασκαλία της Έλεν Κέλερ.

Παράλληλα, ο Χάου υπήρξε πρωτοπόρος του αμερικανικού κινήματος κατά της δουλείας. Το 1863, εν μέσω του Αμερικανικού Εμφυλίου, διορίστηκε μέλος της Επιτροπής των Ελευθέρων Αμερικανών (American Freedmen’s Inquiry Commission), που είχε σκοπό να εξετάσει τις συνθήκες διαβίωσης των απελευθερωμένων σκλάβων στον Νότο μετά τη Διακήρυξη της Χειραφέτησης. Ταξίδεψε στις πολιτείες του Νότου, αλλά και στον Καναδά, όπου συναντήθηκε με πρώην σκλάβους που είχαν διαφύγει από τις ΗΠΑ και κατέγραψε τις μαρτυρίες τους.

Ο Χάου παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του ενεργός υπέρμαχος της ανθρωπιστικής προόδου, της εκπαίδευσης και της κοινωνικής δικαιοσύνης, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που επηρέασε βαθιά τόσο την Αμερική όσο και την Ευρώπη.

 

1925 – Ρίτσαρντ Μπάρτον. Ήταν Ουαλός ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου. Γνωστός για τη βαθιά φωνή, την επιβλητική παρουσία και την έντονη, συχνά εκρηκτική προσωπικότητά του. Παρότι δεν είχε σπουδάσει υποκριτική, αναδείχθηκε σε έναν από τους πιο χαρισματικούς και ακριβοπληρωμένους ηθοποιούς του Χόλιγουντ, συνδυάζοντας το πάθος του θεατρικού ηθοποιού με τη λάμψη του κινηματογραφικού σταρ.

Κατά τη διάρκεια της καριέρας του προτάθηκε επτά φορές για Όσκαρ — έξι φορές για Α΄ Ανδρικού Ρόλου και μία για Β΄ Ανδρικού Ρόλου — χωρίς ποτέ να το κερδίσει, γεγονός που συχνά σχολιάστηκε ως μία από τις μεγαλύτερες αδικίες της Ακαδημίας. Παρ’ όλα αυτά, τιμήθηκε με Βραβείο BAFTA το 1966, δύο Χρυσές Σφαίρες (1953 και 1978) και Βραβείο Τόνυ το 1961 για την ερμηνεία του στο Μπρόντγουεϊ.

Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του στο θέατρο, όπου ξεχώρισε σε ρόλους του Σαίξπηρ, πριν περάσει στον κινηματογράφο με επιτυχίες όπως Η εξαδέλφη μου Ραχήλ (1952), Ο Χιτών (1953), Ο Μέγας Αλέξανδρος (1955) και Κλεοπάτρα (1963), όπου γνώρισε την Ελίζαμπεθ Τέιλορ. Στις επόμενες δεκαετίες πρωταγωνίστησε σε μερικές από τις σπουδαιότερες ταινίες της εποχής: Μπέκετ (1964), Ο κατάσκοπος που γύρισε απ’ το κρύο (1965), Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ; (1966), Η Άννα των χιλίων ημερών (1969) και Έκβους (1977).

Η προσωπική του ζωή υπήρξε θυελλώδης. Παντρεύτηκε πέντε φορές, δύο εκ των οποίων με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ, με την οποία αποτέλεσαν το πιο διάσημο και αμφιλεγόμενο ζευγάρι του Χόλιγουντ. Παντρεύτηκαν για πρώτη φορά το 1964 στο Μόντρεαλ, σε έναν γάμο που κυριάρχησε στα πρωτοσέλιδα του παγκόσμιου Τύπου και έμεινε στην ιστορία ως το σύμβολο του πάθους, της τέχνης και της δόξας του κινηματογράφου.

 

Θάνατοι

 

2002 – Βασίλης Μάρος. Για πενήντα ολόκληρα χρόνια, ο Βασίλης Μάρος υπήρξε ένας ακούραστος δημιουργός και χρονικογράφος της εποχής του. Με τη φωτογραφική και κινηματογραφική του μηχανή κατέγραψε γεγονότα και πρόσωπα, αναπλάθοντας δημιουργικά την πραγματικότητα μέσα από το βλέμμα του. Έκανε ντοκιμαντέρ για καθετί συνταρακτικό συνέβαινε στον κόσμο και, κυρίως, στην Ελλάδα, τη χώρα που αγαπούσε βαθιά. Γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς καταγόμενους από την Τρίπολη και μεγάλωσε στις γειτονιές του Μεταξουργείου και του Αγίου Παύλου, σε μια πόλη που έσφυζε από ζωή στις αρχές του 20ού αιώνα.

Τα έργα του, αποτυπωμένα στο σελιλόιντ, αποτελούν πολύτιμη πηγή ιστορικών και αισθητικών πληροφοριών. Με απαράμιλλη δεξιοτεχνία στη γλώσσα της εικόνας, ο Μάρος συνέθετε ντοκιμαντέρ που ξεπερνούσαν τον πληροφοριακό τους χαρακτήρα και λειτουργούσαν ως αυτόνομα καλλιτεχνικά έργα. Ως συντηρητής της ιστορικής μνήμης, είτε εργάστηκε ως διευθυντής φωτογραφίας στο Χόλιγουντ και στην Τσινετσιτά είτε ως ανεξάρτητος κινηματογραφιστής, παρέδωσε ένα έργο εξαιρετικής πολιτισμικής αξίας.

Μετά τις σπουδές του στη φωτογραφία στο Μόναχο και τη θητεία του στο Γενικό Επιτελείο Στρατού, μετεκπαιδεύτηκε με ιταλική υποτροφία στη Ρώμη, στην κινηματογραφική εταιρεία Incom. Υπήρξε οπερατέρ της Fox στα επίκαιρα της Μέσης Ανατολής και της Ελλάδας και συμμετείχε σε ξένες παραγωγές που γυρίστηκαν στη χώρα μας, όπως Το παιδί και το δελφίνι και Συνέβη στην Αθήνα. Δημιούργησε τις δικές του ταινίες, όπως το Κάτω από τους ουρανοξύστες (1957), γυρισμένο στη Νέα Υόρκη, και το Rock and Roll, γυρισμένο στην Αθήνα.

Ακολούθησαν παραγωγές για το BBC και συνεργασίες με τη γερμανική τηλεόραση, με ταινίες όπως Ο Ορφέας τραγουδάει και Άθως, αφιερωμένες στη βυζαντινή πνευματικότητα. Δημιούργησε επίσης τα Αναστενάρια, Σλήμαν, Όρος Σινά, Ο κόσμος των Εικόνων και, το 1973, το εμβληματικό «Μπουζούκι», ερευνώντας τη μουσική ψυχή του ελληνικού λαού.

 

2007 – Νόρμαν Μέιλερ. Υπήρξε Αμερικανός συγγραφέας, δημοσιογράφος, θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος και σκηνοθέτης, μία από τις πιο αντισυμβατικές και επιδραστικές μορφές της αμερικανικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα. Με τη γραφή του συνδύασε τη λογοτεχνική δύναμη του μυθιστορήματος με την αμεσότητα της δημοσιογραφικής έρευνας, δημιουργώντας μαζί με τον Τρούμαν Καπότε, την Τζόαν Ντίντιον και τον Τομ Γουλφ το ρεύμα της Νέας Δημοσιογραφίας (New Journalism) — ενός είδους που παντρεύει την αφήγηση των πραγματικών γεγονότων με τα εκφραστικά μέσα της λογοτεχνίας.

Ο Μέιλερ έγινε γνωστός αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με το μυθιστόρημα «Οι γυμνοί και οι νεκροί» (The Naked and the Dead, 1948), βασισμένο στις εμπειρίες του από τη συμμετοχή του στον πόλεμο του Ειρηνικού. Το έργο θεωρήθηκε ένα από τα σημαντικότερα αντιπολεμικά μυθιστορήματα της εποχής του. Στη συνέχεια, στράφηκε στη μη μυθοπλαστική γραφή, αναλύοντας με οξύτητα την αμερικανική κοινωνία, την πολιτική, τη βία, τη σεξουαλικότητα και τη ματαιοδοξία της εξουσίας.

Κατά τη διάρκεια της καριέρας του τιμήθηκε δύο φορές με το Βραβείο Πούλιτζερ — το 1969 για το The Armies of the Night, χρονικό της πορείας κατά του πολέμου του Βιετνάμ, και το 1980 για το The Executioner’s Song, βασισμένο στην αληθινή ιστορία του θανατοποινίτη Γκάρι Γκίλμορ. Το 1980 κέρδισε επίσης το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου, ενώ το 2005 του απονεμήθηκε το Μετάλλιο Διακεκριμένης Συνεισφοράς στα Αμερικανικά Γράμματα από το Εθνικό Ίδρυμα Βιβλίου των ΗΠΑ.

Το 1955, μαζί με τους Εντ Φάνκερ και Νταν Γουλφ, ίδρυσε τη Village Voice, την πρώτη εναλλακτική εβδομαδιαία εφημερίδα της Νέας Υόρκης, η οποία έγινε θρύλος της αντικουλτούρας. Ο Νόρμαν Μέιλερ παρέμεινε ενεργός συγγραφέας και δημόσιος διανοούμενος μέχρι τον θάνατό του το 2007, αφήνοντας πίσω του ένα έργο γεμάτο πάθος, ρηξικέλευθες ιδέες και ανελέητη ειλικρίνεια.

—————————————————————————————
Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia