...
Ο γέγονε… Γέγονε |
Γεγονότα
624 – Ο Μωάμεθ σημειώνει μία αποφασιστική νίκη κατά των αντιπάλων του στη Μέκκα, στη Μάχη της Μπαντρ. Στις 13 Μαρτίου 624 πραγματοποιείται η μάχη του Μπαντρ ανάμεσα στους Κουραϊσίτες και τους Μουσουλμάνους του Προφήτη Μωάμεθ. Η μάχη αυτή θεωρείται ως η σημαντικότερη στην ιστορία του Ισλάμ. Η περιοχή του Μπαντρ βρίσκεται στη Δυτική Αραβία. Στη μάχη συγκρούστηκαν οι περίπου 1000 Κουραϊσίτες με τους 300 Μουσουλμάνους που βρίσκονταν υπό την καθοδήγηση του Μωάμεθ.
Οι Κουραϊσίτες συνόδευαν ένα πλούσιο καραβάνι, το οποίο είχε ξεκινήσει από τη Μέκκα και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του είχε σχεδιαστεί να σταθμεύσει στην περιοχή του Μπαντρ, όπου οι Μουσουλμάνοι επιδίωξαν να στήσουν ενέδρα. Διοικητής του καραβανιού ήταν ο Αμπού Σουφιάν, ο οποίος αντιλαμβανόμενος έγκαιρα το σχέδιο των μουσουλμάνων, απέστειλε μήνυμα στη Μέκκα για να σταλούν ενισχύσεις. Έτσι, στην περιοχή κατέφθασε ο στρατός των Κουραϊσιτών, με επικεφαλής τον Αμπού Τζαλ. Το καραβάνι άλλαξε πορεία φθάνοντας με ασφάλεια στη Μέκκα. Όταν ο Μωάμεθ με τους συντρόφους έφθασαν στο Μπαντρ, δεν συνάντησαν το καραβάνι, αλλά το στρατό του Αμπού Τζαλ.
Πολλοί από το στρατό της Μέκκας δεν επιθυμούσαν την πολεμική σύγκρουση επειδή στο μουσουλμανικό στρατό βρίσκονταν συγγενικά πρόσωπα ή μέλη της ίδιας πατρίας. Η έκβαση της σύγκρουσης κρίθηκε από την αποφασιστικότητα των Μουσουλμάνων του Μωάμεθ και από τις επιφυλάξεις των Κουραϊσιτών. Οι μουσουλμάνοι έχασαν 14 πολεμιστές στη μάχη, ενώ οι αντίπαλοί τους περίπου 49 – 70 άνδρες, με ισάριθμους αιχμαλώτους. Από τους αιχμαλώτους άλλοι θανατώθηκαν και άλλοι απελευθερώθηκαν έναντι καταβολής υψηλών λύτρων.
Παρότι εξεταζόμενη υπό το σύγχρονο πρίσμα η μάχη του Μπαντρ φαίνεται μικρής σημασίας, θεωρείται το σημαντικότερο κατά πολλούς μελετητές στρατιωτικό γεγονός στην ισλαμική ιστορία, εξαιτίας του ότι μία ενδεχομένως ήττα του Μωάμεθ θα σηματοδοτούσε την κατάρρευση της πρώιμης μουσουλμανικής κοινότητας.
Τέλος, για τους Μουσουλμάνους, η νικηφόρα έκβαση της μάχης στο Μπαντρ θεωρήθηκε αποτέλεσμα θεϊκής παρέμβασης, ενδυναμώνοντας ταυτόχρονα την πεποίθηση πως ο Μωάμεθ ήταν προφήτης και απόστολος του Θεού
1979 – Η Ευρώπη «δημιουργεί» το πρώτο (λογιστικό) νόμισμά της. Ονομάζεται ECU (Ευρωπαϊκή Νομισματική Μονάδα), δεν κυκλοφορεί στη φυσική μορφή του, αλλά αποτελεί τον πρόδρομο του Ευρώ.
Η Ευρωπαϊκή Λογιστική Μονάδα (ΕΛΜ ή ECU από τα αγγλικά European currency unit) αποτέλεσε από το 1979 μέχρι το 1998 την λογιστική μονάδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΚ) αργότερα Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και ήταν ο προπομπός του Ευρώ. Ο ISO-4217 κωδικός για την ΕΛΜ ήταν XEU.
Διαβάστε περισσότερα στο link που ακολουθεί:
ECU | Η πρώτη Ευρωπαϊκή Νομισματική Μονάδα
Η ονομασία ECU δεν ήταν μόνο η σύντμηση της αγγλικής ονομασίας European Currency Unit, αλλά παρέπεμπε και στο Écu,ένα παλιό γαλλικό κέρμα.
Το σύμβολο του νομίσματος ₠ (διεθνές πρότυπο Unicode: U+20A0 EURO-CURRENCY SIGN) περιέχει ένα C και ένα E, που είναι τα αρχικά γράμματα των λέξεων Communauté Européenne (το γαλλικό για Ευρωπαϊκή Κοινότητα). Η ΕΛΜ αντικαταστάθηκε την 1 Ιανουαρίου 1999 σε μια σχέση ανταλλαγής 1:1 από το Ευρώ.
Γεννήσεις
1913 – Λάμπρος Κωνσταντάρας. Ο Κωνσταντάρας γεννήθηκε στην οδό Πλουτάρχου 13 στο Κολωνάκι στις 13 Μαρτίου 1913, σε οικογένεια με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη και ρίζες από τη Σινώπη του Πόντου. Αδερφή του ήταν η Αλεξάνδρα Κωνσταντάρα- Κωνσταντοπούλου και η επίσης ηθοποιός και κατά πολύ μικρότερή του Μήτση Κωνσταντάρα, που πέθανε από καρδιά , έξι μήνες αργότερα, στον ύπνο της.
Από μικρή ηλικία ασχολήθηκε με τον αθλητισμό, ήταν αθλητής της ΑΕΚ, τερματοφύλακας στην Β΄ ομάδα την περίοδο 1929-30 και αθλητής στίβου σε άλματα και αγωνίσματα δρόμου ταχύτητας. Το 1930 κατατάχθηκε, μετά από επιμονή της οικογένειάς του και χωρίς τη δική του θέληση, στη Σχολή Υπαξιωματικών Ναυτικού στην Κέρκυρα, από όπου τελικά δραπέτευσε κολυμπώντας. Γλύτωσε το Ναυτοδικείο μετά από ενέργειες της οικογένειάς του.
Το 1934 τον έστειλαν -σχεδόν με το ζόρι- στο Παρίσι προκειμένου να σπουδάσει χρυσοχόος, με σκοπό να αναλάβει στη συνέχεια το οικογενειακό χρυσοχοείο στο κέντρο της Αθήνας. Εγκατέλειψε σταδιακά τις σπουδές του κι έκανε διάφορες δουλειές, ώσπου τον ανακάλυψε ο Γάλλος σκηνοθέτης Λουί Ζουβέ να παίζει ως κομπάρσος σε θεατρική παράσταση, τον πήρε στη Δραματική Σχολή του, που λειτουργούσε στο παρισινό θέατρο “Ατενέ” (Théâtre de l’Athénée), την οποία ο Κωνσταντάρας τελείωσε αριστούχος και ο Ζουβέ τον προώθησε. Το καλοκαίρι του 1938 ο Κωνσταντάρας επέστρεψε στην Ελλάδα, ξεκινώντας πλέον καριέρα ηθοποιού.
1947 – Ρένα Παγκράτη. Υπήρξε μια από τις πιο ιδιαίτερες μορφές της ελληνικής σκηνής και τηλεόρασης τη δεκαετία του 1980. Γεννήθηκε το 1949 στην Ελλάδα και από νεαρή ηλικία στράφηκε προς το θέατρο, σπουδάζοντας υποκριτική και δουλεύοντας αρχικά σε θιάσους και μικρές σκηνές. Η φυσιογνωμία της ήταν έντονη και εύκολα αναγνωρίσιμη: μικροκαμωμένη, με χαρακτηριστική φωνή και έντονη εκφραστικότητα, στοιχεία που την έκαναν να ξεχωρίζει σε κωμικούς αλλά και δραματικούς ρόλους.
Το ευρύ κοινό τη γνώρισε κυρίως μέσα από τον κινηματογράφο και την τηλεόραση της δεκαετίας του ’80, όταν συμμετείχε σε αρκετές δημοφιλείς κωμωδίες της εποχής. Εκεί συχνά υποδυόταν δευτερεύοντες αλλά χαρακτηριστικούς ρόλους, που όμως έμεναν στη μνήμη του θεατή. Παράλληλα, είχε σημαντική παρουσία και στο θέατρο, όπου οι συνεργάτες της μιλούσαν για μια ηθοποιό εργατική και αφοσιωμένη στη σκηνή.
Ωστόσο, πίσω από την καλλιτεχνική της πορεία υπήρξε και μια δύσκολη προσωπική διαδρομή. Η καριέρα της δεν εξελίχθηκε όπως ίσως θα άξιζε στο ταλέντο της, ενώ τα τελευταία χρόνια της ζωής της αντιμετώπισε έντονες επαγγελματικές και οικονομικές δυσκολίες. Το 1998 η ζωή της έληξε τραγικά, όταν βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της στην Αθήνα· ο θάνατός της αποδόθηκε σε αυτοκτονία, γεγονός που προκάλεσε συγκίνηση στον καλλιτεχνικό κόσμο.
Παρότι δεν ανήκει στις πιο προβεβλημένες μορφές του ελληνικού θεάματος, η Ρένα Παγκράτη παραμένει μια φιγούρα που πολλοί θυμούνται με συμπάθεια. Ανήκει σε εκείνη τη γενιά ηθοποιών του λαϊκού θεάτρου και του βιντεοκινηματογράφου που στήριξαν την ψυχαγωγία μιας ολόκληρης εποχής, αφήνοντας το δικό τους, μικρό αλλά αναγνωρίσιμο αποτύπωμα στη νεότερη ιστορία της ελληνικής υποκριτικής.
1966 – Βάνα Μπάρμπα. Η σταδιοδρομία της ξεκίνησε μετά τη νίκη της σε διαγωνισμό ομορφιάς στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Ευειδής, χυμώδης και με μεσογειακό ταμπεραμέντο, η Βάνα Μπάρμπα είναι μία από τις ομορφότερες και ελκυστικότερες παρουσίες της εγχώριας σόουμπιζ.
Η Βάνα (Βασιλική) Μπάρμπα, γεννήθηκε στις 13 Μαρτίου 1966 στα Γιάννενα. Το 1984 πήρε μέρος στα ελληνικά καλλιστεία και αναδείχτηκε Μις Ελλάς. Την ίδια χρόνια συμμετείχε και στον διεθνή διαγωνισμό Μις Κόσμος, χωρίς να διακριθεί.
Η παρουσία της δεν άφησε ασυγκίνητους τους ανθρώπους του θεάματος. Την αμέσως επόμενη χρονιά έκανε το ντεμπούτο της στην τηλεόραση στη σειρά της ΕΡΤ2 «Ο Ανδροκλής και τα λιοντάρια του», στην οποία πρωταγωνιστούσαν ο Κώστας Βουτσάς και η Μάρθα Καραγιάννη. Τα επόμενα χρόνια πρωταγωνίστησε σε σειρές, όπως «Η Δίψα» (1990, Mega), «Ακτή Μιαούλη» (1991, ET1), «Τζιβαέρι» (1997, Mega), «Το σημάδι του έρωτα» (1998, Mega), «Εν Ιορδάνη» (2002, Star) και «Αν μ’ αγαπάς» (2006, Alpha).
Από το 1985 έως το 1990 έπαιξε και πρωταγωνίστησε σε πλήθος βιντεοταινιών («Πω πω μανούλια μάνα μου», «Ο πρωτάρης και η κούκλα!», «Ο πρωτάρης και η Ρίτα», «Σέξυ μπάτσος και σκληρός», «Ο υπαλληλάκος πάει στον Παράδεισο», «Έλα τώρα που λείπει ο άντρας μου», «Κρεβατοκάμαρα με θέα» κ.ά.).
Στον κινηματογράφο ανέβηκε υποκριτικό επίπεδο με τους ρόλους της στην κωμωδία του Νίκου Περάκη «Βίος και Πολιτεία» (1987) και το ερωτικό δράμα του Νίκου Πανουσόπουλου «Μ’ αγαπάς;» (1987). Το 1991 σηματοδότησε τη μεγάλη στιγμή της καριέρα της με τη συμμετοχή της στην κωμωδία εποχής του Γκαμπριέλε Σαλβατόρες «Μεντιτερανέο» («Mediterraneo»). Η ταινία, ιταλικής παραγωγής, γυρίστηκε στο Καστελόριζο και τον επόμενο έτος απέσπασε το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας για λογαριασμό της Ιταλίας.
Η Βάνα Μπάρμπα ήταν υποψήφια για το Ντονατέλο (ιταλικό Όσκαρ) β’ γυναικείου ρόλου για την ερμηνεία της στο ρόλο της πόρνης Βασίλισσας. Η διεθνής αναγνώρισή της τής απέφερε και τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην τηλεταινία του Μαουρίτσιο Λούτσιντι «Il prezzo del denaro» («Η τιμή του χρήματος»), που προβλήθηκε από τη RAI το 1995. Το 1991 συμμετείχε στην αισθηματική ταινία του Γιώργου Τσεμπερόπουλου «Άντε γεια» και ακολούθησαν οι ρόλοι στην περιπέτεια του Γιώργου Ζερβουλάκου «Ο Ορφέας τον Αύγουστο» (1988), στο ερωτικό δράμα του Δημήτρη Παναγιωτάτου «Μοναξιά μου όλα» (1998) και στην κωμωδία του Νίκου Καλογερόπουλου «Οι Ιππείς της Πύλου» (2011). Το 1989 εμφανίστηκε σε γυμνή φωτογράφιση στην ελληνική έκδοση του Playboy (τεύχος Δεκεμβρίου), εκτοξεύοντας την κυκλοφορία του δημοφιλούς ανδρικού περιοδικού.
Θάνατοι
1858 – Γεώργιος Κουντουριώτης. Υπήρξε μία από τις σημαντικότερες πολιτικές μορφές της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και προερχόταν από την ισχυρή ναυτική οικογένεια των Κουντουριωταίων της Ύδρα. Γεννήθηκε περίπου το 1782 και μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον πλούτου και ναυτικής ισχύος, αφού η Ύδρα εκείνη την εποχή διέθετε έναν από τους πιο δυνατούς ελληνικούς εμπορικούς στόλους.
Όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση του 1821, ο Κουντουριώτης δεν ξεχώρισε τόσο ως πολεμιστής όσο ως πολιτικός και οικονομικός παράγοντας του Αγώνα. Η οικογένειά του διέθεσε σημαντικά χρήματα και πλοία για την επανάσταση, γεγονός που του έδωσε ισχυρή επιρροή στα επαναστατικά πολιτικά σώματα.
Στα χρόνια της Επανάστασης αναδείχθηκε σε κορυφαίο πολιτικό παράγοντα. Το 1824 έγινε πρόεδρος του Εκτελεστικού, δηλαδή της επαναστατικής κυβέρνησης, σε μια ιδιαίτερα ταραγμένη περίοδο, όταν οι Έλληνες βρίσκονταν σε εσωτερικές συγκρούσεις. Η πολιτική του παράταξη, που στηριζόταν κυρίως στους νησιώτες πλοιοκτήτες και σε κύκλους που έβλεπαν θετικά τη στήριξη της Μεγάλη Βρετανία, κυριάρχησε τότε στο επαναστατικό στρατόπεδο.
Ωστόσο η πολιτική του πορεία συνδέθηκε και με τις έντονες αντιπαραθέσεις της εποχής, ιδιαίτερα με στρατιωτικούς αρχηγούς της Ρούμελης και του Μοριά. Παρά τις συγκρούσεις αυτές, παρέμεινε σημαντική φυσιογνωμία και μετά την ανεξαρτησία. Στα χρόνια του ελληνικού κράτους διετέλεσε δύο φορές πρωθυπουργός επί βασιλείας του Όθων.
Ο Γεώργιος Κουντουριώτης πέθανε το 1858 στην Ύδρα. Στην ιστορία έμεινε κυρίως ως εκπρόσωπος της ισχυρής ναυτικής και πολιτικής ελίτ της επανάστασης και ως ένας από τους ανθρώπους που διαμόρφωσαν τις πρώτες κυβερνήσεις του ελληνικού κράτους.
2020 – Φίλιππος Πετσάλνικος. Είναι μια από τις χαρακτηριστικές μορφές της μεταπολιτευτικής πολιτικής σκηνής, ιδιαίτερα συνδεδεμένος με το ΠΑΣΟΚ και με την κοινοβουλευτική ζωή της χώρας. Γεννήθηκε το 1950 στην Καστοριά και σπούδασε νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Από νωρίς εντάχθηκε στον χώρο της κεντροαριστεράς και δραστηριοποιήθηκε πολιτικά μετά την πτώση της δικτατορίας.
Εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Καστοριάς με το ΠΑΣΟΚ το 1985 και στη συνέχεια επανεκλεγόταν επί πολλά χρόνια, γεγονός που δείχνει τη σταθερή πολιτική του επιρροή στην περιοχή. Κατά τη διάρκεια της πολιτικής του πορείας ανέλαβε σημαντικές κυβερνητικές θέσεις. Υπήρξε, μεταξύ άλλων, υπουργός Μακεδονίας–Θράκης στις κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου και αργότερα υπουργός Δημόσιας Τάξης στην κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη.
Η πιο προβεβλημένη στιγμή της πολιτικής του διαδρομής ήρθε το 2009, όταν εξελέγη Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για τη χώρα, λίγο πριν ξεσπάσει η μεγάλη οικονομική κρίση. Ως πρόεδρος της Βουλής προσπάθησε να διατηρήσει θεσμική ισορροπία μέσα σε ένα κλίμα έντονων πολιτικών συγκρούσεων και κοινωνικής πίεσης.
Το 2012, σε μια δραματική συγκυρία για το πολιτικό σύστημα, προτάθηκε μάλιστα ως υπηρεσιακός πρωθυπουργός κατά τις διεργασίες σχηματισμού κυβέρνησης, χωρίς τελικά να αναλάβει το αξίωμα. Συνολικά θεωρείται πολιτικός με μακρά κοινοβουλευτική εμπειρία και έντονη θεσμική παρουσία, ο οποίος συνδέθηκε κυρίως με την κοινοβουλευτική λειτουργία και λιγότερο με τον έντονο κομματικό λόγο.

