Γαλάτεια Καζαντζάκη | Η «αντάρτισσα» του λόγου


...

| Γαλάτεια Καζαντζάκη |

Η «αντάρτισσα» του λόγου,
του έρωτα και της Αριστεράς

| Από το Ηράκλειο και τον πρώτο γάμο με τον Νίκο Καζαντζάκη,
στη στράτευση στο κομμουνιστικό κίνημα
και στις σύγχρονες λογοτεχνικές αναγνώσεις μιας ζωής
που παραμένει πεδίο διαλόγου και διαμάχης |


Η Γαλάτεια Καζαντζάκη, γεννημένη Γαλάτεια Αλεξίου στο Ηράκλειο της Κρήτης, στα τέλη του 19ου αιώνα, ανήκει σε εκείνη τη γενιά των λογοτεχνών που συνέδεσαν στενά τη γραφή τους με τις κοινωνικές και πολιτικές αναταράξεις της εποχής. Κόρη του τυπογράφου, εκδότη και λόγιου Στυλιανού Αλεξίου, μεγάλωσε σε ένα σπίτι όπου η τυπογραφία, τα βιβλία και η δημόσια συζήτηση ήταν καθημερινότητα. Φοίτησε στη Γαλλική Σχολή Ηρακλείου, στο καθολικό σχολείο των καλογραιών του Αγίου Ιωσήφ, έμαθε άπταιστα γαλλικά και βρέθηκε από νωρίς εκτεθειμένη σε ιδέες που ξεπερνούσαν τα στενά όρια της επαρχίας.

Ανήκε σε μια οικογένεια με έντονη πνευματική παρουσία: αδέλφια της ήταν η συγγραφέας Έλλη Αλεξίου, ο ποιητής και φιλόλογος Λευτέρης Αλεξίου και ο Ραδάμανθυς Αλεξίου, παππούς του μουσικού Παύλου Σιδηρόπουλου. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον έκανε τα πρώτα της βήματα στα γράμματα, δημοσιεύοντας από μικρή ηλικία ποιήματα και μεταφράσεις με το ψευδώνυμο Lalo de Castro, ενώ αργότερα χρησιμοποίησε και τα ψευδώνυμα «Πετρούλα Ψηλορείτη» και «Lalo de Castro» σε περιοδικά όπως ο Νουμάς, η Πινακοθήκη και η Νέα Ζωή.

Το 1909 δημοσιεύει στο περιοδικό Νουμάς το μυθιστόρημα Ridi, pagliaccio (Γέλα, παλιάτσο), σε μορφή ημερολογίου. Το βιβλίο αυτό τη φέρνει στο προσκήνιο της αθηναϊκής λογοτεχνικής ζωής. Ο Νίκος Καζαντζάκης θα γράψει τότε πως η Γαλάτεια είναι «μια κατακόκκινη κι αντάρτισσα παραφωνία μέσα στην ασάλευτη σκλαβοπλανταγμένη ατμόσφαιρα της επαρχιώτικης σταχτόχρωμης ζωής».

 

 

 

Η γνωριμία της με τον Νίκο Καζαντζάκη είχε προηγηθεί, το 1901. Ο γάμος τους τελέστηκε τον Οκτώβριο του 1911 στο εκκλησάκι του Αγίου Κωνσταντίνου στο Ηράκλειο, παρά τη θέληση του πατέρα του Νίκου, Μιχάλη Καζαντζάκη. Το ζευγάρι περνάει μεγάλο μέρος του χρόνου στο ορεινό χωριό Κράσι, τόπο καταγωγής της οικογένειας Αλεξίου, και στη συνέχεια εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα. Η κοινή ζωή τους θα λήξει τυπικά το 1926, έπειτα από μια θυελλώδη σχέση. Για να συναινέσει στο διαζύγιο, η Γαλάτεια θέτει όρο να κρατήσει το επίθετο του πρώην συζύγου της, με το οποίο συνεχίζει να υπογράφει το έργο της.

Από το 1926 συμβιώνει με τον ποιητή, κριτικό και διανοούμενο της Αριστεράς Μάρκο Αυγέρη, τον οποίο θα παντρευτεί το 1933. Παράλληλα, η ιδεολογική της ταυτότητα γίνεται όλο και πιο σαφής: ανήκει στον χώρο της Αριστεράς, είναι από τις πρώτες γυναίκες κομμουνίστριες συγγραφείς, στρατεύεται ενεργά στα κομμουνιστικά ιδανικά, συμμετέχει στην Εργατική Βοήθεια του ΚΚΕ και στο περιοδικό Πρωτοπόροι και αργότερα γίνεται αρχισυντάκτρια του περιοδικού Νέοι Πρωτοπόροι. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της υπηρετεί ως Γραμματέας της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.

Μαχητική δημοτικίστρια, παίρνει μέρος σε όλες τις μεγάλες ιδεολογικοπολιτικές αντιπαραθέσεις της γενιάς της, με συγκεκριμένη και αταλάντευτη άποψη για τον ρόλο της διανόησης. Θεωρεί ότι ο διανοούμενος οφείλει να σταθεί στο πλευρό της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων. Στα έργα της γράφει για τους μόχθους, τις ελπίδες και τους αγώνες του κόσμου της εργασίας, για την αστική παρακμή, τη φθορά της κρατικής γραφειοκρατίας και, κυρίως, για τη θέση της γυναίκας μέσα σε μια σκληρή ταξική, καπιταλιστική κοινωνία.

Το έργο της εκτείνεται σε όλα σχεδόν τα είδη: νουβέλα, διήγημα, μυθιστόρημα, ποίηση, θεατρικό, παιδική λογοτεχνία, δοκίμιο, μετάφραση. Μετά το Ridi, pagliaccio ακολουθούν, μεταξύ άλλων, το Εγώ όλοι εσείς (1911), οι νουβέλες Φωτεινή τ’ Ανεγνώστη (1913), το μυθιστόρημα Άρρωστη πολιτεία (1916), τα διηγήματα 11 π.μ.–1 μ.μ. (1930), οι επιστολικές συλλογές Γυναίκες (1931) και Άντρες (1933), οι Κρίσιμες στιγμές (1953), το μυθιστόρημα Άνθρωποι και υπεράνθρωποι (1957), η νουβέλα Βίλλα Βικτώρια (1959) και η συλλογή Ο κόσμος που πεθαίνει κι ο κόσμος που έρχεται (1963).

Παράλληλα, αναπτύσσει σημαντική θεατρική δραστηριότητα: το 1925 ανεβαίνει από το «Θέατρο Τέχνης» του Σπύρου Μελά το τρίπρακτο Πληγωμένα πουλιά, το 1931, από τη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, το επίσης τρίπρακτο Ενώ το πλοίο ταξιδεύει, ενώ το 1959 εκδίδεται ο τόμος Αυλαία, με εννέα τρίπρακτα και οκτώ μονόπρακτα έργα. Έχει ακόμη γράψει παιδικά βιβλία και ποιήματα, μεταφράσει έμμετρα τον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου και βραβευθεί για τη συγγραφή αναγνωστικών για όλες τις τάξεις του Δημοτικού.

Η πολιτική της στράτευση την φέρνει σε σύγκρουση με τα αυταρχικά καθεστώτα. Κατά τη δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά, συλλαμβάνεται το 1938 και της απαγορεύεται να δημοσιεύει ενυπόγραφα. Η σύγκρουση της με το καθεστώς δεν είναι μεμονωμένο επεισόδιο. Ήδη από το 1936, σε επιστολή της στην εφημερίδα Ελευθέρα Γνώμη, απαντά σε άρθρο του Νίκου Καζαντζάκη στην Καθημερινή, στο οποίο εκείνος επιχειρεί να ερμηνεύσει και σε σημεία να νομιμοποιήσει τον φασισμό ως έκφραση «βαθιών ψυχικών και οικονομικών αναγκών των λαών». Η Γαλάτεια καταγγέλλει αυτό που θεωρεί εγωκεντρισμό της ελληνικής διανόησης, η οποία, όπως γράφει, μετατρέπει συχνά τους λογοτέχνες σε λακέδες του κεφαλαίου και της άρχουσας τάξης. Αντιπαραθέτει στον «απάνθρωπο» διανοητικό σχετικισμό τη θέση πως ο φασισμός και ο χιτλερισμός δεν είναι εκφράσεις «πεινασμένων εθνών», αλλά η πιο ωμή βία του χορτασμένου κεφαλαίου ενάντια στις μάζες.

 

 

Ο πρώτος της γάμος με τον Νίκο Καζαντζάκη θα γίνει, από νωρίς, θέμα δημόσιας συζήτησης και λογοτεχνικής επεξεργασίας. Ήδη το 1915, ο Κώστας Χατζόπουλος, στο μυθιστόρημά του Υπεράνθρωπος, σατιρίζει τους νέους λογοτέχνες της Αθήνας που γοητεύονται άκριτα από τον Νίτσε και τον «γερμανικό τρόπο ζωής». Ανάμεσα στα πρόσωπα της λογοτεχνικής παρέας, εμφανίζεται και ένα ανύπαντρο ζευγάρι, ο Ιππόλυτος και η Ιππολύτα Κλεαρέτη, με κοινό ψευδώνυμο που παραπέμπει στα «Πέτρος» και «Πετρούλα Ψηλορείτη» του Καζαντζάκη και της Γαλάτειας. Η περιγραφή τους, με εμφανώς ειρωνική διάθεση, θεωρείται από μέρος της έρευνας ως η πρώτη ενδολογοτεχνική σάτιρα του ζεύγους.

Μετά τον χωρισμό και, ιδίως, μετά τον θάνατο του Καζαντζάκη, η ιστορία αυτού του γάμου τροφοδοτεί μια τεράστια βιβλιογραφία. Το 1957 η Γαλάτεια εκδίδει το μυθιστόρημα Άνθρωποι και υπεράνθρωποι, μια μυθοπλασία με ισχυρά αυτοβιογραφικά στοιχεία, όπου η Δανάη Φραντζή λειτουργεί ως προσωπείο της. Εκεί παρουσιάζει έναν σύζυγο ψυχρό συναισθηματικά, προσηλωμένο σχεδόν αποκλειστικά στην πνευματική του ανέλιξη. Το βιβλίο κυκλοφορεί την ίδια χρονιά που πεθαίνει ο Νίκος Καζαντζάκης και δέχεται σκληρή κριτική, με την κατηγορία ότι επιδιώκει να αποκαθηλώσει τον «καζαντζάκειο μύθο».

Ο ίδιος ο Καζαντζάκης, στην Αναφορά στον Γκρέκο (1961), δεν βρίσκει ούτε μια λέξη για τη Γαλάτεια και τον γάμο τους, ενώ αντίθετα η αδελφή της, Έλλη Αλεξίου, στο Για να γίνει μεγάλος (1966), περιγράφει λεπτομερώς την άνθηση και τον μαρασμό της σχέσης, στηρίζοντας τον θαυμασμό της για το έργο του και την κριτική της για τον γάμο με την αδελφή της. Η Ελένη Καζαντζάκη, στο βιβλίο της Νίκος Καζαντζάκης ο ασυμβίβαστος (1977), προσπαθεί να σκιαγραφήσει «δίκαια» την πρώτη σύζυγο, επισημαίνοντας και τις γοητευτικές και τις δύσκολες πλευρές της, αλλά αμφισβητώντας την έκταση του αισθήματος από την πλευρά της Γαλάτειας. Στο υπόβαθρο αυτής της συζήτησης στέκουν και οι Επιστολές προς τη Γαλάτεια του Νίκου Καζαντζάκη, όπου αναδεικνύονται οι βαθιές πνευματικές και ψυχικές διαφορές δύο ιδιαίτερα προικισμένων ανθρώπων.

Τις τελευταίες δεκαετίες η διαμάχη γύρω από το ζευγάρι εμπλουτίζεται με νέες προσεγγίσεις. Ο Πάτροκλος Σταύρου, στο επίμετρο της έκδοσης του Όφις και κρίνο, επιχειρεί να ανασκευάσει την καθιερωμένη άποψη ότι η αφιέρωση «Στη Τοτώ μου» αφορά τη Γαλάτεια, υποδεικνύοντας ως πιθανή έμπνευση την Ιρλανδή Kathleen Forde και, ταυτόχρονα, ασκεί κριτική στον τρόπο που η Έλλη Αλεξίου παρουσίασε τη σχέση της αδελφής της με τον συγγραφέα.

Περισσότερο από έναν αιώνα μετά την κοινή ζωή τους, ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος επανέρχεται στην ιστορία με το μυθιστόρημα Ανέγγιχτη (2022). Ξεκαθαρίζει από την αρχή ότι το βιβλίο του είναι εμπνευσμένο από τη ζωή και το έργο του Νίκου Καζαντζάκη, βασισμένο και στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα της πρώτης του γυναίκας και σε άλλες πηγές, αλλά παραμένει μυθοπλασία με αλλαγμένα ονόματα, τόπους και γεγονότα. Ο κεντρικός ήρωας, Αλέξανδρος Καστρινάκης, παραπέμπει στον Καζαντζάκη, και η πρώτη του σύζυγος, Μελίνα Αναστασίου, στη Γαλάτεια.

Η Ανέγγιχτη οργανώνεται γύρω από τη μακρά, ερωτικά ανολοκλήρωτη σχέση του ζευγαριού. Η Μελίνα, πολλά χρόνια μετά τον θάνατο του Καστρινάκη, αφηγείται την ιστορία του γάμου τους και επιχειρεί να «διορθώσει» το προηγούμενο, πιο επιθετικό βιβλίο της, Ο υπεράνθρωπος από την Κρήτη, που αντιστοιχεί στο Άνθρωποι και υπεράνθρωποι της Γαλάτειας. Ο Ραπτόπουλος, αξιοποιώντας σκηνές από έργα του Καζαντζάκη –Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Ο τελευταίος πειρασμός, Καπετάν Μιχάλης, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται– και φιλτράροντάς τες μέσα από τη ματιά της Μελίνας, προτείνει μια ψυχαναλυτική ανάγνωση της έντασης ανάμεσα στη λαγνεία και την αναζήτηση της «αγιοσύνης».

Στο επίκεντρο βρίσκεται η άρνηση ή διακοπή της ερωτικής ολοκλήρωσης στις σχέσεις του Καστρινάκη, η οποία συνδέεται με τον ασκητικό του προσανατολισμό και με τη δυσκολία του να υπερβεί τον πατρικό έλεγχο. Παράλληλα, η αφήγηση της Μελίνας φωτίζει εκ νέου τις γυναικείες μορφές στη λογοτεχνία του Καζαντζάκη, μετακινώντας τες από τα στερεότυπα της «υπάκουης» και της «επικίνδυνης» γυναίκας και αναδεικνύοντας τον ρόλο τους ως φορέων επιθυμίας, αντίστασης και έμπνευσης.

 

 

Έτσι, η Γαλάτεια Καζαντζάκη, μέσα από το δικό της έργο, τις δημόσιες παρεμβάσεις της, τον πολιτικό της λόγο και τις μεταγενέστερες λογοτεχνικές αναπαραστάσεις, δεν παραμένει απλώς «η πρώτη σύζυγος» ενός διάσημου συγγραφέα. Είναι μια αυτόνομη, στρατευμένη διανοούμενη, που σφράγισε με την παρουσία της τον ελληνικό 20ό αιώνα. Από την κομμουνιστική της στράτευση και τη μαχητική κριτική της στην «οπισθοδρομική διανόηση» έως την επίμονη ενασχόλησή της με τον ρόλο της γυναίκας και της τάξης της, η διαδρομή της εξακολουθεί να προκαλεί ενδιαφέρον και να τροφοδοτεί έναν διάλογο που, όπως δείχνουν τα νεότερα έργα, παραμένει ανοιχτός.

Η ζωή της Γαλάτειας κλείνει στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 1962, ύστερα από αυτοκινητιστικό δυστύχημα, σε ηλικία άνω των 80 ετών. Το αποτύπωμά της όμως στη λογοτεχνία, στην πολιτική σκέψη και στη συζήτηση γύρω από τον ρόλο των γυναικών και της αριστερής διανόησης εξακολουθεί να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς, τόσο για την ιστορική έρευνα όσο και για τη σύγχρονη μυθοπλασία.

 

————————————————————————————————————————-

Πηγές κειμένου: candiadoc.gr | hartismag.gr | el.wikipedia.org
Πηγές φωτογραφιών: sansimera.gr | agonaskritis.gr | hartismag.gr
——–————————————————
Επιμέλεια: Lef.T