...
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

| «Έπειτα κατάλαβα ότι είχα δολοφονηθεί|
Με έψαξαν σε καφετέριες, νεκροταφεία και εκκλησίες… αλλά δε με βρήκαν» |

Μια καλοκαιρινή αυγή, στις 19 Αυγούστου 1936, η Ισπανία έμελλε να χάσει τον ποιητή που στάθηκε η φωνή των περιθωριακών, των φτωχών, των απλών ανθρώπων. Ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, ο πιο φωτεινός ίσως δημιουργός της γενιάς του, έπεφτε θύμα της βίας του εμφυλίου πολέμου, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που θα γινόταν πανευρωπαϊκό σύμβολο αντίστασης. Κι ωστόσο, μέχρι και σήμερα, τα πραγματικά αίτια της εκτέλεσής του, το πώς και το γιατί, παραμένουν σκοτεινά. Το μυστήριο του θανάτου του, όπως και ο άγνωστος τάφος του, σφραγίζουν την τραγική μοίρα ενός ανθρώπου που είχε αφιερώσει την τέχνη και τη ζωή του στην ελευθερία.

Η οικογένεια Λόρκα
Γεννήθηκε το 1898, στο Φουέντε Βακέρος, ένα μικρό χωριό της Γρανάδας. Ο πατέρας του ήταν αγρότης, γαιοκτήμονας με συντηρητικές καταβολές, ενώ η μητέρα του, δασκάλα πιάνου, ήταν εκείνη που του χάρισε την πρώτη επαφή με τη μουσική. Στα χρόνια της παιδικής του ηλικίας, ο Λόρκα γνώρισε τον κόσμο μέσα από ήχους και εικόνες, από τα τραγούδια των αγροτών, τη μυρωδιά της ανδαλουσιανής γης, αλλά και τη μελωδία του πιάνου που συνόδευε τα βράδια στο σπίτι τους. Το σχολείο των Ιησουιτών στη Γρανάδα του πρόσφερε μια κλασική παιδεία, αλλά σύντομα το ανήσυχο πνεύμα του τον οδήγησε μακριά από τους δρόμους που χάραζε η οικογένεια. Ο πατέρας του τον έσπρωξε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Γρανάδας, όμως ο Φεντερίκο εγκατέλειψε τις σπουδές για να αφοσιωθεί σε αυτό που πραγματικά αγαπούσε: τη λογοτεχνία, τη μουσική, τη ζωγραφική.

Salvador Dali, Jose Moreno, Villa, Luis Bunuel, Lorca, Jose Antonio (Πηγή: elpais)
Το 1919 βρέθηκε στη Μαδρίτη, στη Φοιτητική Κατοικία, έναν χώρο που έσφυζε από νέες ιδέες και καλλιτεχνικές ζυμώσεις. Εκεί γνώρισε ανθρώπους που θα σημάδευαν την πορεία του: τον Σαλβαδόρ Νταλί, τον Λουίς Μπουνιουέλ, τον Ραφαέλ Αλμπέρτι. Μαζί τους μοιράστηκε την πίστη στη δύναμη της τέχνης, την αναζήτηση μιας νέας γλώσσας που θα συνδύαζε την παράδοση με τον μοντερνισμό. Την ίδια περίοδο δημοσίευσε το πρώτο του έργο, Εντυπώσεις και Τοπία (1918), και αμέσως μετά το Βιβλίο Ποιημάτων (1921), βήματα που τον τοποθέτησαν ανάμεσα στους νέους υποσχόμενους ποιητές της εποχής. Το 1922, μαζί με τον συνθέτη Μανουέλ ντε Φάγια, διοργάνωσε στη Γρανάδα το Φεστιβάλ Λαϊκής Μουσικής, πιστεύοντας ότι η αυθεντική ψυχή της Ισπανίας βρισκόταν στα τραγούδια των τσιγγάνων και στον ρυθμό της ανδαλουσιανής παράδοσης. Από αυτή την πηγή γεννήθηκε και το Ποίημα του Κάντε Χόντο, ύμνος στο βαθύ τραγούδι της Ανδαλουσίας, και λίγο αργότερα το Ρομανθέρο Χιτάνο (1927), μια συλλογή δεκαοκτώ ποιημάτων που έμεινε κλασική.
Η σχέση του με τον Νταλί, πέρα από φιλία, αποτέλεσε μια βαθιά καλλιτεχνική συνάντηση. Στην Ωδή στον Σαλβαντόρ Νταλί, ο Λόρκα τίμησε τον φίλο του, ενώ ταυτόχρονα πειραματιζόταν με νέα εκφραστικά μέσα. Στο θέατρο, σημείωσε την πρώτη του επιτυχία με τη Μαριάνα Πινέδα, που παρουσιάστηκε στη Βαρκελώνη σε σκηνογραφία του Νταλί. Ήταν η στιγμή που το ταλέντο του ποιητή συναντούσε το πάθος του θεατρικού συγγραφέα. Ο ίδιος είχε πει κάποτε: «Εγώ πάντα θα είμαι στο πλευρό αυτών που δεν έχουν τίποτα και στους οποίους δεν επιτρέπεται καν να απολαύσουν ειρηνικά το τίποτα που έχουν». Αυτή η φράση συμπυκνώνει τη στάση του απέναντι στη ζωή και στην τέχνη. Δεν τον ενδιέφερε η τέχνη για την τέχνη, αλλά η τέχνη που γίνεται φωνή για όσους δεν έχουν φωνή.
Αναζητώντας νέες εμπειρίες, ταξίδεψε το 1929 στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Κούβα. Η συνάντησή του με τον κόσμο της Νέας Υόρκης, με την ταχύτητα, τον θόρυβο και την απανθρωπιά του καπιταλισμού, τον συγκλόνισε. Από αυτή την εμπειρία γεννήθηκε το έργο Ένας Ποιητής στη Νέα Υόρκη, μια από τις πιο σκοτεινές αλλά και δυνατές συνθέσεις του. Επιστρέφοντας στην Ισπανία το 1931, συνέθεσε το Ντιβάνι της Ταμαρίτ και στράφηκε ολοκληρωτικά στο θέατρο. Μέσα σε λίγα χρόνια δημιούργησε τα τρία κορυφαία έργα του: Ματωμένος Γάμος, Γέρμα, Το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα, τραγωδίες που ξεσκέπαζαν την κοινωνική καταπίεση, την τυραννία των παραδόσεων, τη σιωπηλή βία που καταστρέφει ζωές. Στον Θρήνο για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, αποτύπωσε το πένθος για τον φίλο του ταυρομάχο, αλλά και την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου απέναντι στον θάνατο.
Με την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας, ο Λόρκα πήρε ενεργό ρόλο στη διάδοση της τέχνης στον λαό. Οργάνωσε τη θεατρική ομάδα La Barraca, που με την υποστήριξη του Υπουργείου Παιδείας έφερε το κλασικό ισπανικό θέατρο στις πλατείες και τα χωριά, μπροστά σε αγρότες και εργάτες. Ήταν η δική του μορφή πολιτικής στράτευσης: όχι με όπλα, αλλά με σκηνές, στίχους και χαρακτήρες. Το 1936, την άνοιξη, συνέταξε μαζί με άλλους συγγραφείς μια διακήρυξη κατά του φασισμού. Όμως τον Ιούλιο ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος και η Ισπανία βυθίστηκε στο σκοτάδι.
Η εκτέλεσή του, τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, υπήρξε ένα από τα πρώτα εγκλήματα που σηματοδότησαν την αγριότητα του εμφυλίου. Οι συνθήκες του θανάτου του παραμένουν ασαφείς: άλλοι μιλούν για πολιτικό έγκλημα, άλλοι για προσωπικές έχθρες, ακόμα και για τη συντηρητική του οικογένεια που ενδέχεται να τον παρέδωσε στους φαλαγγίτες. Ο τάφος του δεν βρέθηκε ποτέ. Η μοναδική επίσημη ανασκαφή το 2009 απέβη άκαρπη, ενώ η οικογένεια του ποιητή απαγόρευσε νέες προσπάθειες. Η ανιψιά του, Λάουρα Γκαρθία Λόρκα, είχε δηλώσει πως «δεν θέλαμε ο φόνος του να θεωρηθεί έγκλημα πάθους, αλλά να παραμείνει πολιτικό έγκλημα». Η σεξουαλική του ταυτότητα υπήρξε για την οικογένεια ένα δύσκολο βάρος, κι αυτό προσέθεσε ένα ακόμη πέπλο σιωπής γύρω από τον θάνατό του.
Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, η δολοφονία του δεν σίγησε τη φωνή του. Αντίθετα, τα ποιήματά του έγιναν φωνή αντίστασης σε όλη την Ευρώπη. Στην Ελλάδα, το έργο του βρήκε αμέσως πρόσφορο έδαφος: μεταφράστηκε από τον Γκάτσο και τον Ελύτη, μελοποιήθηκε από τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη, τον Ξαρχάκο. Οι στίχοι του τραγουδήθηκαν σαν να ήταν γραμμένοι για τον ελληνικό λαό, που γνώρισε κι εκείνος τον πόνο της δικτατορίας και του πολέμου.
Μετά τον θάνατο του Φράνκο, το 1975, το έργο του κυκλοφόρησε ελεύθερα και στην πατρίδα του. Αλλά η σκιά του θανάτου του συνέχισε να βαραίνει τη σύγχρονη ισπανική λογοτεχνία. Η απουσία του τάφου του, η αίσθηση ότι το σώμα του δεν βρέθηκε ποτέ, μοιάζει με προφητεία που ο ίδιος είχε αφήσει πίσω του: «Έπειτα κατάλαβα ότι είχα δολοφονηθεί. Με έψαξαν σε καφετέριες, νεκροταφεία και εκκλησίες… αλλά δε με βρήκαν. Δε με βρήκαν ποτέ; Όχι. Ποτέ δε με βρήκαν».
Κι ίσως αυτή είναι η μεγαλύτερη δικαίωση του Λόρκα: να παραμένει ζωντανός όχι σε έναν τάφο, αλλά στα λόγια, στις μελωδίες, στη μνήμη. Να κατοικεί στην ποίηση που συνεχίζει να συγκινεί και να εμπνέει. Γιατί ο Λόρκα δεν υπήρξε μόνο ένας ποιητής. Υπήρξε το τραγούδι της Ανδαλουσίας, το αίμα των καταπιεσμένων, η φωνή των σιωπηλών. Και όσο οι στίχοι του αντηχούν, δεν θα έχει ποτέ πεθάνει πραγματικά.
————————————————————————————————————————-
Πηγές κειμένου:Wikipedia.gr | Sanshmera.gr | www.arive.gr |cretalive.gr
——–————————————————
Επιμέλεια: Lef.T

