...
| Dizzy Gillespie |

Ο τσολιάς της τζαζ
και η διπλωματία του ήχου
| Ο Ντίζι Γκιλέσπι βρέθηκε στην Αθήνα του Κυπριακού,
έπαιξε μπροστά σε εξαγριωμένους φοιτητές και μετά φόρεσε φουστανέλα |
Στα μέσα της δεκαετίας του ’50, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν καταλάβει κάτι βασικό: ότι ο πολιτισμός μπορεί να λειτουργήσει και ως όπλο. Η τζαζ μουσική μαύρη, απείθαρχη, γεννημένη από την καταπίεση έγινε εργαλείο κρατικής διπλωματίας. Όχι γιατί την καταλάβαιναν, αλλά γιατί τη χρειάζονταν. Όπως ειπώθηκε κυνικά στο Κογκρέσο, «η τζαζ ήταν πολιτισμικό μας όπλο». Έτσι, ο Γκιλέσπι φορτώθηκε τον ρόλο του άτυπου πρέσβη και βγήκε στον κόσμο.
Η Ελλάδα ήταν ένας από τους σταθμούς. Το 1956 η χώρα έβραζε. Το Κυπριακό είχε γίνει ανοιχτή πληγή, οι εκτελέσεις των Καραολή και Δημητρίου είχαν εξοργίσει τη νεολαία, και οι δρόμοι της Αθήνας μύριζαν μπαρούτι. Στις 9 Μαΐου, φοιτητές συγκρούστηκαν με την αστυνομία, έσπασαν τα παράθυρα της Υπηρεσίας Πληροφοριών των ΗΠΑ, και τέσσερις άνθρωποι έπεσαν νεκροί. Οι πρώτοι μετά τα Δεκεμβριανά. Μέσα σε αυτό το τοπίο, έρχονται οι Αμερικανοί μουσικοί να παίξουν τζαζ.
Ο Τύπος αναρωτιόταν ειρωνικά: «Γιατί μας στέλνουν μουσικούς και όχι όπλα;». Κι όμως, αυτό ακριβώς ήταν το στοίχημα. Ο Γκιλέσπι, με πολιτικό ένστικτο που σπάνια αναγνωρίζεται στους καλλιτέχνες, ζήτησε μία συναυλία μόνο για φοιτητές. Χωρίς πρωτόκολλο. Χωρίς γραβάτες. Χωρίς πρεσβευτές. Στις 14 Μαΐου 1956, στο θέατρο «Κοτοπούλη», η αίθουσα γέμισε νέους που μέχρι πριν λίγες μέρες έτρεχαν από τα δακρυγόνα.
Στην αρχή υπήρξαν γιουχαΐσματα. Η δυσπιστία ήταν λογική. Ένας μαύρος Αμερικανός μουσικός, απεσταλμένος μιας χώρας που στήριζε την αγγλική πολιτική στο Κυπριακό, ανεβαίνει στη σκηνή. Κι όμως. Η μουσική έκανε αυτό που δεν κατάφεραν ούτε οι ανακοινώσεις ούτε οι πύρινες ομιλίες. Έσπασε τον πάγο. Οι τρομπέτες και τα σαξόφωνα άρχισαν να μιλούν μια άλλη γλώσσα: γλώσσα ελευθερίας, αυτοσχεδιασμού, αμφισβήτησης. Στο τέλος, οι φοιτητές χόρευαν, φώναζαν, πετούσαν σακάκια. Ο δρόμος μπροστά στο θέατρο έκλεισε από τον κόσμο.
Μαζί του, ο Γκιλέσπι είχε μια ολόκληρη γενιά που θα άλλαζε τη μουσική: τον Κουίνσι Τζόουνς, τον Φιλ Γουντς, τον Τσάρλι Πέρσιπ. Και στην Αθήνα, γνώρισε έναν άλλο κόσμο. Την επόμενη μέρα, μετά τις συνεντεύξεις, τους πήγαν στις Τζιτζιφιές. Στου Τσιτσάνη.
Η συνάντηση ήταν ιστορική. Ο Γκιλέσπι με την τρομπέτα, ο Κουίνσι Τζόουνς στο πιάνο, και ο Βασίλης Τσιτσάνης με το μπουζούκι. Ένα jam session χωρίς παρτιτούρες, αλλά κυρίως χωρίς μετάφραση. Μια συνομιλία δύο μουσικών κόσμων που μιλούσαν για τα ίδια πράγματα: φτώχεια, έρωτα, αντίσταση, αξιοπρέπεια. Παρών και ο Μάνος Χατζιδάκις, που καταλάβαινε ίσως καλύτερα από όλους τι σήμαινε εκείνη η στιγμή. Έμειναν μέχρι το ξημέρωμα. Και χάθηκε για πάντα, γιατί δεν υπήρχε μαγνητόφωνο.
Από αυτή την εμπειρία γεννήθηκε ο δίσκος Dizzy in Greece, που κυκλοφόρησε το 1957 από τη Verve Records. Ηχογραφήθηκε σε δύο φάσεις, με 18 μουσικούς, και θεωρείται από τα κορυφαία έργα του. Όχι μόνο μουσικά, αλλά και πολιτικά. Το εξώφυλλο —ο Γκιλέσπι με φουστανέλα— ήταν σχεδόν πρόκληση. Μια εικόνα που γελοιοποιούσε και ταυτόχρονα τίμησε τα εθνικά σύμβολα. Όπως έγραψε κριτικός της εποχής, «ο τίτλος μοιάζει απλώς δικαιολογία για να χρησιμοποιηθεί αυτή η φωτογραφία».
Στο Κογκρέσο, την ίδια στιγμή, συζητούσαν αν άξιζε να χρηματοδοτούν τέτοιες περιοδείες. Για την Ελλάδα έλεγαν ότι «δεν υπάρχει κοινό για την τζαζ» και ότι οι επίσημοι «σνόμπαραν τον Γκιλέσπι». Κι όμως, εκείνες οι συναυλίες έδειξαν ότι ο πολιτισμός δεν υπακούει πάντα στα σχέδια αυτών που τον εργαλειοποιούν. Ότι μπορεί να ξεφύγει. Να συναντήσει άλλους αγώνες.
Ο Ντίζι Γκιλέσπι πέθανε το 1993. Αλλά εκείνη η φουστανέλα, εκείνη η τρομπέτα στην Αθήνα του ’56, μένουν. Όχι σαν ανέκδοτο. Αλλά σαν υπενθύμιση ότι η μουσική, όταν παίζεται τη σωστή στιγμή, μπορεί να γίνει πράξη αντίστασης. Και καμιά φορά, καλύτερη διπλωματία από όλες τις πρεσβείες του κόσμου.
——–————————————————
Επιμέλεια: Lef.T

