...
| Αριστείδης Μόσχος |

Ένας Αγρινιώτης απ’ το Πεντάλοφο
| Ένα σαντούρι γεμάτο θάλασσα
και μια ζωή αφιερωμένη στην παράδοση |
Ο ήχος του σαντουριού του είναι μαλακός, απαλός, σχεδόν διάφανος, γι’ αυτό και ταιριάζει ιδανικά σε μουσικές που «μυρίζουν θάλασσα», σε σμυρνέικα και νησιώτικα ακούσματα που κουβαλούν αρμύρα και μνήμη, αν και ο ίδιος ο Αριστείδης Μόσχος δεν περιορίστηκε ποτέ αποκλειστικά σε αυτά, αφού όπως συνήθιζε να λέει, «έχω παίξει μέχρι και τον γαλλικό ύμνο». Το περιστατικό στο οποίο αναφερόταν συνέβη το 1959, όταν ταξίδεψε στο Παρίσι μαζί με τον Ευγένιο Σπαθάρη και τον πατέρα του για ένα φεστιβάλ θεάτρου σκιών, όπου πίσω από τον μπερντέ που χειριζόταν ο Σπαθάρης βρίσκονταν οι μουσικοί οι οποίοι συνόδευαν ζωντανά την παράσταση, ενώ σε ορισμένες στιγμές άνοιγε η σκηνή και το κοινό μπορούσε να τους δει.
Λίγο πριν αρχίσει η παράσταση, και ενώ όλα ήταν έτοιμα, εμφανίστηκε ο πρέσβης της Γαλλίας ζητώντας να παιχτεί ο γαλλικός εθνικός ύμνος πριν από κάθε άλλο κομμάτι, κάτι που προκάλεσε αμηχανία, επειδή η εκδήλωση ήταν εξαιρετικά επίσημη, με υπουργούς και μέλη διπλωματικών σωμάτων στο ακροατήριο, γεγονός που δεν άφηνε περιθώρια άρνησης. Ο Σπαθάρης ψιθύρισε «καταστροφή», όμως ο Μόσχος, ο οποίος θυμόταν ακόμη από τα σχολικά του χρόνια τη μελωδία της «Μασσαλιώτιδας», την οποία τότε τραγουδούσαν με ελληνικούς στίχους που άρχιζαν από το «Ω παιδιά μου ορφανά, σκορπισμένα εδώ κι εκεί», ζήτησε λίγα λεπτά για να συγκεντρωθεί, τοποθέτησε συμβολικά τις δύο σημαίες σε ένα έδρανο, περίμενε να ανοίξει η σκηνή χωρίς να αντικρίζει ούτε το θέατρο ούτε το κοινό, έπαιξε μία φορά καθαρά τη μελωδία και, όταν ολοκλήρωσε, η ένταση της στιγμής ήταν τέτοια ώστε, όπως αφηγούνταν αργότερα, κάποιος σωριάστηκε λιπόθυμος από τη συγκίνηση.
Το όνομα του Αριστείδη Μόσχου συνδέθηκε όσο λίγων μουσικών με το τραγούδι «Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία», ένα από τα πιο πολυτραγουδισμένα κομμάτια των τελευταίων δεκαετιών, το οποίο ηχογράφησε το 1990 στον δίσκο «Τα παραδοσιακά», που ξεπέρασε τις 30.000 πωλήσεις και έγινε χρυσός, και εκ νέου το 1992 στο «Ελλάδα στην υγειά σου», ενώ στο μεταξύ είχε κυκλοφορήσει και η εκτέλεση της Άλκηστις Πρωτοψάλτη στο άλμπουμ «Παραδέχτηκα», όπου επίσης αναγραφόταν το όνομά του. Είχε προηγηθεί η εκτέλεση του Γιάννη Πάριου το 1984 στον δίσκο «Πιο καλή η μοναξιά», όπου ως δημιουργός εμφανιζόταν ο Βαγγέλης Κονιτόπουλος, ενώ τις επόμενες δύο δεκαετίες ακολούθησαν δεκάδες ακόμη ηχογραφήσεις από σημαντικούς ερμηνευτές, όπως ο Γιώργος Νταλάρας, η Γλυκερία, η Ελένη Τσαλιγοπούλου και ο Πέτρος Γαϊτάνος, με αποτέλεσμα το τραγούδι να εμφανίζεται άλλοτε με τον Μόσχο ως συνθέτη και στιχουργό, άλλοτε ως διασκευαστή παραδοσιακού, και άλλοτε απλώς ως «Λαϊκή καντάδα» ή «Παραδοσιακό Μικράς Ασίας», στοιχείο που αποτυπώνει τη ρευστή γραμμή ανάμεσα στη δημιουργία και την παράδοση.
Στη δισκογραφική του πορεία κυκλοφόρησε δεκαπέντε προσωπικούς δίσκους, από τους οποίους τρεις έγιναν χρυσοί και δύο πλατινένιοι, ενώ συμμετείχε ως σολίστ σε περίπου εκατόν πενήντα ακόμη παραγωγές, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διάδοση του σαντουριού σε ένα ευρύ ακροατήριο. Το 1985 ίδρυσε το «Λαϊκό Σχολείο Παραδοσιακής Μουσικής», το οποίο λειτούργησε ως αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία και αποτέλεσε χώρο συστηματικής διδασκαλίας παραδοσιακών οργάνων και βυζαντινής μουσικής, ενώ στο πλαίσιο της λειτουργίας του δημιουργήθηκε και χορωδία, γεγονός που ανέδειξε την παιδαγωγική του διάσταση και την επιθυμία του να μεταδώσει τη γνώση οργανωμένα και με συνέπεια.

Σε πρώτο πρόσωπο
«Το Αγρίνιο κατά το Μεσοπόλεμο ήταν μια ακμάζουσα πολιτεία», έλεγε αυτοβιογραφούμενος. «Ήταν οι αντιπροσωπείες ξένων εταιρειών καπνών. Όταν το κρέας είχε τέσσερις δραχμές, αυτά είχαν εκατόν είκοσι η οκά. Λεφτά.
»Ο πατέρας μου είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του, στην Πεντάλοφο, τετρακόσια στρέμματα χωράφια. Τα πούλησε, πήγε στο Αγρίνιο κι έκανε επιχειρήσεις. Είχε δύο κέντρα. Ένα καφέ-αμάν κι ένα καφέ-σαντάν. Στο πρώτο έπαιζαν Πολίτες, Σμυρνιοί, Αρμένηδες. Στο άλλο υπήρχε ευρωπαϊκή ορχήστρα της εποχής εκείνης. Ο πατέρας μου ήταν ένα κλαρίνο διακεκριμένο αλλά και πολυσύνθετο. Δεν περιοριζόταν να παίζει μόνο τσάμικα και τέτοια. Έπαιζε ρουμάνικα, ουγγρικά, μαρς αμερικέν, βαλς, “Κύματα του Δουνάβεως”… Όλα τα είδη. Έρχονταν στο μαγαζί να τον ακούσουν όλα τα μεγάλα ονόματα του Αγρινίου. Ζήτημα να έπαιζε ένα τέταρτο τη βραδιά. Ανέβαινε πάνω λιγάκι, για να μη χάσει τους πελάτες. Και έπεφταν χιλιάρικα. Για να τον πλησιάσουν από τα χωριά και να του πουν να πάει να παίξει σε γάμους, έπρεπε να έχουν έναν γνωστό, έναν φίλο. Είχε τα λεφτά και τα αξιοποίησε.
»Ο αδερφός μου ο μεγάλος, που έπαιζε και βιολί, είχε πάει τρεις-τέσσερις φορές στην Ευρώπη και έφερνε γυναίκες από το Φολί-Μπερζέ, το Μουλέν Ρουζ, το Καζινό ντε Παρί. Είχαμε πολλούς Γάλλους τότε εκεί κι έφερνε τις «σαντέζες», που λέγαμε, τις Γαλλίδες τραγουδίστριες. Από την άλλη, στο καφέ-αμάν έρχονταν συγκροτήματα από την Αθήνα. Ο Σαλονικιός, ο Ογδόντας, η Ρίτα Αμπατζή, η Μαρίκα Πολίτισσα, η Εσκενάζη, ο Ρούκουνας, ο Μήτσος Αραπάκης, ο Καλλέργης. Κι όλα τα καλά σαντούρια. Τους άκουγα εγώ, αλλά δε μου έκαναν εντύπωση. Ήμουν και μικρός, έξι-επτά χρονών.
»Μέχρι που ήρθαν οι Ρουμάνοι. Θα ήμουν οκτώ χρονών. Ήταν ένας Νέστορας Μπάτσι. Μεγάλωσα μέσα στη μουσική, έμαθα τα πάντα γύρω από τα είδη της, άκουσα όση μουσική δεν είχε ακούσει κανείς τότε και σε τέτοια ηλικία, αλλά όταν άκουσα αυτόν, μαγεύτηκα. Λέω “πατέρα, θέλω σαντούρι”. Κλάματα, χαμός. Για να το αποφύγει, λέει σε έναν φίλο του επιπλοποιό “κάνε του ένα ψεύτικο”. Μου έκανε κάτι που έμοιαζε με σανίδα· το είδα εγώ –που είχα δει και το καλό το σαντούρι πώς ήταν– καμία σχέση. Αναγκάστηκε και ήρθε ο μεγάλος μου αδερφός από την Αθήνα και μου έφερε σαντούρι. Ε, αυτό ήταν».
Ο πρώτος του καθηγητής ήταν ο Νέστορας Μπάτσι. «Είδε ότι έπαιζα καλά. Όχι μονάχα καλά, αλλά απέκτησα και ρεπερτόριο, άρχισα να τα παίζω όλα. Έπαιζα κι ευρωπαϊκά κομμάτια, πολλά. Όλα θυμάμαι του Σουγιούλ, του Χαιρόπουλου, του Αττίκ, τανγκό, κουμπαρσίτες. Το Αγρίνιο δεν ήταν δα και μια πολιτεία που ήθελαν μόνο δημοτικά. Ήθελαν ό,τι κυκλοφορούσε την εποχή εκείνη. Μετά η Κατοχή τα ’φαγε όλα. Σταμάτησαν και τα καπνά… Μετά το ’42-’43, που ήταν ο ανταρτοπόλεμος, δεν μπορούσες να μείνεις στο Αγρίνιο. Ήρθαν οι Γερμανοί, έκλεισαν τα μαγαζιά.»
Μετά τον πόλεμο εγκατέλειψε το Αγρίνιο και ήρθε στην Αθήνα, όπου μπήκε στο Λύκειο των Ελληνίδων. Με αυτό έκανε περιοδείες σε όλο τον κόσμο.
«Δέκα αδέρφια βρεθήκαμε στην Αθήνα. Εγώ ήμουν ο τελευταίος που θα διεκδικούσε. Ήταν πέντε κορίτσια στη μέση. Πήγα στο καφενείο των μουσικών με τον πατέρα μου και βρήκαμε όλα τα γνωστά πρόσωπα μέσα. Ήξεραν ότι παίζω καλά, ήξεραν και την οικογένειά μας και μ’ αγκάλιασαν όλοι. Από το 1953 μπήκα στο Λύκειο των Ελληνίδων. Πήγαμε σ’ όλη τη γη. Εγώ, που φοβάμαι το αεροπλάνο, έχω κάνει 1.200 ώρες πτήση. Ολυμπιακοί Αγώνες του Μεξικού και του Καναδά, πέντε φορές Αμερική, τρεις φορές Αυστραλία. Γερμανία και Ευρώπη δεν λογαριάζονται. Έχω 7.000 φωτογραφίες από όλες τις εκδηλώσεις όπου έχω παίξει, με όλα τα μεγάλα πρόσωπα που έχω συναντήσει».
Συνεργάστηκε με πολλούς τραγουδιστές, μουσικούς και συνθέτες. Συμμετείχε σε πολλές ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές σχετικές με τη δημοτική και λαϊκή μουσική παράδοση.
Το 1952 μπήκε στη δισκογραφία και μέχρι το τέλος της ζωής του συνεργάστηκε και συνόδευσε μερικούς από τους μεγαλύτερους Έλληνες μουσικούς, συνθέτες και τραγουδιστές, όπως οι Γιώργος Κόρος, Χρόνης Αηδονίδης, Καριοφύλλης Δοϊτσίδης, Σταύρος Ξαρχάκος, Γιάννης Μαρκόπουλος, Ηλίας Ανδριόπουλος, Γιώργος Νταλάρας, Γλυκερία και πολλοί άλλοι.
«Το 1952 έπαιξα πρώτη φορά για δίσκο. Στη Music Box. Κι από τότε έχω παίξει και με τους πιο περίεργους ανθρώπους. Σκεφτείτε ότι τον πρώτο δίσκο της Άντζελας Δημητρίου εγώ τον έκανα. Έπαιξα με τον Κόρο, τον Ζέρβα, τον Δοϊτσίδη, τον Αηδονίδη, από τότε που βγήκαν στη δισκογραφία. Δεν έχω παράπονο, όλοι με σέβονται και μ’ αγαπάνε. Με τον Ξαρχάκο κάναμε την «Ελλάδα της Μελίνας.
»Με τον Μαρκόπουλο έμεινα δεκατρία χρόνια κι έπαιξα σε δεκαεπτά δίσκους του. Έφυγα γιατί είχα χάσει το όνομά μου. Ξέρετε πώς με λέγανε; “Το σαντούρι του Μαρκόπουλου”. Εντάξει, στον Μαρκόπουλο, δεν λέω, είχα υποχρέωση. Μου ’δωσε και λεφτά. Πληρωνόμουν καλά. Όταν ένας πρώτος μουσικός έπαιρνε τετρακόσιες δραχμές, εγώ έπαιρνα ένα χιλιάρικο.
»Το πιο άσχημο όμως ήταν πως οι μαέστροι δεν μου έφερναν νότες να διαβάσω. Κανένας. Μια φορά πήρα το σαντούρι μου κι έφυγα. Πήγα για πρόβα και μου λέει: “Παίξ’ το, δεν τ’ άκουσες;”. Του λέω “τι θα πει παίξ’ το; Μαγνητόφωνο είμαι; Μπορεί να μην άκουσα καλά. Δώσ’ μου μια παρτιτούρα”, επειδή είχαν κακομάθει με τους περισσότερους λαϊκούς μουσικούς».
Για την προσφορά του, ο Αριστείδης Μόσχος, τιμήθηκε με επαίνους από τη Βουλή των Ελλήνων και από δήμους και πολιτιστικούς συλλόγους, αναγνώριση που επιβεβαίωνε τον ρόλο του ως βασικού φορέα της παραδοσιακής μουσικής στη σύγχρονη Ελλάδα. Μέχρι τον θάνατό του στις 8 Νοεμβρίου 2001, σε ηλικία εβδομήντα ενός ετών, οπότε έκλεισε ένας κύκλος ζωής, απέδειξε ότι ένα όργανο με ήχο «μαλακό» μπορεί να αφήσει αποτύπωμα βαθύ και διαρκές.
————————————————————————————————————————-
Με πληροφορίες από: https://www.epoxi24.gr/Αριστείδης Μόσχος | Συνέντευξη του Αριστείδη Μόσχου στον Γιώργο Τσάμπρα στο ένθετο cd Ταξίδια με το σαντούρι (Lyra 1996)
——–————————————————
Επιμέλεια: Lef.T



