24 Οκτωβρίου 2021

Η υποκρισία της αξιολόγησης

  • του Στέλιου Μερμίγκη

Όποιος μπορεί να ελέγχει τις έννοιες των λέξεων, τότε πολύ εύκολα
θα μπορεί να ελέγχει και τους ανθρώπους που τις χρησιμοποιούν

Αυτή ακριβώς την τακτική αποφάσισε να ακολουθήσει η κυβέρνηση με καταιγιστικό μάλιστα τρόπο. Η αλήθεια βέβαια είναι, ότι τέτοιες πολιτικές ακολούθησαν και όλοι οι προηγούμενοι ένοικοι του μεγάρου Μαξίμου με περισσότερη ή λιγότερη επιτυχία.

Σωρεία νομοθετημάτων έρχονται που έχουν για τίτλους έννοιες με θετικό περιεχόμενο στην συνείδηση της κοινωνίας. Ποιος θα έφερνε αντίρρηση σε νομοθετήματα που θα αφορούσαν στην προστασία της εργασίας και του περιβάλλοντος, τη διαφάνεια του κράτους, την αποτελεσματικότητα των δημόσιων υπηρεσιών, την αποκέντρωση εξουσιών και ένα σωρό άλλες τέτοιες έννοιες;

Σήμερα γινόμαστε μάρτυρες μιας ακόμη κυβερνητικής προσπάθειας να αξιοποιήσει την έννοια της αξιολόγησης στην παιδεία για τους δικούς της όμως σκοπούς.

Αλήθεια  ποιος νοήμων άνθρωπος θα έφερνε αντίρρηση στην αξιολόγηση και μάλιστα σε τόσους ευαίσθητους τομείς όπως αυτή της παιδείας;

Οι εμπλεκόμενοι σε μια διαδικασία τόσο δυναμική, όπως είναι η παιδαγωγική, που δεν είναι σταθερή και ακίνητη στο διηνεκές αλλά εξελίσσεται ραγδαία και προσαρμόζεται ανάλογα με την ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού και τις απαιτήσεις της εποχής, οφείλουν και πρέπει να βρίσκονται σε διαρκή εγρήγορση.

Κάθε υπεύθυνος εργαζόμενος που σέβεται τον όρκο του και το λειτούργημά του τι αντίρρηση θα είχε για μια αξιολόγηση που θα βελτίωνε το έργο του και θα γινόταν ακόμη πιο αποτελεσματικός και χρήσιμος απέναντι στους μαθητές του; Ποιος θα έφερνε αντίρρηση σε μια πολιτεία που θα του παρείχε όλα τα σύγχρονα μέσα, τόσο για την άσκηση του έργου του, όσο και για την διαρκή εξέλιξή του; Η επιχειρούμενη όμως από τη μεριά της κυβέρνησης αξιολόγηση αρχικά των σχολικών μονάδων με το υποκριτικό ενδιαφέρον της προκειμένου να καταγράψει τα πολυποίκιλα προβλήματά τους (λες και δεν τα γνωρίζει) βρίσκει την πλειονότητα της σχολικής κοινότητας δικαίως στα κάγκελα.

Η στάση του υπουργείου παιδείας και σε αυτό το θέμα έρχεται να ξεδιπλώσει το νεοφιλελεύθερο αφήγημά του προκειμένου να μειώσει την ούτως ή άλλως ισχνή χρηματοδότησή του, κατηγοριοποιώντας τα σχολεία σε αποδοτικά και λιγότερα αποδοτικά και στέλνοντας τα δεύτερα να ψάχνουν για ιδιώτες χορηγούς.

Αυτή είναι η έγνοια τους, η συρρίκνωση του δημόσιου σχολείου και η λειτουργία του στα πλαίσια της αγοράς, της αυτορρύθμισης και του άκρατου ανταγωνισμού.

Το να ζητάει λοιπόν κανείς σήμερα τα σχολεία να λειτουργούν αφενός με προδιαγραφές και μέσα ανάλογα με τις δυνατότητες που τους δίνει η εποχή μας και αφετέρου με ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα απόκτησης κριτικής σκέψης και πραγματικής αντίληψης του κόσμου, θεωρείται από τους κρατούντες ή συνδικαλιστικός βερμπαλισμός ή στην καλύτερη περίπτωση ουτοπία.

Το αίτημα όμως αυτό βρίσκεται στον αντίποδα του σημερινού εξεταστικού κάτεργου που συνεχίζει να παραδίδει άχρηστες γνώσεις και σωρεία αδιάφορων πληροφοριών, εξορίζοντας τα καλλιτεχνικά μαθήματα και αντικαθιστώντας την κοινωνιολογία με τα λατινικά. Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά δείγματα γραφής των νέων πολιτικών της Κεραμέως.

Για να δούμε όμως τι γινόταν μερικές δεκαετίες πριν σε κάποια άλλη γωνιά του κόσμου, όπου η δημόσια παιδεία με τις αντίστοιχες υποδομές της είχε την απαιτούμενη κοινωνική προτεραιότητα

Η φίλη μου Μαργαρίτα, σπουδαία γιατρός, μια από τις καλύτερες ακτινολόγους στη χώρα, με εξαιρετικές σπουδές και βιογραφικό, είναι παιδί ενός αντάρτη του ΔΣΕ, ο οποίος μετά την ήττα το καλοκαίρι του 1949  φυγαδεύτηκε μαζί με χιλιάδες άλλους προς την Σοβιετική Ένωση και πιο συγκεκριμένα στην Τασκένδη στο μακρινό Ουζμπεκιστάν. Ο κύριος Κώστας νεαρός τότε σπούδασε στη νέα του πατρίδα, όπως και όλοι οι άλλοι, αποκτώντας νέες δεξιότητες.

Στη νέα αυτή πατρίδα, στα μέσα της δεκαετίας του ‘60, γεννήθηκε η Μαργαρίτα. Εκεί πήρε τα πρώτα της μαθήματα. Σε ηλικία 10 ετών και όταν αποκαταστάθηκε πια η δημοκρατία στη χώρα μας, ο κυρ Κώστας, αποφάσισε να επιστρέψει πίσω στη πατρίδα του, στη γειτονική μας Άρτα.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η Μαργαρίτα βρέθηκε αντιμέτωπη με όλο το μεγαλείο της ελληνικής επαρχίας και του εκπαιδευτικού της συστήματος παθαίνοντας πολιτισμικό σοκ. Άρχισε να ψάχνει τα μουσικά όργανα στο νέο της σχολείο για να συνεχίσει τα μαθήματά της στο λατρεμένο της  πιάνο, αλλά μάταια τα αναζητούσε, γιατί πολύ απλά δεν υπήρχαν.

Στη συνέχεια αναζήτησε το κλειστό κολυμβητήριο και το κλειστό γυμναστήριο για να συνεχίσει τις αθλητικές της δραστηριότητες, όπως ακριβώς έκανε στο παλιό της σχολείο, αλλά το μόνο που αντίκρισε ήταν ένα ξερό γήπεδο, που είχε για έδρα της η τοπική ομάδα της πόλης.

Τέλος, έψαχνε ματαίως και εδώ, το μόνιμο σχολικό γιατρό του σχολείου, που θα ήταν υπεύθυνος για την παρακολούθηση της υγείας των μαθητών μαζί με τον οδοντίατρο  και τον οφθαλμίατρο, καθώς και τις σχολικές νοσηλεύτριες που της έπαιρναν κάθε χρόνο αίμα για το συστηματικό έλεγχο της υγείας της.

Εκεί ήταν πλέον που η αρχική έκπληξη και βουβαμάρα των εκπαιδευτικών αντικαταστάθηκε από σπαρταριστά γέλια, για όλα εκείνα τα τρελά που αράδιαζε η δεκάχρονη Μαργαρίτα, που τους ήρθε από την μακρινή Τασκένδη.

Η μικρή έκλαψε για όσα άφησε πίσω της, αλλά και για τα όσα θλιβερά αντίκρισε και με τα οποία όφειλε πλέον να πορευτεί. Στο τέλος προσαρμόστηκε. Τα μαθηματικά του ελληνικού σχολείου για πολλά χρόνια της φαίνονταν αστεία, όσο για τα θεωρητικά μαθήματα αναγκάστηκε να παπαγαλίζει, όπως έκαναν όλοι όσοι το έπαιρναν απόφαση ότι αυτές είναι οι απαιτήσεις των φωστήρων της ελληνικής εκπαίδευσης.

Ακόμη θυμάται κατεβατά απ’ έξω και μας τα απαγγέλει κάνοντάς μας να γελάμε πικρά.

Αυτά λοιπόν συνέβαιναν πριν από 50 χρόνια σε μια χώρα που δεν υπάρχει πια.

Σήμερα στην Ελλάδα του 2021 ακόμη δεν έχουμε λύσει το θέμα των καθαριστριών στις σχολικές μονάδες, ενώ τα νήπιά μας στεγάζονται είτε σε κοντέινερ είτε σε κάτι πυλωτές που τις κλείνουν με κάτι τζαμαρίες βαμμένες με ένα γύψινο χρώμα, για να μην φαίνεται η κατάντια μας. Όσο για το περιεχόμενο σπουδών, αυτό δηλαδή που μαθαίνουν τα παιδιά μας και κυρίως για αυτά που δεν μαθαίνουν, ας μην το συζητήσουμε καλύτερα.

Όσο αποδεχόμαστε αυτή τη θλιβερή πραγματικότητα ως θέσφατο και αξίωμα για τη νέα γενιά, είναι ηλίου φαεινότερο  ότι αυτή η χώρα δεν μπορεί να έχει καμία σοβαρή προοπτική.

 


AgrinioStories

Τα ενυπόγραφα άρθρα δεν εκφράζουν απαραίτητα και τις θέσεις του site

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *